Απαρχαιωμένοι νεωτερισμοί


Του Κώστα Κουτσουρέλη
Ψιλόβροχο είναι το κάθε καινούργιο
στάζει από την πόρτα της εκπλήξεως
και το μαζεύουμε σε κάποιας επανάληψης
την πλαστική λεκάνη.
ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ
«ΝΕΑ ΠΡΟΤΑΣΗ», «φρέσκια, πρωτοπόρα ματιά», «έργο-πρόκληση», ενός καλλιτέχνη με «ανατρεπτική διάθεση», «που τολμά να πειραματίζεται», «που διανοίγει δρόμους». Τα παραθέματα αυτά, ρινίσματα εγκωμίων ερανισμένα αυτολεξεί από δημοσιεύματα των τελευταίων εβδομάδων, θα μπορούσε να είναι και επινοημένα. Τόσο στερεότυποι είναι οι τόνοι που αναμασούν. Τόσο τριμμένοι οι κοινοί τους τόποι. Κι όμως, πόσοι κριτικολογούντες δεν ενδίδουν ασμένως σ’ αυτούς όταν είναι να δείξουν τη γλαφυρή τους ευαρέσκεια; Πόσοι δημοσιογράφοι δεν τους επιστρατεύουν καθημερινά για να κεντρίσουν το ενδιαφέρον του βιαστικού τους κοινού; Για τα αισθητικά μας μέτρα και σταθμά, δεν χωράει αμφιβολία, ποιότητα και νεωτερισμός ταυτίζονται, το «καλό» είναι συνώνυμο του «καινούργιου», του «ανατρεπτικού», του «ρηξικέλευθου». Και μόνη η ανακαινιστική πρόθεση αρκεί συχνά για να πιστοποιήσει την «πρόοδο» ενός συγγραφέα ή καλλιτέχνη. Αντίστροφα, η έλλειψή της προδίδει αισθητική στασιμότητα. Η «επανάληψη», η εμμονή στα οικεία θέματα και στα κατακτημένα μέσα, περνάει για αμάρτημα ολκής, αξιολογείται ως κάμψη και επιτιμάται αρμοδίως.

«Το ωραίο είναι πάντα κάτι το απροσδόκητο» αποφαινόταν ήδη στον καιρό του ο Σαρλ Μπωντλαίρ. Από τη δοξασία αυτή, αυθαίρετη και γοητευτική όσο κάθε ξίφος εμπρός σ’ έναν γόρδιο κόμπο, ο νεωτερικός 20ος αιώνας και η τέχνη του θα φτιάξουν κάτι επισημότερο. Μιαν ολόκληρη ιδεολογία δηλαδή, όπου η καινοδοξία κι οι δυο ακρινές της καταβολάδες, η καινολατρία και η καινοθηρία, θα επισκιάσουν κάθε άλλο αξιολογικό κριτήριο. Υστερότοκος αδελφός των μεγάλων ουτοπιών που σημάδεψαν τον 18ο και τον 19ο αιώνα, ο μοντερνισμός θα διαποτιστεί βαθιά από τον προμηθεϊσμό τους. Από την πίστη δηλαδή στη δυνατότητα του ανθρώπου να κατασκευάζει κάθε φορά εκ νέου τον κόσμο: αποτινάσσοντας κάθε προγενέστερη σύμβαση, αγνοώντας όλους τους δοσμένους κανόνες, συντρίβοντας αντιστάσεις και αδράνειες αιώνων. Για τους σκαπανείς του η τέχνη ήταν ό,τι περίπου η ιστορία για τους λάτρεις της προόδου: μια ευθύγραμμη, μονοδρομημένη λεωφόρος που τραβούσε πάντοτε εμπρός. Ακόμη και ο τρόπος εργασίας ενός καλλιτέχνη δεν διέφερε από εκείνον ενός θετικού επιστήμονα: «Το να επαναλαμβάνεις κάτι που έχει ήδη γίνει», βεβαίωνε ο Τ.Σ. Έλιοτ, με έμφαση που θα αλάφιαζε κάθε βυζαντινό αγιογράφο, «είναι τόσο άσκοπο όσο το να ξανακάνεις τις ανακαλύψεις του Μέντελ». Σαν την οικονομική ανάπτυξη, που οι απόστολοι του φιλελευθερισμού την προεξοφλούσαν εξαρχής ατελεύτητη, έτσι και η καλλιτεχνική επινοητικότητα φάνταζε στα μάτια των πρώτων μοντερνιστών αστείρευτη. Τρόποι έκφρασης υπάρχουν τόσοι «όσα και δακτυλικά αποτυπώματα», διεκήρυσσε, λ.χ., ο Οδ. Ελύτης. Ότι και τα πλουσιότερα κοιτάσματα εξαντλούνται κάποτε, έμοιαζε ακόμη αδιανόητο.

