Πολιτικοί και λογοτεχνικοί καθωσπρεπισμοί

Του Κώστα Κουτσουρέλη

ΤΟΝ ΟΡΟ political correctness τον αποδίδουμε συνήθως στα ελληνικά ως πολιτική ορθότητα. Η μετάφραση μου φαίνεται μηχανική. Το correct είναι βέβαια έννοια πολυστρώματη, που αποτιμά ανάμεσα στ’ άλλα και την ακρίβεια των αντικειμενικών μετρήσεων, επαληθεύοντας ή διαψεύδοντας την ορθότητά τους. Εξίσου έκτυπο έχει ωστόσο και το θετό, συμβατικό της φορτίο. Correct dress, μας πληροφορεί το λεξικό, είναι η προσήκουσα, η ενδεδειγμένη αμφίεση, εκείνη δηλαδή που ανταποκρίνεται στο τυπικό της στιγμής· correctness είναι ακόμη η συνέπεια (he’s always correct in his appointments), μια ακόμη λέξη που παραπέμπει στον φορτισμένο λόγο της συμβατικής πειθαρχίας. Correctness μεταξύ κοινωνών είναι εν τέλει ό,τι παλαιότερα θα ονομάζαμε κόσμια, ευπρεπή διαγωγή. Αν λογαριάσουμε δε και τις ιστορικές καταβολές της πολιτικής «κοσμιότητας», εννοώ βέβαια τον βαθύ πουριτανισμό που την τρέφει, μόνος κατάλληλος για την αποδώσει επαρκώς μου φαίνεται ο δικός μας, από καιρό παροπλισμένος «καθωσπρεπισμός». Κι αυτό, μ’ όλο το κακόσημο του όρου, ή μάλλον εξαιτίας του. Με δεδομένο το ξενόφερτο του πράγματος, η απόπειρά μας να το εξελληνίσουμε γλωσσικά, θα ήταν καλό αν συμβάδιζε με μια έμμεση έστω κριτική.

Ότι ο πολιτικός καθωσπρεπισμός είναι πρώτα και πάνω απ’ όλα πουριτανισμός, φαίνεται καθαρά αν δοκιμάσουμε να τον συγκρίνουμε με το πιο γνωστό φανέρωμα του πουριτανισμού των τελευταίων δύο αιώνων, εννοώ τον σεξουαλικό καθωσπρεπισμό της αστικής εποχής. Για τον τελευταίο, όπως ξέρουμε, σκάνδαλο και ανάθεμα υπήρξε πάντα η σάρκα. Ανήμποροι να σβήσουν ολότελα την σαρκικότητα του έρωτα απ’ το ευπρεπισμένο τους λέγειν, οι αστοί θα προσπαθήσουν να την εξαφανίσουν τουλάχιστον από το πρόσωπο της επίσημης γλώσσας. Του λοιπού, ο αφροδίσιος έρωτας θα μείνει λεκτικό ταμπού απαράβατο στα φιλολογικά σαλόνια και τα κοινωνικά εντευκτήρια. Όμως, όπως μας θυμίζει η γνωστή στατιστική για την αναλογία πορνείων και κατοίκων στο βικτωριανό Λονδίνο, αυτός ο πρώτος θα πάρει την εκδίκησή του στους δρόμους.

