Οι Αυτοϊδέες του Αριστείδη Κουτζοθεόδωρου

Το παρακάτω κείμενο με τον τίτλο οι Αυτοϊδέες του Αριστείδη Κουτζοθεόδωρου αποτελεί ενότητα από το βιβλίο του Αντώνη Ζέρβα, Τα Άκτα, εκδ. Ίνδικτος, Αθήναι 1996. Στον πρόλογο του βιβλίου, προς τον αναγνώστη, διαβάζουμε ότι η λέξη άκτα σημαίνει «τα πεπραγμένα, τα γεγονότα, τις πράξεις, κοντολογίς τα πράγματα». Αφού ο συγγραφέας κάνει μία σύντομη αναφορά στην σημασία της λέξης κατά τα βυζαντινά χρόνια μας λέγει: «Εγκυκλοπαιδικά στην υφή τους, με πολύπλοκες  διαστολές και συστολές της προοπτικής του χρόνου, τά Άκτα της Ομιλίας μας γενεαλογούν, μές από ιστορικά  και πλασματικά ονόματα των προσώπων μιας σύγχρονες παρέες, καταγωγικές ιδέες, καταστατικές πράξεις και μόνιμες διαθέσεις της νεώτερης ψυχής». Η διήγηση του Ζέρβα είναι ένα είδος μικτής διήγησης, όπως σημειώνεται στο ίδιο πρόλογο.

Η ποιητική του Αντώνη Ζέρβα, πέρα από το εκλεπτυσμένο της τέχνης και της σκέψης του, σχετικεύει την προσπάθεια του παρόντος να μεταμορφώσει τα πάντα, και ιδίως το παρελθόν, σύμφωνα με την δική του κυρίαρχη, αυτάρεσκη βούληση. Στο σύνολο έργο του το ανοίκειο παρωχημένο δεν εξορίζεται στη σφαίρα του γραφικού αλλά συνομιλεί με το παρόν.

Το πρωτότυπο κείμενο είναι φυσικά σε πολυτονικό. Ας μου συγχωρεθεί ότι εδώ αναρτάται σε μονοτονικό. Οι αριθμοί στις αγκύλες αντιστοιχούν στις σελίδες του πρωτοτύπου.

[34] Είχανε μεγάλο, δίπατο σπίτι. Είχανε μεγάλη, δίφυλλη θύρα με στρογγυλά μπρούντζινα ρόπτρα και πάνω από το δεξιό ρόπτρο χαραγμένο σε χρυσοπέταλο το όνομα του οικήτορα. Ο προθάλαμος σκοτεινόφωτος και στο βάθος είχαν τη σκάλα που ανέβαζε μέσα. Είχανε πολλούς ανθρώπους μέσα στο σπίτι, πολλές κάμαρες μπρός και πίσω, ένα μεγάλο τραπέζι στη μέση.

Είχανε πολλά όπλα και πολλές ζωγραφιές ανδρών με φουστανέλλες στον τοίχο. Οι φουστανέλλες κατάλευκες με τις πολλές πτυχώσεις από τις πενήντα μάννες και τα φυσεκλίκια σταυροπλεγμένα με τα γκοστέκια πάνω στο στήθος. Είχανε πολλές φωτογραφίες καβαλλάρηδων, φωτογραφίες αντρών που ορχούνται στον κύκλο και μαυροφορεμένων γυναικών που κοίταζαν ικετευτικές λές και φοβόντουσαν. Είχανε πολλά παλαιά βιβλία γραμμένα από ανθρώπους με ράσα.

Ήταν οικογένεια βασιλική, με κληρονομικά δικαιώματα, με γή, με γλέντια και δικό τους τάφο. Είχανε πολλούς συγγενείς, πολλούς φίλους, πολλούς κουμπάρους. Προσκυνούσαν και σέβονταν τους ιερωμένους, θαύ- [35] μαζαν τους αξιωματικούς, φέρονταν με ευγένεια προς τους επιστήμονες και τους πολιτικούς και αγαπούσαν τους μπιστικούς, τους σταυλίτες και τα πρωτοπαλλήκαρα. Δεν ρωτούσαν· διηγούνταν, τραγουδούσαν και έψελναν. Και όταν οργίζονταν, άνοιγαν τα παράθυρα για ν’ ακούνε όλοι τις φωνές, τις βλαστήμιες, τις κατάρες, την αρχή του ονόματος.

