Συνέχειες και ασυνέχειες

του Νάσου Βαγενά

Ανάμεσα στις παράπλευρες απώλειες που έχει προκαλέσει η ελληνική «εμφύλια σύγκρουση πολιτισμών» (η σύρραξη μεταξύ των εθνικιστών και των αντεθνικιστών- βλ. την επιφυλλίδα μου της 27.4.07) είναι και οι σχετικές με την ελληνική γλώσσα. Οι ελληνοκεντρικοί κήρυκες της ιδέας του έθνους ως ενός καθ΄ ολοκληρίαν φυσικού οργανισμού, πιστεύοντας ότι το ελληνικό έθνος είναι το περιούσιο έθνος του Θεού, αναγνωρίζουν στην ελληνική γλώσσα την ιδιότητα μιας «τέλειας γλώσσας», της «ανώτερης γλώσσας που μιλήθηκε και γράφτηκε ποτέ», και διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους σε οποιαδήποτε «σπίλωση» της καθαρότητάς της. Οι θιασώτες της βεβαιότητας ότι το έθνος είναι μια εξ ολοκλήρου τεχνητή κατασκευή, που εμφανίζεται ως αποτέλεσμα μιας συγκεκριμένης ιστορικής συγκυρίας, πιστεύουν ότι «η ελληνική γλώσσα δεν διαφέρει από καμιά άλλη». Οι πρώτοι, ταυτίζοντας πλήρως γλώσσα και έθνος, τοποθετούν την εμφάνιση του ελληνικού έθνους την εποχή της εμφάνισης της ελληνικής γλώσσας και διαπιστώνουν την αδιάσπαστη ιστορική συνέχεια του ελληνισμού. Οι δεύτεροι θεωρώντας τη σχέση γλώσσας και έθνους όχι πρωτεύουσα και οδηγώντας την αμφισβήτηση της ιστορικής συνέχειας του ελληνισμού ως την πεποίθηση ότι οι Νεοέλληνες δεν υπήρχαν ως έθνος πριν από την εποχή του Διαφωτισμού, αμφισβητούν και τη συνέχεια της ελληνικής γλώσσας («η συνέχεια της ελληνικής γλώσσας δεν είναι δεδομένη» γράφει ο ένας· για τον «μύθο της ελληνικής γλωσσικής συνέχειας» μιλάει ο άλλος). Η γλώσσα είναι ο σημαντικότερος παράγοντας στη δημιουργία εθνικής συνείδησης. Αδιάρρηκτη ιστορική συνέχεια μιας γλώσσας δεν σημαίνει αναγκαστικά αδιάρρηκτη εθνική συνείδηση· και ρήξη στη συνέχεια μιας εθνικής συνείδησης δεν σημαίνει αναγκαστικά ρήξη στη συνέχεια της γλώσσας της. Τις διαπιστώσεις αυτές, που βγαίνουν από την απροκατάληπτη μελέτη της Ιστορίας της ελληνικής γλώσσας, έρχεται να επιβεβαιώσει το βιβλίο Greco antico, neogreco e italiano (εκδόσεις Ζanichelli) της λέκτορος του Πανεπιστημίου του Μιλάνου Αμαλίας Κολώνια και του νεοελληνιστή καθηγητή του Πανεπιστημίου της Πάντοβα Μάσιμο Πέρι, το οποίο κυκλοφόρησε πρόσφατα. Πρόκειται για ένα λεξικό των δανείων και των παραλληλισμών ανάμεσα στην ελληνική και την ιταλική γλώσσα, το οποίο έχει σκοπό να γνωρίσει στους Ιταλούς «εκείνα τα ελληνικά που γνωρίζουν χωρίς να το ξέρουν». Η αξία του βιβλίου δεν βρίσκεται μόνο στο πλούσιο λεξικογραφικό υλικό που αποθησαυρίζει αλλά και στη μακρά εισαγωγή τού Μάσιμο Πέρι (ανατυπούμενη αυτοτελώς θα συγκροτούσε ένα βιβλίο), η οποία αποτελεί σημαντική συμβολή στην ιστοριογραφία της νεοελληνικής γλώσσας. Ο Πέρι δίνει ένα πανόραμα της απανταχού νεοελληνικής, καθώς επίσης και των άλλων γλωσσών του ελλαδικού χώρου, παρακολουθεί τη ροή της ιταλικής στην ελληνική γλώσσα και εξετάζει τη διείσδυση της ελληνικής γλώσσας στην ιταλική χερσόνησο από το τέλος της λατινικής (7ος αιώνας) ως την εμφάνιση της ιταλικής γλώσσας (10ος αιώνας) και από εκεί ως σήμερα.