Ό,τι για τον αστό υπήρξε ανέκαθεν η σάρκα, για τον πολιτικό καθωσπρεπιστή του μετανεωτερικού κόσμου είναι η βία. Σε άκρα αντίθεση με τον κοινωνικό ή εθνικό επαναστάτη, που έβλεπε πάντα στη βία την καλοδεχούμενη μαμή της ιστορίας, σε διάσταση ακόμη και με τους προμάχους του παραδοσιακού πολιτικού ρεαλισμού, που καθώς έβρισκαν σ’ αυτήν ένα εργαλείο συχνότατα πρόσφορο για τους δικούς τους σκοπούς, δεν ορρωδούσαν ποτέ να πουν ανοιχτά τ’ όνομά της, ο μεταμοντέρνος καθωσπρεπιστής πασχίζει φιλότιμα να την αποσιωπήσει όπου δει. Αν ο καθωσπρεπιστής μας είναι ιστορικός, και γράφει για να διδάξει παιδιά του δημοτικού λ.χ., πρώτο του μέλημα θα είναι παντί σθένει να πάψει το εγχειρίδιο να βρέχεται από αίμα. Εξανδραποδισμοί, δηώσεις, σφαγές, όλα όσα συνθέτουν την ιστορία εν τέλει, θα τα θέσει εκποδών. Τα ολοκαυτώματα θα στρογγυλευτούν, οι προαιώνιες αντιπαλότητες θα υποβαθμιστούν, οι αρχαίες ενοχές θα κατασιγαστούν ή θα τεθούν κατά μέρος εμπρός στο προσδόκιμο πάμφωτο μέλλον. Ο καθωσπρεπιστής ιστορικός δεν διστάζει να πει ότι βλέπει στο παρελθόν μία νόσο, και ότι δικός του σκοπός είναι πρώτα η επούλωση των παλαιών πληγών. Μόνο, που στους αντίποδες της κλασσικής θεραπευτικής, η οποία ζητά από τους ιατήρες να καταπολεμούν τις παθογόνες αιτίες, ο καθωσπρεπιστής μας νομίζει πως θ’ αρκέσει γι’ αυτό μια τελετουργική condemnatio memoriae, ένα άναρθρο ξόρκι.

Αν ο καθωσπρεπιστής μας είναι κριτικός, κι έχει να κάνει με λογοτεχνικά κείμενα καίρια, θα τα κοιτάξει πάντα υπό γωνίαν. Σκοπός του δεν είναι να εκθέσει όσα πράγματι διάβασε, αλλά να μας ανακοινώσει απλώς όσα πιστεύει ότι κιόλας γνωρίζει. Αν στα χέρια του πέσει ο Σολωμός, φερ’ ειπείν, και ο Ύμνος , εκείνες οι εκπληκτικές τριάντα ή σαράντα στροφές του ποιήματος που ιστορούν την άλωση της Τριπολιτσάς, ο καθωσπρέπει κριτικός θα διαγνώσει αμέσως την προσχεδιασμένη γενοκτονία, θα κατακεραυνώσει τις φονικές βουλές των πορθητών, θα υποδείξει κραδαίνοντας το δάχτυλο του ψηλά την κατάντια όσων τολμούν να ισχυρίζονται ότι πολεμούν περί πάτρης. Αν του θυμίσεις τι ρητή ηδονή, πόσο απύθμενο πάθος εκδίκησης κρύβουν οι περιγραφές των σφαγών στον Σαίξπηρ ή στον Όμηρο, οι σκηνές των κολασμένων στον Δάντη, ο κριτικός μας θα σηκώσει αμήχανα τους ώμους. Αν του θυμίσεις τον Λουκρήτιο και το De rerum naturae, την πανάρχαια αλήθεια δηλαδή ότι τίποτε δεν περιστρέφει ταχύτερα τον τροχό του μίσους απ΄ ό,τι ο φόβος και η καταπίεση που το γεννούν (nam cupide conculcatur nimis ante metutum – με λύσσα κανείς ποδοπατά ό,τι πρωτύτερα έτρεμε), ο καθωσπρεπιστής μας θ΄ αρνηθεί και την ανθρώπινη φύση.

Για όλους αυτούς, η βία είναι το έσχατο, το μεταφυσικό, το μη περαιτέρω αναγώγιμο κακό. Απ΄ όπου και αν προέρχεται, της πρέπει ένα μονάχα: καταδίκη απερίφραστη. Και δη αδιάκριτα. Βία ληστρική και βία επαναστατική, βία των ισχυρών και βία των αδυνάτων, βία ως αντίσταση και βία ως καταστολή, βία ως φίμωτρο και βία ως κραυγή – βία εν τέλει με πρόσημο και προσδιορισμό, στα μάτια τους δεν υφίσταται. Όλες της οι εκδηλώσεις μπαίνουν στο ίδιο σακκί. Κι επειδή βία μόνη της δεν νοείται, μαζί της παρασιωπώνται όλα όσα τυχόν θεωρηθούν εστίες που την υποθάλπουν. Όχι μόνο η Βία, αλλά και το σκαιό ετερώνυμό της, η εξίσου αισχύλεια θεότητα του Κράτους, που την συντηρεί, χάνεται από προσώπου γλώσσας. Κι ενώ η βία των μικρών λοιδορείται, τύραννοι, δεσπότες, δυνάστες εξαγνίζονται αναδρομικά, οι πράξεις τους σχετικεύονται ή δικαιολογούνται, τα ονόματά τους αναβαπτίζονται στην κολυμβήθρα του αναθεωρητικού Σιλωάμ ώστε να απαλλαγούν από το στίγμα που αιώνες «μεροληπτισμού» τους επέρριψαν.