Είναι αλήθεια ότι όσο τα παλαιά πρότυπα κρατούσαν αλώβητο το αισθητικό τους κύρος, οι κλασσικοί του μοντερνισμού είχαν κάθε δικαίωμα να θεωρούν τον εαυτό τους πρωτοπόρο κι επαναστάτη. Όμως, το ξέρουμε κι απ’ την πολιτική, οι επαναστάσεις είναι πάντοτε στιγμιαίες, ποτέ διαρκείς. Μόλις οι εξεγερμένοι καταλάβουν τα Χειμερινά Ανάκτορα, σπεύδουν να διοριστούν κρατικοί υπάλληλοι. Τα πτερόεντα φύλλα της ριζοσπαστικής αντιπολίτευσης γρήγορα ξαναδίνουν τη θέση τους σε μια Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Ήδη στα 1940 ο Ράνταλλ Τζαρρέλλ έβλεπε την ανακαινιστική ορμή του μοντερνισμού εξαντλημένη. Είκοσι χρόνια αργότερα ο Χ. Μ. Έντσενσμπέργκερ γνωμοδοτούσε ότι οι πρόθυμοι καινοθήρες του καιρού του είτε απατούν τους οπαδούς τους είτε αυταπατώνται οι ίδιοι. Έκτοτε δεν έχουμε λόγους να εικάσουμε ότι τα πράγματα άλλαξαν. Γιατί ούτε οι διαβεβαιώσεις των κάθε λογής «μετα»-μοντερνιστών ούτε τα, όχι λίγα, κατορθωμένα έργα των τελευταίων δεκαετιών μπορούν να μας πείσουν ότι εκόμισαν στην τέχνη κάτι το πράγματι «καινούργιο» – με την ιστορική, περιγραφική σημασία του όρου. Κάτι δηλαδή ικανό να συγκριθεί έστω και κατ’ ελάχιστον με την κοσμογονία των αρχών του 20ου αιώνα. Κι ούτε έχουμε ανάγκη τις γνωματεύσεις των ειδημόνων για να διαπιστώσουμε ότι η τέχνη της εποχής μας είναι μια τέχνη κατά βάση επιγονική, που αναπαράγει, άλλοτε με μικρότερη και άλλοτε με μεγαλύτερη επιτυχία, και συνήθως με φθίνουσα απήχηση, τα βασικά ευρήματα και τις συμβάσεις εκείνης της εκπληκτικής περιόδου που από κεκτημένη ταχύτητα, και τόσο οξύμωρα πλέον, αποκαλούμε ακόμη «μοντέρνα».

Η απαρχαίωση του μοντερνισμού και η εξελικτική στασιμότητα της σημερινής τέχνης έρχονται να μας ξαναθυμίσουν ό,τι οι προνεωτερικοί ανέκαθεν γνώριζαν. Η καλλιτεχνική βούληση από μόνη της, όσο ισχυρή και αν είναι, όσο κι αν πάσχει, όσο κι αν αγκομαχεί, δεν μπορεί να θεσπίζει κατά το δοκούν νέες μορφές ούτε να εφευρίσκει εκ του μηδενός νέα περιεχόμενα. Ζωτικός χώρος για ουσιαστικές και όχι απλώς ονομαστικές καινοτομίες, υπάρχει μόνον όπου η ιστορική συγκυρία το επιτρέπει ή, καλύτερα, όπου η ιστορική βία το επιβάλλει. Όπου δηλαδή η πίεση της μεταλλαγμένης εξωτερικής πραγματικότητας πάνω στα παραδεδομένα εκφραστικά μέσα είναι τόσο αιφνίδια και μεγάλη, ώστε τα δεύτερα δεν αντέχουν πια και συντρίβονται κάτω από το βάρος της.

Τέτοια ήταν ασφαλώς η κατάσταση εκατό χρόνια πριν. Σήμερα, όσο ψυχολογικό, ιστορικό ή τεχνοτροπικό ενδιαφέρον κι αν παρουσιάζουν οι επιχειρούμενες αλλαγές, είναι για μας αναμενόμενες, απλά επεισόδια που δεν ταράζουν υπέρμετρα την καθημερινή μας ρουτίνα. Καθώς η συνείδησή μας τις έχει ήδη προοικονομήσει, δεν τις προσλαμβάνει ως αξιοσημείωτο συμβάν. Της είναι οικείες, προτού καν επέλθουν. Από μόνος του ο πληθωρισμός των καλλιτεχνικών ρευμάτων και τάσεων, όπως τον εκτρέφει η αισθητική ανεξιθρησκεία και το πολιτιστικό εμπόριο, αρκεί για να οδηγήσει ad absurdum κάθε αξίωση καινοτομίας. Όπου τα πάντα είναι επιτρεπτά, τίποτε δεν μπορεί να είναι στ’ αλήθεια αλλιώτικο. Όπου όλοι κυνηγούν την έκπληξη, τίποτε πια δεν εκπλήσσει. Η υπερβολή δεν εγκυμονεί την απόλαυση, αλλά το φούσκωμα και τον κορεσμό.

