H «ρεβάνς των ηττημένων»

Του Νίκου Μαραντζίδη

Τι άραγε θυμόμαστε από τη δεκαετία του ’40; Ποια γεγονότα απωθούνται και γίνονται ταμπού και ποια διατηρούνται διαρκώς στο προσκήνιο; Ποιες από τις ιστορίες που ακούμε σήμερα για την περίοδο υπάγονται στη σφαίρα της φαντασίας; Τα παραπάνω ερωτήματα με απασχόλησαν για πρώτη φορά μερικά χρόνια νωρίτερα όταν σε κάποια από τις πανεπιστημιακές μου παραδόσεις ρώτησα τους φοιτητές μου ποια ονόματα εκ των πρωταγωνιστών της περιόδου γνώριζαν. Με έκπληξη διαπίστωσα πως αναγνώριζαν το όνομα του Αρη Βελουχιώτη αλλά όχι αυτό του Ζέρβα και του Ψαρού. Ηξεραν κάτι για τον Βαφειάδη και τον Μπελογιάννη αλλά δεν είχαν ακούσει τίποτε για τον Παπάγο και τον Τσακαλώτο. Τι ειρωνεία αλήθεια για την αστική παράταξη της δεκαετίας του ’50 η νίκη της να καταλήξει εκεί!

Πράγματι, όταν η εθνική ταυτότητα συναντά την πολιτική συγκυρία καταγράφονται οι πιο εντυπωσιακοί μηχανισμοί επιβολής επιλεκτικής συλλογικής μνήμης και αμνησίας, καθώς η σύνδεση του πολιτικού ανταγωνισμού με την εθνική ρητορική συμβάλλει καταλυτικά στην παραγωγή μύθων που έχουν στόχο την εξιδανίκευση της μιας παράταξης και την απονομιμοποίηση των αντιπάλων της. Ετσι όλο το πολιτικό σύστημα, δεξιά και αριστερά, παρουσιάζει φαινόμενα αυτολογοκριμένης μνήμης. Στη μετεμφυλιακή Ελλάδα η ανάμνηση του Γράμμου – Βίτσι συμβόλισε τη νίκη ενάντια σε μια ιδεολογία και, κυρίως, ενάντια στους υποτιθέμενους προδότες του έθνους. Τα Δεκεμβριανά υπενθύμιζαν στους φοβισμένους αστούς τι μέλλον τους επεφύλασσε ο κομμουνισμός. Φυσικά η μεταπολεμική εθνικόφρων παράταξη φρόντισε να ξεχάσει τα τάγματα ασφαλείας, τις κατοχικές εσωτερικές της έριδες και κυρίως την ανικανότητά της να ηγηθεί του αντιστασιακού κινήματος, όπως έκανε ο Ντε Γκωλ στη Γαλλία.

H απάντηση στην εθνικοφροσύνη ήρθε μερικές δεκαετίες αργότερα. H έλευση του ΠαΣοΚ στην εξουσία επέβαλε την κυριαρχία ενός άλλου τύπου μνήμης, μέσα στον οποίο η Αντίσταση και ο Εμφύλιος αποτέλεσαν βασικό σημείο αναφοράς. H μετατόπιση του πολιτικού άξονα επέφερε διαφοροποιήσεις στην επίσημη εθνική μνήμη. H Αριστερά γίνεται τώρα η παράταξη της Αντίστασης, η Δεξιά της συνεργασίας με τον κατακτητή ή έστω της μη συμμετοχής στον αντιστασιακό αγώνα. Ηρωοποιήθηκαν οι εαμικοί καπετάνιοι, λησμονήθηκαν η ΠΕΑΝ, οι ριμινίτες, οι σαμποτέρ. Δαιμονοποιήθηκαν τα τάγματα ασφαλείας αλλά ξεχάστηκαν οι χιλιάδες σλαβόφωνοι που συνεργάστηκαν με τις δυνάμεις του άξονα καθώς αναβαπτίστηκαν αργότερα στην κολυμπήθρα του Δημοκρατικού Στρατού. Δαιμονοποιείται ο Ράλλης αλλά ξεχνιέται ο ρόλος του βενιζελικού Γονατά στη δημιουργία των ταγμάτων ασφαλείας και του Κεντρώου Γεωργίου Παπανδρέου στη νίκη εναντίον του KKE στα Δεκεμβριανά. Ο εμφύλιος πόλεμος προσλαμβάνεται πλέον ως αποτέλεσμα της εμπλοκής των αγγλοαμερικανών αλλά παραβλέπεται πως οι Σοβιετικοί υποστήριξαν υλικά και πολιτικά το KKE στον αγώνα του και οι βόρειοι γείτονες ενίσχυσαν ενεργά αποσχιστικές πολιτικές. Το εθνο-λαϊκιστικό σχήμα που θέλει τη Δύση υπαίτιο όλων των δεινών του έθνους επανέρχεται έτσι στην επιφάνεια και δημιουργείται μια φαντασιακή γενεαλογία του κακού που έχει ως εκκίνηση τις σταυροφορίες και φτάνει στον εικοστό πρώτο αιώνα. Για την Αριστερά όλα ερμηνεύονται από την εμπλοκή του ξένου, δυτικού, παράγοντα.