Σε οψιμότερο στάδιο, οι μέγιστοι δράστες πάντα απαλλάσσονται. Στο εδώλιο τη θέση τους παίρνουν τα απρόσωπα κίνητρα. Όχι τα άμεσα οφέλη ή συμφέροντα, αυτά μένουν το συνηθέστερο αδίκαστα. Αλλά τα απώτερα, σκοτεινά ελατήρια που τάχα οπλίζουν το ανθρώπινο χέρι. Ιδεοληψίες πανίσχυρες και επίφοβες ψυχώσεις, απατηλά ιδεώδη και κινδυνώδεις ευφημισμοί – αυτοί είναι ένοχοι, οι άνθρωποι όχι. Ετούτοι οι τελευταίοι, σε όποια τους πάντα ιδιότητα, σφαγείς και σφαγέντες, θριαμβευτές και ηττημένοι, πολιορκητές και αμυνόμενοι, δεν είναι παρά ενεργούμενα κι υποκινούμενα πιόνια. Την ευθύνη φέρουν οι λέξεις, αυτές πρέπει να απομυθευθούν, να αποδομηθούν, να ελεγχθούν. Οι λέξεις έθνος, πατρίδα, ταυτότητα, λ.χ., γιατί εκτρέφουν μαζικά ξενοφοβίες, ξενηλασίες και σωβινισμούς. Οι λέξεις θρησκεία, πίστη και Θεός, επειδή συνωνυμούν με την μισαλλοδοξία και την ανορθόλογη ροπή προς το Επέκεινα. Οι λέξεις πατέρες ή ανδρισμός, γιατί συνεπάγονται αυτοματικά τον υποβιβασμό της γυναίκας σε θέση καταστατικής ανισότητας ή και ανυπόφορης υποταγής. Ακόμη και η ατομική αριστεία, η φιλοπρωτία, η αυτοθυσία, ο ηρωισμός, πρέπει κι αυτές να αποσκορακιστούν, μιας και αντιστρατεύονται το ρυθμιστικό ιδεώδες του άκρου εξισωτισμού, κι επιπλέον μας καθηλώνουν σ’ εποχές «βάρβαρων» αξιών και «περιφρόνησης της ζωής».

Ιστορία, κοινωνικές επιστήμες, λογοτεχνική κριτική. Για την σχηματική αυθεντία του πολιτικού καθωσπρεπισμού, έδαφος προσφορότερο από αυτό της άκρατης θεωριοκρατίας που ταλανίζει τις ανθρωπιστικές σπουδές τις τελευταίες δεκαετίες δεν θα μπορούσε ασφαλώς να βρεθεί. Πού αλλού παρά σε εδάφη ακραιφνώς θεωρητικά μπορεί να ευδοκιμήσει η σχηματικότητα; Πώς αλλιώς παρά ως θολή αυθεντία μπορούν να γίνουν δεκτές οι αφ’ υψηλού γενικεύσεις; Από κοντά η εικόνα φαντάζει χαώδης, στρυφνή, ανυπότακτη· το βλέμμα συχνά παραλύει. Όσο πιο μεγάλη η κλίμακα, τόσο ελαφρύτερη η ανάγκη να εξηγεί κανείς τα καθέκαστα.