Μετρούσαν τις οικογένειες, όχι κατά τον πλούτο. Τις οικογένειες τις μετρούσαν ανάλογα με πόσα τουφέκια διέθετε κάθε μία. Ήτανε φίλαρχοι, επειδή τιμούσαν τον οίκο. Ήτανε σκληρόπετσοι, επειδή είχαν γή. Βγήκαν από τη γή κι επέστρεψαν στη γή με τις μορφές τους κρεμασμένες στον τοίχο. Εκείνο το χρόνο πέθανε το συνοικέσιο.

Από μικρός είχε συμπάθεια με τις στολές. Οι γυαλισμένες μπόττες, τ’ αστραφτερά πτερνιστήρια, η κυλόττα, ο σφικτός επενδύτης με τα χρυσά κουμπιά και τις επωμίδες, το σκληρό πηλίκιο και το ξίφος.

Από μικρός δεν είχε γοητευθεί από την ανοικτή θάλασσα, τη ζωή του εξερευνητή, του ταξιδευτή, του τυχοδιώκτη. Η καρδιά του δεν είχε πυρώσει απ’ το δρόμο εκείνου οπού παίρνει τη ζωή του στα χέρια και φεύγει. Το σπίτι τους έβλεπε στη θάλασσα του Αγίου Γεωργίου, στο σημείο που είχε αγκυροβολήσει το Μαρίαιμπαντ· μπροστά στη θάλασσα είχανε τους σταύλους.

Το παράστημα, η ομιλία, οι κινήσεις ήταν συγχουρδισμένες με την ευαρχία του οργανωμένου βίου, τις εδραιωμένες συνήθειες, τους λόγους της ανδραγαθίας και της φρουράς του ιεραρχημένου κόσμου, που δεν τον είχε ιεραρχήσει ο ίδιος.

Πίστευε στον πάππο του και πίστευε πώς είναι ο πάππος του. Καθώς ο πάππος του ήταν αντικουάριος, δηλαδή καλλιγράφος, και τα βράδια [36] αντέγραφε τις ιστορίες των ηρώων, άρχισε σιγά σιγά να κατεβαίνει μαζί του τη σκάλα της αφοσίωσης στα γράμματα και τη λογοτεχνία. Δεν του έμελλε να γίνει αξιωματικός.

Και όπως ο προπάππος του είχε στείλει τον πάππο του στην Ελβετία για να σπουδάσει τυροκομική και εκείνος γύρισε δικηγόρος, έτσι και ο πατέρας του τον έστειλε στην Γαλλία να σπουδάσει νομικά μαθήματα και αυτός γύρισε άνθρωπος των γραμμάτων.

Ο πάππος του γέλασε και συνέχισε ν’ αντιγράφει. Ο Αριστείδης θύμωσε κι έβαλε με το νού του.

«Τούτο το χρόνο ένοιωσα μεγάλη πίκρα που ο στρατός μας υιοθέτησε την πρακτική, την εκσυγχρονισμένη ενδυμασία του αμερικανικού στρατού. Ξέρω και είναι αλήθεια πως ο νικηφόρος στρατός επιβάλλει τη στολή του. Η κατάργηση όμως της δερμάτινης εξάρτυσης αμβλύνει την ιδέα του αξιωματικού. Καθώς η νέα ενδυμασία μοιάζει περισσότερο με την άνετη πολιτική περιβολή μας, ο αξιωματικός έρχεται να συγγενέψει με τον υπάλληλο του δημοσίου· όλη η έμφαση θα δίδεται πλέον στην πολεμική του τεχνογνωσία και την στρατιωτική εντρέχεια.

