Η ιδέα της Ευρώπης

Τα «ευχολόγια» δεν ωφελούν. Επιβάλλεται η σοβαρή μελέτη της Ιστορίας.

Του Πασχάλη Μ. Κιτρομηλίδη

Oι πρόσφατες εκδηλώσεις για τη συμπλήρωση μισού αιώνα από τη σύναψη το 1957 της Συνθήκης της Ρώμης, η οποία θεμελίωσε τη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, αποτέλεσαν καλή αφορμή για τη διατύπωση πολλών προβληματισμών όσον αφορά το πράγματι κοσμοϊστορικό εγχείρημα των ευρωπαϊκών λαών να υπερβούν το παρελθόν τους. Παρά τη σοβαρότητα των συζητήσεων δεν έλειψαν και οι κάπως διασκεδαστικές προχειρότητες του αβασάνιστου λόγου που ακούστηκαν από πολλούς, πολιτικούς, σχολιαστές και δημοσιογράφους, με τη διατύπωση η οποία επαναλήφθηκε αρκετά: «Η Ευρώπη γίνεται πενήντα ετών», ή «Η Ευρώπη στα πενήντα». Ποια Ευρώπη, αλήθεια, έκλεισε τα πενήντα; Τι απέγινε η περίφημη «Γηραιά Ηπειρος» που ονόμαζε έτσι τον εαυτό της για να τον αντιδιαστείλει προς τον «νέο κόσμο» της Αμερικής, ξεχνώντας όμως μια πολύ γηραιότερη ήπειρο πανάρχαιων πολιτισμών, την Ασία, και όσα αποκαλυπτικά είδε και έγραψε ο Ηρόδοτος για την Αίγυπτο στη βορειοανατολική γωνία της Αφρικής; Ποια Ευρώπη λοιπόν; Το πεντηκονταετές «νήπιο» είναι απλώς η ομάδα των ευρωπαϊκών κρατών, τώρα πλέον αισίως 27 τον αριθμόν, που δοκιμάζουν να ενώσουν τις τύχες των λαών τους, να συντονίσουν τις πολιτικές τους και να συνδυάσουν τα- συχνά αντιφατικά- συμφέροντά τους σε ένα οικοδόμημα αύξουσας συνοχής και ολοκλήρωσης. Η Ευρώπη όμως ως ιστορικό σύνολο είναι ένας κόσμος πολύ ευρύτερος και αρχαιότερος. Σ΄ αυτόν τον κόσμο θα ήθελα να αναφερθώ για άλλη μία φορά με τη σημερινή μου κατάθεση, τη μαρτυρία ενός μελετητή της πνευματικής δημιουργίας που αναδύθηκε από αυτή τη δυτική απόληξη του ευρασιατικού γήινου όγκου.

Η σύζευξη της ελληνικής με τη ρωμαϊκή κληρονομιά

Η Ευρώπη είναι, κατά πρώτο λόγο, ένας πολιτισμός, ευδιάκριτος από τους αρχαιότερους πολιτισμούς της Ασίας λόγω της σφραγίδας που έθεσε πάνω του ο αρχαίος ελληνισμός

Η Ευρώπη δεν είναι μια απλή «γεωγραφική έκφραση», για να θυμηθούμε τον τρόπο με τον οποίο περιέγραψε τη διαιρεμένη Ιταλία ο Μέτερνιχ. Είναι κατά πρώτο λόγο ένας πολιτισμός, ευδιάκριτος από τους αρχαιότερους πολιτισμούς της Ασίας λόγω της σφραγίδας που έθεσε πάνω του ο αρχαίος ελληνισμός, ως προς την αντίληψη της κοινωνικής συνύπαρξης των ανθρώπων και ως προς τις αξίες της αλήθειας, του ωραίου και του δέοντος. Είναι ένας κόσμος που στις απαρχές κιόλας της πορείας του αυτοπροσδιορίστηκε σε σχέση με την αξία της ελευθερίας, την οποία υπερασπίστηκε από την απειλή του δεσποτισμού που εκπορευόταν από την Ασία. Η σύζευξη της ελληνικής κληρονομιάς με εκείνη του ρωμαϊκού κόσμου, ιδίως με το ρωμαϊκό δίκαιο, πρόσφερε τους μηχανισμούς για την κοινωνική και πολιτική ενοποίηση του ευρωπαϊκού γεωγραφικού χώρου και την απορρόφηση όσων λαών στον Βορρά και στην Ανατολή είχαν μείνει έξω από τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Η αποφασιστική ενότητα της Ευρώπης επιτεύχθηκε όμως σε πνευματικό επίπεδο με τη διάδοση του χριστιανισμού. Η θρησκευτική ενότητα σφράγισε τελικά τον χαρακτήρα του ευρωπαϊκού πολιτισμού, όπως φαίνεται κυρίως στη δημιουργικότερη έκφρασή του, τις εικαστικές τέχνες και τη μουσική. Τα ιστορικά αυτά στοιχεία είναι γνωστά και η επανάληψή τους κινδυνεύει να αποβεί κάπως πληκτική· πάντως δεν ωφελεί ούτε να ξεχνιούνται ή να αγνοούνται, αλλά ούτε και να μεταβάλλονται σε ιδεολογία. Η αναγκαία αυτογνωσία επάνω στην οποία εδράζεται η ωριμότητα ατόμων, κοινωνιών ή πολιτισμών επιβάλλει και επιζητεί την κριτική κατανόηση, όχι τον εξωραϊσμό που εκτρέφει την ατομική και συλλογική αυταρέσκεια.