Τι γίνεται όμως με την λογοτεχνία την ίδια; Πόσο καθωσπρεπιστής μπορεί να γίνει τελικά ένας ποιητής, ένας δραματουργός, ένας μυθιστοριογράφος; Εκ πρώτης όψεως, η απάντηση μοιάζει ίσως απλή. Η σχέση της ποίησης με τα πράγματα –κι εδώ λογοτεχνία και ποίηση αποκαλώ, όπως το θέλει ο Ταρκόφσκι, όχι το είδος το γραμματολογικό, αλλά τον ξέχωρο εκείνο τρόπο να αντικρίζει κανείς τον ίδιο τον κόσμο– η σχέση λοιπόν της ποίησης με τα πράγματα υπήρξε πάντοτε σχέση δυσκαθόριστη. Θυμικός και στοχαστικός την ίδια στιγμή, υμνητής και αρνητής, εγγύτατος και όμως μακρινός, ο ποιητής πάντα παλινδρομεί, καμμιά πραγματικότητα δεν είναι γι’ αυτόν εξαντλημένη ή μονοσήμαντη, στα μάτια του κανένα ερώτημα δεν έχει βρει ποτέ απάντηση τελεσίδικη. Απέναντί του ο καθωσπρεπιστής είναι ο λάτρης της μονόδρομης αιτιότητας, το άσπρο-μαύρο είναι ο τρόπος του να διαβάζει τον κόσμο, οι αχνές αφαιρέσεις το μόνο τοπίο όπου ο φακός του μπορεί να στραφεί. Ο ποιητής αντίθετα βλέπει, και βλέπει ολικά. Ακόμη κι όταν το πιστεύω ή οι κλίσεις του τον τραβούν προς την μία πλευρά, το ένστικτό του τον επαναφέρει γοργά προς την άλλη, ωσότου κερδίσει εκείνο το νοητό σημείο της ισορροπίας που συνιστά την εσώτερη ελευθερία του. Με τούτη την έννοια, λογοτεχνία καθωσπρεπική θα σήμαινε λογοτεχνία άκυρη, λογοκριμένη, τυφλή. Πώς θα ήταν λοιπόν δυνατή;

Το εκ πρώτης όψεως αδύνατο γίνεται οφθαλμοφανέστατα δυνατό, μόλις αναλογιστούμε ποια είναι η πραγματική θέση του συγγραφέα στο τώρα. Ταλαντευόμενος ανάμεσα στις δυνάμεις της αγοράς που επιβάλλουν εκείνες σ’ αυτόν τις ορέξεις τους, κι όχι αντίστροφα, και στα ποικίλα ιδεολογήματα του συρμού που αναβοσβήνουν με καταπληκτική ταχύτητα στις οθόνες της εργαλειακής σκέψης, ο συγγραφέας κινδυνεύει κι απ’ τις δυο μεριές. Αν παρασυρθεί προς την πρώτη κατεύθυνση, η πιθανότητα να μεταλλαχθεί σε απλό διασκεδαστή είναι μεγάλη· αν αφεθεί ν’ ακολουθήσει τη δεύτερη, το ενδεχόμενο να μείνει ες αεί ένας λογοτεχνίζων ηθικολόγος, κάτι σαν κοσμικός ιεροκήρυκας του συρμού, είναι εξ ίσου ορατό. Χωρίς να έχουν διόλου κατά νουν το αρχαίο τέρπειν άμα και διδάσκειν, κάποιοι υποκύπτουν ανέμελα και στα δύο. Τίποτε το παράδοξο – οι καθωσπρέπει και οι ευπώλητοι θύουν ομοίως στον κομφορμισμό.

Ιδίως σε ό,τι αφορά την τρέχουσα ελληνική πεζογραφία, φαίνεται ότι πολιτικός καθωσπρεπισμός και εμπορική απήχηση συμβαδίζουν περίπου αναγκαία. Τουλάχιστον η υποδοχή ενός έργου από την κριτική, εξαρτάται από την ικανότητα του συγγραφέα του να πείσει ότι υιοθετεί αδίστακτα όλα τα κραταιά στερεότυπα. Το φαινόμενο έχει σατυρίσει περίφημα σ’ ένα πρόσφατο διήγημά του ο Ρέννος Οιχαλιώτης (περ. ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τχ. 1773, Δεκέμβριος 2004). Ο ήρωας του διηγήματος, συγγραφέας ο ίδιος, αναλογίζεται την αποτυχία του να βρει εκδοτικό οίκο πρόθυμο να εκδώσει το μυθιστορήμα του. Στο τέλος, παρακινημένος και από έναν επαγγελματία του χώρου, πείθεται να προβεί σε μια σειρά «δραστικές παρεμβάσεις».