Τα σημάδια αυτού του κορεσμού είναι σήμερα κάτι παραπάνω από εμφανή. Σε αντίθεση προς την εκφραστική λιτότητα των πρώτων μοντερνιστών, που από πολλές πλευρές στάθηκε το μέγιστο επίτευγμά τους, οι επίγονοί τους ναυαγούν όλο και πιο συχνά στους κάβους της επιτήδευσης, του εντυπωσιασμού, της εκζήτησης. Στην αγωνιώδη τους προσπάθεια να ανακαλύψουν παρθένα, αγεώργητη γη, συχνά αποξηραίνουν μολυσμένα βαλτοτόπια ή εκβραχίζουν άγονες βουνοπλαγιές. Οι πιο αφελείς ανάμεσά τους δεν παραλείπουν να μας ανακοινώνουν κατά τακτά χρονικά διαστήματα ότι μόλις ανακάλυψαν την Αμερική. ‘Αλλοι, ανυπόμονοι να ρίξουν κι αυτοί μια Βαστίλλη, ανακουφίζουν το επιγονικό τους άγχος με ρητορικές πατροκτονίες.

Από το προκλητικό πνεύμα του μοντερνισμού επιβιώνει σήμερα μόνο το αστραφτερό περιτύλιγμα. Κούφια συνθήματα ως επί το πλείστον, γυμνωμένα από κάθε περιεχόμενο, αλλά γι’ αυτό ακριβώς κατάλληλα για τις ανάγκες της καλλιτεχνικής αγοράς. Έτσι, οι προμηθευτές της τελευταίας, ήρωες περίοπτοι της pop culture αλλά και σεμνοί διεκδικητές ακαδημαϊκών τροπαίων, δεν αμελούν ποτέ να υποδυθούν τον ρόλο του αντάρτη ή του αντιρρησία συνείδησης, όποτε αυτός τους υπόσχεται υπολογίσιμα οφέλη. Ωστόσο, πόσο αιρετικός, πόσο enfant terrible μπορεί να είναι κανείς, όταν απέναντί του δεν καραδοκεί η Ιερά Εξέταση ούτε κανείς πουριτανός παιδονόμος, αλλά ένα κοινό χαυνωμένο από την υπερκατανάλωση και ντρεσσαρισμένο στο όνομα της ανοχής να καταπίνει αδιαμαρτύρητα ό,τι του σερβίρεται και από όποιους; Που είναι έτοιμο να συγχωρήσει τα πάντα στους συγγραφείς και στους καλλιτέχνες του, φτάνει μονάχα να του παραχωρήσουν κι εκείνοι ό,τι τόσο ποθεί η καρδιά του: μια επίφαση «καινούργιας εμπειρίας» δηλαδή, ικανή να διασκεδάσει για λίγο την τηλεοπτική του ανία.

Σε βάθος χρόνου, μόνο μια δραστική ιστορική μεταστροφή, μια δραματική εκβαρβάρωση ίσως, θα μπορούσε να ανοίξει και πάλι τον δρόμο σε πραγματικές «καινοτομίες». Πόσους όμως θα ενθουσίαζε στ’ αλήθεια μια τέτοια προοπτική; Στο μεταξύ, συγγραφείς και καλλιτέχνες θα συνεχίσουν να μας τάζουν, καλόπιστα ή κουτοπόνηρα, ό,τι ακριβώς αδυνατούν να κατορθώσουν: ρήξεις, προκλήσεις, τομές, ανατροπές. Ας μη βιαστούμε να τους καταδικάσουμε γι’ αυτό. Αν ποτέ απαλλαγούμε από την προκαταλήψη ότι «καλό» είναι μόνο το «καινούργιο», ίσως διαπιστώσουμε ότι ακόμη και μια καθ’ όλα συμβατική τέχνη, σαν τη σημερινή, είναι συναρπαστικότερη από τα πλαστά πιστοποιητικά πρωτοτυπίας που τη διαφημίζουν.

Πρώτη δημοσίευση: εφ. H ΑΥΓΗ, Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2002

Advertisements
This entry was posted in Κώστας Κουτσουρέλης and tagged , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s