Οι περισσότεροι από τους νεοελληνισμούς της ιταλικής, σημειώνει ο Πέρι, βρίσκονται στις διαλέκτους, ενώ αρκετοί εντοπίζονται στην κοινή ιταλική. Αν σε αυτούς προστεθούν οι πολυάριθμοι επιστημονικοί νεολογισμοί που έχουν παραχθεί με βάση την αρχαία ελληνική, μπορεί κανείς να πει ότι «ο κάθε Ιταλός γνωρίζει ανεπιγνώστως 7.000 περίπου ελληνικές λέξεις, οι οποίες διπλασιάζονται αν προστεθούν οι παράγωγες και οι συγγενικές και επαναδιπλασιάζονται, αν υπολογιστούν οι λέξεις των διαλέκτων και της κοινής ελληνικής που έπαψαν να χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα».

Καθώς το θέμα της εθνικής συνέχειας ή ασυνέχειας δεν είναι άσχετο με το θέμα της γλώσσας, και οι επί του θέματος συζητήσεις μας είναι, εκατέρωθεν, ιδεοληπτικά φορτισμένες (η πεποίθηση της ανυπαρξίας νεοελληνικού έθνος πριν από την εποχή της νεωτερικότητας δεν είναι λιγότερο ιδεολογηματική από την πεποίθηση της αδιάσπαστης ιστορικής συνέχειας του ελληνισμού), οι απόψεις επιφανών ξένων ελληνιστών, οι οποίοι δεν θα μπορούσαν να επικριθούν για ελληνοκεντρισμό και αποστρέφονται, όπως ο Πέρι, τους εθνικισμούς, αποκτούν ένα ιδιαίτερο βάρος. «Πώς συνέβη», ρωτά ο Πέρι, «και η ελληνική, η κατ΄ εξοχήν πολιτισμική γλώσσα», που κυριάρχησε από την αρχαία ως και τη βυζαντινή εποχή στα Βαλκάνια και σε ευρύτατες περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου, «σήμερα μιλιέται μόνο από 12-13 εκατομμύρια ανθρώπους; Η λατινική δεν μπορεί να καυχηθεί για μια παράδοση πιο πλούσια ούτε για ευρύτερη διάδοση. Γιατί λοιπόν η λατινική κατέκτησε την Ευρώπη και έφτασε ως την Αμερική και την Αυστραλία, ενώ η ελληνική συρρικνώθηκε βαθμιαία στα σύνορα της σημερινής Ελλάδας;». «Η αιτία», απαντά ο Πέρι, «βρίσκεται πιθανώς στο γεγονός ότι η ιστορία της ελληνικής είναι ένα continium κυριαρχούμενο από την εμμονή της συνέχειας. Σε τρεις χιλιάδες χρόνια δεν βρίσκουμε ποτέ ένα κενό, μια ρήξη συγκρίσιμη με εκείνη που συνέβη ανάμεσα στη λατινική και τις λατινογενείς γλώσσες. Την αιτία, με άλλα λόγια, φαίνεται να μας τη δίνει το Ευαγγέλιο: ο σπόρος πρέπει να πεθάνει για να δώσει καρπό. Η λατινική πέθανε γεννώντας τις λατινογενείς γλώσσες. Η ελληνική δεν πέθανε, δεν φάνηκε ποτέ ικανή να πεθάνει».

Η γλωσσική συνέχεια θέτει ένα θέμα πολιτισμικής συνέχειας, για το οποίο παραπέμπω στο βιβλίο του Σβορώνου Το ελληνικό έθνος.

Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Δημοσιεύθηκε στο ΒΗΜΑ την Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2009

Advertisements
This entry was posted in Νάσος Βαγενάς and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s