«Καταρχάς ο γεωγραφικός χώρος όπου διαδραματιζόταν η ιστορία του έπρεπε να αλλάξει… Διαβάζει ο άλλος, Καλύβια, Κουβαράς, Μαρκόπουλο, πιο κάτω, και βαριέται, τον στραγγαλίζει η πλήξη… Κατέληξε σε μια συνοικία της Θεσσαλονίκης. Η τετριμμένη επωδός της ‘πανέμορφης Θεσσαλονίκης’ τόσων Βορειοελλαδιτών καλλιτεχνών του θεάματος –που κατά τα άλλα, με την πρώτη σοβαρή ευκαιρία, την εγκατέλειπαν και εγκαθίσταντο μόνιμα στην Αθήνα– θα λειτουργούσε υπέρ του: νάρκωνε το μυαλό του αναγνώστη σε μία αυταπάτη παρελθοντικής ομορφιάς που, χωρίς κανένα δικό του κόπο, έδινε βάθος στους χαρακτήρες του. Εξάλλου του έφερνε και πολυπολιτισμικότητα· με ένα σμπάρο, δυο τρυγόνια.»


Στη συνέχεια, θα έρθει η σειρά των πρωταγωνιστών του βιβλίου να μεταδημοτεύσουν. Ο θείος του κύριου ήρωα, αντί της Αταλάντης Φθιώτιδος θα βρεθεί να έλκει την καταγωγή του από την Οδυσσό, συγκεντρώνοντας «στο πρόσωπό του την αίγλη του ακμάζοντος ελληνισμού της διασποράς». Ένα άλλο από τα πρόσωπα αποκτά εκ των υστέρων ρίζες στη Σμύρνη, στον «μύθο της ιστορίας και την τραγωδία της προσφυγιάς». Ένας ασήμαντος νεαρός θαμώνας της δημοτικής καφετέριας θα μετατραπεί σε

«ένα Αλβανόπουλο, δουλευτή, με απονήρευτο βλέμμα στο πρόωρα γερασμένο από τις δοκιμασίες πρόσωπο. Μάτωναν, τώρα, τα χέρια του μετανάστη από τη Σκόδρα στις βαριές αγροτικές εργασίες… και εισέπραττε επιπλέον την υποτίμηση μιας ελληνικής οικογένειας μικρομεσαίων αυθαίρετων οικιστών με σωβινιστικές προκαταλήψεις. Όταν ολοκλήρωσε τη σχετική ενότητα, ο συγγραφέας έβαλε ικανοποιημένος ένα ‘νι’ δίπλα στην ένδειξη ‘ξενοφοβία-ρατσισμός’ στον κατάλογο των προσαρμογών που είχε σκεφτεί να επιφέρει στο μυθιστόρημα.»


Κ.ο.κ., κ.ο.κ., στο ίδιο πάντα πνεύμα. Όπως εύκολα μπορεί να εικάσει κανείς, μετά από τόσες καίριες αλλαγές το μυθιστόρημα του ήρωα μας θα γίνει επιτέλους δεκτό. Τη δημοσίευσή του μάλιστα θα συνοδεύσουν οι καλύτεροι οιωνοί:

«οι πωλήσεις το επιβεβαίωσαν· διότι, όπως παρατηρούσε μια κριτική στήλη, ‘μέσα από τη φωτεινή δέσμη της περιπέτειας του Κλεάνθη που τον οδηγεί στην αυτογνωσία, περνούν αθόρυβα και δεξιοτεχνικά –δοσμένες με μια τραγανή και πάλλουσα γλώσσα–, τόσο οι μνήμες του μείζονος ελληνισμού, όσο και οι κοινωνικοπολιτισμικές αρρυθμίες της σύγχρονης Ελλάδας, της προσαρμογής των ξένων μεταναστών και της σφυρηλάτησης μιας νέας ταυτότητας'».

Με τη σειρά της η παρωδία του Οιχαλιώτη θα πρέπει ασφαλώς να διαβαστεί ως διεισδυτική διάγνωση των καθωσπρεπικών αγκυλώσεων και αρρυθμιών που ταλαιπωρούν μεγάλο τμήμα της ελληνικής λογοτεχνίας. Αλλά και ως πειστική απαρίθμηση των λόγων που εξηγούν γιατί αυτή η τελευταία, αν δεν ανακτήσει γρήγορα τη χαμένη αυτογνωσία της, είναι καταδικασμένη να μείνει και μελλοντικά ό,τι είναι ήδη τώρα. Πάει να πει: αμελητέα ποσότης.