Ειπώθηκε έξυπνα πως η εικόνα που έχουμε σήμερα για την περίοδο που συζητάμε συνιστά ένα είδος «ρεβάνς των ηττημένων». Στην πραγματικότητα είναι κάτι περισσότερο, καθώς καταλυτικό ρόλο στη διαμόρφωση της ιστορικής συνείδησης της Μεταπολίτευσης έπαιξε μια γενιά (άλλων) νικητών: η γενιά του Πολυτεχνείου. Αυτή η υπερ-πολιτικοποιημένη και υπερ-ιδεολογικοποιημένη γενιά, που επωφελήθηκε από το μορφωτικό της επίπεδο, την οικονομική ανάπτυξη, την ένταξη στην ΕΟΚ, τη σταθεροποίηση των δημοκρατικών θεσμών, αξιοποιώντας προς όφελός της τον ρόλο της στην πολιτική ζωή, αποτέλεσε τον κινητήριο μοχλό για την επιβολή της ιστορικής εικόνας του εμφυλίου και της Αντίστασης.

Τα ταμπού και οι μύθοι της μεταπολίτευσης δεν άφησαν ανέγγιχτη την ιστοριογραφία. Ενώ από τη μια η ιστορική έρευνα διεύρυνε τους ορίζοντες της γνώσης μας για αρκετές όψεις της περιόδου, από την άλλη μια σειρά από θέματα που δεν χωρούσαν στα μάλλον στενά όρια είτε της αριστερής πολιτικής ορθότητας είτε της εθνικιστικής ατζέντας εξετάστηκαν περιθωριακά ή δεν εξετάστηκαν καθόλου: ο χαρακτήρας της αριστερής βίας, το εύρος της συνεργασίας με τους κατακτητές, τα κίνητρα της ένταξης στις αντιστασιακές οργανώσεις, η βίαιη στρατολόγηση των αγροτικών πληθυσμών από τον Δημοκρατικό Στρατό, οι σταλινικές όψεις της λαϊκής εξουσίας του EAM και του ΔΣΕ αποτελούν μερικά από αυτά. Όταν δε υπεισέρχονται θέματα μέτρησης, τότε κάποιοι ιστορικοί φαίνεται να διαιωνίζουν τις κακές επιδόσεις των ελλήνων μαθητών στα μαθηματικά. Πόσοι ακριβώς ήταν μέλη των αντιστασιακών οργανώσεων; Πόσοι ήταν οι συνεργάτες των Γερμανών και από πότε; Τι ποσοστό του πληθυσμού δεν στρατεύθηκε πουθενά προσπαθώντας αποκλειστικά να επιβιώσει; Πόσοι σκοτώθηκαν από την εμφύλια σύγκρουση; Πόσοι από αυτούς ήταν άμαχοι;

Ο κατάλογος μοιάζει να μην έχει τέλος. Έχει όμως μια αρχή: την ανάγκη που σήμερα έχουμε να μάθουμε και να σκεφτούμε πάνω στην κρίσιμη αυτή περίοδο με νηφαλιότητα και ψυχραιμία. Όχι πλέον επειδή έχουμε ανάγκη να υπερασπιστούμε την πολιτική στράτευση της νιότης μας ή την πολιτική καριέρα μας, ούτε επειδή οι παππούδες μας απαιτούν δικαίωση και το έθνος ήρωες.

Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι επίκουρος καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Το Βήμα την 09 Ιουλίου 2006.

counter for wordpress

Advertisements
This entry was posted in Νίκος Μαραντζίδης and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s