Ο αξιωματικός ήταν ανέκαθεν επιστήμων, τώρα τον θέλουν μονάχα επιστήμονα. Ώστε θα παύσει ο αξιωματικός να είναι ολόκληρος μύστης του χώματος και φιλοπόλεμος καθό φιλόσοφος. Χηρεύει η ιδέα του ανθρώπου της ανδραγαθίας. Του ηρωϊκού πνεύματος που αποδέχεται την ατομικότητα ως θυσία στην ομάδα. Πίσω από την κατάργηση της ένστολης θυσίας, έρχεται ο ιερέας και ο δάσκαλος. Τι θα γίνει το έθνος δίχως τον τύπο του δασκάλου, δίχως τον τύπο του ιερέα και δίχως τον τύπο του αξιωματικού;»

Ο πάππος του έστρεψε το κεφάλι προς τα κεί που ανέβαζε η σκάλα: [37] — Πάντως δεν είναι σαν εκείνους που επειδή φοβούνται μήπως δεν θέσουν επάξια το ερώτημα, δεν το θέτουνε διόλου. Το ερώτημα τίθεται πράγματι μόνο στον πόλεμο. Ο πόλεμος φανερώνεται στα κορμιά που γυμνώνονται και αλείφονται με το λάδι. Τα λαδωμένα κορμιά λάμπουν στον ήλιο. Η μάχη είναι η αλήθεια του φωτός του. Αντιγράφω: Ντύσου και αναπαύου τη νύχτα. Γυμνώσου και μάχου την ημέρα.

Ο Αριστείδης Κουτζοθεόδωρος συνέχισε: «Η έχθρα των τύπων που ζούμε στην εποχή μας είναι το κακοϊστορημένο μάθημα των μικρών ανθρώπων που φοβούνται το παρελθόν τους γιατί ο καθένας τους θέλει να καταρτίσει το μέλλον για δικό του λογαριασμό. Τέτοιος είναι ο δικός μας τόπος και τέτοιοι οι δικοί μας κυβερνήτες. Ξέχασαν τον λαό και διαχειρίζονται πληθυσμούς. Όποιος πολεμάει τους τύπους, τις τελετές και την ιεραρχία της μύησης, πολεμάει τον τόπο του.

Ο αξιωματικός, ο ιερέας και ο δάσκαλος είναι άνθρωποι της τελετής. Το σπίτι είναι η τάξη της μνήμης. Όποιος πολεμάει την τελετή ξεπατώνει.

Ίσως αυτά να μην είναι όλη η αλήθεια. Οπωσδήποτε όμως είναι η ηρωική αλήθεια».

—    Εσύ γιατί δεν έγινες αξιωματικός, τον ερώτησε ο παππούς του.

—    «Γιατί κάποιος σ’ αυτό το σπίτι πρέπει να γίνει δάσκαλος», απάντησε ο Αριστείδης Κουτζοθεόδωρος. « Γιατί κάποιος σε αυτό το σπίτι πρέπει την ανάμνηση να την κάνει ιδέα».

Ο παππούς του ο αντικουάριος χαμογέλασε και σαν καλλιγράφος συνέχισε ν’ αντιγράφει: σουπέρβος, εξελληνισμένος τύπος του λατ. superbus = αλαζών. Κύριος τύπος της κωμωδίας. Τέλος της κωμωδίας η αποκατάσταση και η επανένταξη. [38] «Η  εμφάνιση στα γράμματα ανθρώπων από χαμηλά στρώματα δίχως οικογενειακή παράδοση, αλλά ατομική πειθαρχία, ολοζώντανη μνησικακία και ακατανίκητο πόθο αυτοεκφράσεως έκαμε ώστε να λάβουν μεγαλύτερη αξία οι λογογράφοι γόνοι των παλιών οίκων που γνώριζαν τρόπους, γνώριζαν γράμματα, γνώριζαν ξένες γλώσσες και ζούσαν με την έκφραση της Ελλάδος.

Η άνεση των ανθρώπων αυτών, τόσο στον τόπο, όσο και μέσα στη σελίδα τους, υπήρξε πόλος εξωτερικής απώθησης για τους γραμματισμένους νεήλυδες και ταυτοχρόνως ο ακατανίκητος πόλος της εσωτερικής τους έλξεως. Αντιδρούσαν λαχανιασμένοι με λαχανιασμένα βιβλία και λαχανιασμένες σκέψεις. Και όταν δεν ήταν λαχανιασμένοι, φαίνονταν τόσο δίπλα στο πράγμα που μας καίει. Αντιδρούσαν γιατί δεν είχαν το δώρο να θαυμάζουν. Και αντιδρώντας, γίνανε αυτό που δεν μπορούσαν να θαυμάσουν. Η μοίρα τους, να είναι μέτριοι στη χορεία των μεγάλων όπως εκείνοι που ζήλευαν ήτανε πρώτοι στη χορεία των μετρίων».