Πρώτη δημοσίευση: περ. ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ, τχ. 65, Ιούνιος 2007.

Εδώ έχει ληφθεί από την ιστοσελίδα του συγγραφέα http://www.koutsourelis.gr.

Advertisements
This entry was posted in Κώστας Κουτσουρέλης and tagged , , , , , , . Bookmark the permalink.

2 Responses to Πολιτικοί και λογοτεχνικοί καθωσπρεπισμοί

  1. Ο/Η χαρη λέει:

    χαίρετε

    πολύ καλά κάνατε και φέρατε το κείμενο στα βλογ (προσωπικά το είχα διαβάσει στο χαρτί, αλλά δεν σημαίνει τίποτα… Έτσι θα το διαβάσουν περισσότεροι…) Φαντάζομαι ότι κι εσείς και ο συγγραφέας τού κειμένου ξέρετε καλά ότι οι συνέπειες τού πουριτανισμού, τού καθωσπρεπισμού και τής ενγένει βλακείας είναι (ανηλεώς) διαρκείς και παρούσες για όσους εξακολουθούν να γράφουν ελληνικά (αλλά δεν θα μας κάνουν βέβαια ν’ αλλάξουμε και γλώσσα…)

    κάποια στοιχεία αυτού τού προβληματισμού (ίσως σας ενδιαφέρει να) δείτε κι εδώ

    • Ο/Η alafroiskiotos λέει:

      Χαίρομαι που θεωρείτε ότι καλώς αναρτήθηκε σε μπλόγκ το κείμενο του Κώστα Κουτσουρέλη.

      Νομίζω ότι τα δοκίμια και τα άρθρα του διαθέτουν εξαιρετικώς ενδιαφέροντα προσανατολισμό και πυκνή, ευθύβολη γραφή.

      Το πραγματικά γόνιμο, στα μάτια τα δικά μου τουλάχιστον, σε κείμενα σαν κι αυτό είναι ότι ξεσκεπάζει με τρόπο ξεκάθαρο ορισμένους από τους σύγχρονους καθωσπρεπισμούς της ελλαδικής κοινωνίας που περνιούνται από μεγάλες μερίδες αναγνωστών και συμπολιτών μας ως «κριτική στάση» ή ό,τι άλλο φαντασιώνεται καθείς για να προσδώσει στον εαυτό του μιαν αξία ώστε να φανεί υπέρτερος του «μέσου όρου». Το γουστόζικο είναι ότι όλοι αυτοί είναι τόσοι πολλοί που τελικά διαμορφώνουν αυτόν τον μέσο όρο.

      Παρεμπιπτόντως εκτιμώ ότι το άρθρο αυτό του Κουτσουρέλη μπορεί να διαβαστεί σε ορισμένη συνάφεια προς έτερο του ιδίου με τίτλο «Απαρχαιωμένοι νεωτερισμοί» και το οποίο φιλοξενείται και εδώ αλλά και, φυσικά, στην ιστοσελίδα του συγγραφέα (Πρώτη του δημοσίευση ήταν στην εφημερίδα Αυγή).

      Ο πουριτανισμός ειδικότερα, για να είμαι ειλικρινής, δεν με προκαλεί γιατί απλούστατα δεν υπάρχει ή , αν προτιμάτε, είναι δυσεύρετος. Τον παρατηρεί κανείς σε περιθωριακές, δίχως κοινωνική δυναμική, κοινωνικές ομάδες (ολίγον, έως πολύ, «γραφικές»). Έχω την εντύπωση ότι ο κ. Κουτσουρέλης τον χρησιμοποιεί για να κάνει τους αιχμηρούς παραλληλισμούς του και να θέσει τα πνεύματα σε εγρήγορση. Άλλωστε ποιος θα αυτοκατανοούνταν ως «πουριτανός» στις μέρες μας; Μάλλον κανείς. Το αντίθετο, ως όρος προσλαμβάνεται σαν ύβρις.

      Στο κείμενο που παραπέμπετε είναι ιδιαίτερα γλαφυρές, και νόστιμες, οι περιγραφές σας για τα εκδοτικά και δημοσιογραφικά/»κριτικά» ήθη.

      Σας ευχαριστώ που μπήκατε στον κόπο να σχολιάσετε το κείμενο αυτό.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s