Έτσι, και ως προς τα ιστορικά χαρακτηριστικά και τις πνευματικές παραδόσεις που προσδιόρισαν τη φυσιογνωμία του ο ευρωπαϊκός πολιτισμός οφείλει να γίνεται κατανοητός ως σύνθεση από την οποία δεν λείπουν οι αντινομίες και οι αντιφάσεις. Τα στοιχεία αυτά εκδηλώθηκαν συχνά τόσο στις εσωτερικές διαιρέσεις και συρράξεις – π.χ. την αντιπαράθεση Ανατολής και Δύσης κατά τον όψιμο Μεσαίωνα, τους θρησκευτικούς πολέμους, τις οξείες κοινωνικές ανισότητες, τις συγκρούσεις των εθνικισμών- όσο και στην επιθετικότητα του ευρωπαϊκού απέναντι στον υπόλοιπο κόσμο κατά την εποχή της νεωτερικότητας. Αυτή η επιθετικότητα και οι εσωτερικές αντινομίες που όξυναν η οικονομική και τεχνολογική ανάπτυξη στράφηκαν εν τέλει κατά του ίδιου του σώματος της ευρωπαϊκής κοινωνίας και οδήγησαν στα ολοκαυτώματα του πρώτου μισού του 20ού αιώνα, στους παγκόσμιους πολέμους, στα φασιστικά καθεστώτα, στους ποικιλόχρωμους ολοκληρωτισμούς που πραγματικά κατασπάραξαν τις σάρκες των ευρωπαϊκών λαών. Από αυτό το πρόσφατο επώδυνο και βίαιο παρελθόν θέλησαν να λυτρώσουν την Ευρώπη με μιαν εντυπωσιακή ανάληψη ιστορικής ευθύνης οι ηγέτες που έθεσαν το 1957 τα θεμέλια της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Για να εκτιμηθεί στις πραγματικές της διαστάσεις αυτή η πράξη πολιτικής ευθύνης αλλά και για να διασφαλιστεί εν τέλει η ευόδωση του εγχειρήματος για την υπέρβαση των δεινών του παρελθόντος, επιβάλλεται κατ΄ εξοχήν η σοβαρή γνώση και μελέτη της ιστορίας της Ευρώπης. Είναι αφέλεια να πιστεύεται ότι οι ποικίλες μορφές διαίρεσης που κληροδότησε το παρελθόν, όπως οι εθνικισμοί, μπορούν να ξεπεραστούν με «προοδευτικά» ευχολόγια ή την επιλεκτική διδασκαλία της Ιστορίας, ή ακόμη με τεχνοκρατικά τεχνάσματα, όπως η ποδηγέτηση της έρευνας εις βάρος των ανθρωπιστικών επιστημών. Αντίθετα, η κάθαρση και η υπέρβαση μπορούν να συντελεστούν με την απροκατάληπτη και ολόπλευρη αναζήτηση της αλήθειας, την ορθολογική γνώση και τον συνεχή κριτικό αναστοχασμό επ΄ αυτής. Αυτές οι γνωστικές διαδικασίες θα δημιουργήσουν την ωριμότητα που απαιτείται για να μπορέσουν οι ευρωπαϊκές κοινωνίες να διαχειριστούν τόσο τις δυσκολίες του εγχειρήματος της ολοκλήρωσης όσο και το βάρος της ιστορικής τους κληρονομιάς.

Καιρός για μια νέα προσέγγιση

Οι προηγούμενες επισημάνσεις έχουν και κάποιες λογικές συνέπειες ως προς τη μελέτη των φαινομένων της ολοκλήρωσης. Ως τώρα το θέμα αντιμετωπίστηκε σχεδόν αποκλειστικά ως τεχνικό ζήτημα, ως αρμοδιότητα τεχνοκρατικής ειδικότητας. Ως εκ τούτου και θεραπεύεται από συναδέλφους σε τμήματα και ινστιτούτα ευρωπαϊκών σπουδών με αυτό το πνεύμα. Είναι, τολμώ να εισηγηθώ, καιρός να αναθεωρηθεί αυτή η προσέγγιση. Το ζήτημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης επιβάλλεται να αντιμετωπιστεί και σε δεοντολογικό επίπεδο. Πέρα από τις τεχνοκρατικές του πτυχές οφείλει να εξεταστεί και υπό την οπτική του δέοντος, να συνδεθεί με τις σύγχρονες συζητήσεις περί δικαιωμάτων και ιδίως με τη θεωρία της διανεμητικής δικαιοσύνης. Η αναγωγή της ολοκλήρωσης στο επίπεδο της κανονιστικής θεωρίας θα επιτρέψει την ευκρινέστερη ανάδειξη των αντινομιών και των διλημμάτων- όπως εκείνου της καλλιέργειας μιας κοινής ταυτότητας των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ενωσης- που πρέπει να αντιμετωπιστούν υπεύθυνα ώστε το εγχείρημα να αποβεί όντως διαδικασία ουσιαστικής κοινωνικής απελευθέρωσης των ευρωπαϊκών λαών- ως πρότυπο, πηγή ελπίδας για τον υπόλοιπο πλανήτη- και όχι μια νέα μορφή γραφειοκρατικής υποδούλωσης, έστω και εκλεπτυσμένη.

Ο Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης είναι καθηγητής  της πολιτικής επιστήμης, πανεπιστήμιο Αθηνών. Διευθυντής ινστιτούτου νεοελληνικών ερευνών, εθνικό ίδρυμα ερευνών

Δημοσιεύθηκε στο ΒΗΜΑ ΙΔΕΩΝ – Τεύχος 06/7/2007

counter for wordpress

Advertisements
This entry was posted in Πασχάλης Κιτρομηλίδης and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s