«Γειά σου, Ασημάκη», αποσπάσματα.

[Είναι απόσπασμα από το βιβλίο του Κωστή Παπαγιώργη, Γειά σου Ασημάκη, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1993. Σε αγκύλες αναφέρονται οι σελίδες απ’ όπου λήφθηκαν τα αποσπάσματα. Αναρτάται επειδή περιγράφει, με τον τρόπο του Παπαγιώργη, πτυχές των πνευματικών αναζητήσεων του Χρήστου Βακαλόπουλου, όπως αυτές εκφράστηκαν με το έργο του Η Γραμμή του Ορίζοντος].

[143] Η δημιουργικότητα στον Χρήστο δεν παρουσίαζε τίποτα το παλιρροϊκό. Φύση στυφή, δαμασμένη από πολύ νωρίς, υπάκουη σε έναν άκρατο διανοητισμό, δεν θα μπορούσε να θυμίζει ελέφαντα, που γεμίζει την προβοσκίδα του και μετά ξεσπάει σε εκατοντάδες σελίδες, ή υπομονετικό κατασκευαστή, που επί χρόνια ξεμπερδεύει υπομονετικά το κουβάρι μιας αφήγησης (για να αναφέρω δύο από τους πιο άξιους συναδέλφους του της Καλλιδρομίου, τον Αρανίτση και τον Τατσόπουλο). Πιθανότατα του έλειπε το καθαρόαιμο λογοτεχνικό μεράκι. Δεν ήταν γραφομανής ούτε ερωτευμένος με το γράψιμο. Τα γραφτά του  εμφανίζονται σαν αποτέλεσμα ενός μόνιμου νοητικού βασάνου, που μπολιαζόταν τελικά στην λογοτεχνία, για να βρεί πρόσωπο και ανακούφιση. Ανάλογες φύσεις, επειδή δεν μπορούν να καλλιεργήσουν με πληρότητα ένα είδος, στα ώριμα, ανακαλύπτουν μιά παραλλαγή για καθαρά προσωπική χρήση. Έτσι γράφτηκε η Γραμμή του ορίζοντος.

[150] Αφ’ ής στιγμής ο Χρήστος άρχισε να θέτει στο εαυτό του τα βαθύτερα πνευματικά ερωτήματα, η θρησκεία τον σταμάτησε ως φυλετική βαθύτητα και ως μια μορφή αυθεντική ζωής που του ήταν αδύνατο να συναντήσει άλλου. Του συνέβη, δηλαδή, το αντίθετο απ’ αυτό που παρατηρείται συνήθως. Ενώ κατά κανόνα οι πιστοί αποδεικνύονται ανεπαρκείς για να υποστηρίξουν την αλήθεια που πιστεύουν, στην περίπτωση του Χρήστου οι τρόποι των προχωρημένων πιστών του έκαναν μεγαλύτερη εντύπωση από τη θεολογική αλήθεια αυτή καθαυτή. Δεν του διέφευγε ότι η ελληνική γλώσσα διασώθηκε μέσα στην ιστορική κιβωτό της θρησκείας, όπως, από την άλλη, διέθετε το αναγκαίο μυαλό για να δεί ότι ένας μοναχός ζεί πολύ βαθύτερα από κάθε «τεχνοκράτη», «επι- [151] στήμονα», «σοφό των εφημερίδων». Η ορθοδοξία του, αν υπήρχε, ήταν εκτίμηση ανθρώπινων μεγεθών, όχι αποφασισμένη πίστη.

Απόδειξη, οι προσανατολισμοί του βιβλίου του.[…]

[156] Γράφοντας ότι «κανείς δεν αρέσει πιά σε κανέναν», είχε την επίγνωση ότι αυτή η πατρίδα, η άσκημη φάρσα που λέγεται νεοελληνική ζωή, δεν μπορεί να έπεσε από την καλαθούνα του Σατανά. Θα υπάρχει μια αρχή που την συνέχει ή μπορεί να την προστατέψει από τον εαυτό της.

Μιλώντας για «αόρατους Έλληνες» και για «αόρατα νησιά», επεδείκνυε ένα ρεαλισμό που δεν έκρυβε τη λαχτάρα μιας άλλης πραγματικότητας. Είναι δυνατό το σπαταλημένο αίμα των νεοελλήνων να μην ταμιεύεται; Είναι δυνατό να μην υπάρχει μια κιβωτός της φυλής; Άραγε η μεγάλη χορεία των επιφανών και αφανών, που έφθειραν την καρδιά τους γι’ αυτά τα χώματα – ο Παπαδιαμάντης είναι ένας από αυτούς, όπως και ο μοναχός Χριστόδουλος, που έχτισε το μοναστήρι εκεί που ήταν ο ναός της Αρτέμιδος – δεν απαρτίζουν μια ορατή και αόρατη αδελφότητα που γνέφει στα μύχια του κάθε υποψιασμένου; Όσο κι αν ο λαιμός της καμηλοπάρδαλης δεν αλλάζει, όσο κι αν οι Έλληνες παραμένουν «ξέφτια της ουτοπίας», ο Χρήστος είχε το σθένος να ξεπεράσει την ατομικότητά του και να συνθέσει ένα βιβλίο που – εξομολόγηση, συναξάρι, παρωδία – μιλάει για την κοινή μοίρα.

«Σκατά με χιόνι», θα απαντήσουν οι επαγγελματίες δύσπιστοι. Από κοντά, οι επιτήδειοι που εμπορεύονται το αόρατο, σε μια πα- [157] ρόμοια συγγραφή που προφητεύει, κλαίει ή συναξαρίζει περιπαικτικά το έθνος, θα αναγνωρίσουν μια ισχνή πνευματική προσπάθεια, ανήμπορη να αναμετρηθεί με το πρόβλημα που συνέλαβε. Εν τούτοις, αυτό είναι το καλό του Βακαλόπουλου. Με καθαρά προσωπικό τρόπο, μιλώντας πάντα για τα αγαπημένα του θέματα – Κυψέλη, Πάτμο, γυναίκες – κατόρθωσε να δεξιωθεί μέσα στο λιγοσέλιδο γραφτό του κάτι που θυμίζει αντηλιά της αιωνιότητας.

«Με τα χείλη που’ χω σε φιλάω», λένε στην Νάξο, για να θυμίσουν ότι ο καθένας δίνει ό,τι έχει. Μολονότι έγραψε την Γραμμή του ορίζοντος με οδηγό τον Ιωάννη της Κλίμακας, ο Χρήστος δεν μίλησε για «απαγωγή εις Κύριον», δεν φιλοδόξησε να διακρίνει πάνω στο γυαλί του κόσμου το χνότο του Θεού. Είρωνας ως τα τελευταία του, κυνικός, ρεαλιστής, ασπάστηκε πνευματικά – με τα χείλη πού’ χε – την μόνη πραγματικότητά του: τον τόπο που έζησε.

Advertisements
This entry was posted in Κωστής Παπαγιώργης and tagged , , , , , , . Bookmark the permalink.

One Response to «Γειά σου, Ασημάκη», αποσπάσματα.

  1. Παράθεμα: Κωστής Παπαγιώργης – Γεια σου, Ασημάκη - Ερανιστής

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s