— Ναι! Le moderne se contente de peu, μονολόγησε ο παππούς του, καλλιγραφώντας τον λόγο του Παύλου Βαλερύ. Οι δικοί μας moderni στάθηκαν οι αιρεσιάρχες. Οι δικοί μας νεωτεριστές στάθηκαν οι διαφωτιστές. Ο τυφλός μας πόλεμος διεξάγεται μεταξύ νεοφρόνων και παλαιοφρόνων διαφωτιστών. Αλλά οι δικές μας εικόνες δεν ήσαν υπογραφές της όρασης· ήσαν υπογραφές της φωνής. Η δύναμη της εικόνας δεν έγκειται στις χρωματικές εκτάσεις. Η δύναμη της εικόνας μας είναι η φωνή της.

«Διάβαζα στην εφημερίδα την ιστορία της έκφρασης. Την ξανάκουσα κι απ’ το ραδιόφωνο. Η ιστορία: Σκότωσε τη γυναίκα του και τα δυό του παιδιά εξ επαφής με πιστόλι. Με το δίκαννο θα ήταν ευκολώτερο το πράγμα. Διάλεξε όμως το πιστόλι για ν’ αποφύγει την ευκολία. Ύστερα από [39] καιρό τον επισκέφθηκε στη φυλακή ο παλιός του φιλόσοφος. Γιατί δεν αυτοκτόνησες; του λέει. Για να πονάω, απάντησε αυτός. Ποιος σου είπε πως η ζωή ξεπληρώνεται με πόνο; Είπε ο νεοκυνικός φιλόσοφος. Η ζωή είναι μόνο εκδίκηση».

Ο πάππος του χαμογέλασε· αρχαία μακαριότητα· εξ οὗ δια προσψαύσεως, αθανασίας μετέχομεν.. Η αντεκδίκηση του πληγωμένου μέσω της επιτυχίας. Και σαν αντικουάριος που ήταν αντέγραψε: Λέγω δὲ ταύτην τὴν ἱστορίην, εἰδέναι ἄνθρωπος τί ἔστιν. Ἐξηγόρασας ἡμᾶς ἐκ τῆς κατάρας τοῦ νόμου τῷ τιμίῳ σου αἵματι. Μέτρον τῆς αλγηδόνος ἡ τῆς κακίας ἐν ἑκάστῳ ποσότης ἐστίν.

«Η στάση μας απέναντι στη γλώσσα καταδεικνύει ένα λαό στερημένο φαντασίας. Εκείνος που δεν έχει φαντασία, δεν μπορεί να χαρεί το πήδημα των ατομικών του ορίων. Γίνεται βόσκημα, έστω και βόσκημα τιμημένο από την πολιτεία. Διότι η γλώσσα όπως και η έννοια του Έθνους και της καταγωγής είναι υπόθεση υπερπροσωπική. Η μέριμνα και η προσήλωση σ’ αυτό που μας υπερβαίνει μας ελαφρώνει από τη μιζέρια της καθισοπεδωτικής εξατομίκευσης. Από μέσα μας τίποτε δεν μπορεί να μας ανακουφίσει, όσο μένει μέσα μας. Δεν χρειάζεται να σκοτώσεις την οικογένειά σου για να πονέσεις. Πόνεσε σαν άλλος κοιτώντας τον εαυτό σου».

— On mettrait bien du temps à devenir misanthrope si l’on s’en tenait à l’observation d’autrui, είπε ο πάππος του, που ήταν αντικουάριος και είχε αντιγράψει πολλές σελίδες του Μπέρξονα.

«Γι’ αυτό χρειάζεται να ιδείς όχι το παρελθόν σου αλλά το μέλλον σου. Και ακριβώς αυτό. Υπερασπίζοντας την ταυτόχρονη διαχρονία της γλώσσας σου, θα αποκτήσεις τη φαντασία που είναι απαραίτητη για να ιδείς τον εαυτό σου απ’ έξω»

[40] — Η προκατάληψή σου στον καιρό της και φρέσκια είναι πράγμα όντως εξαίσιο, είπε ο πάππος σου και δεν χαμογέλασε. Δεν είσαι προορισμένος για την κρυσταλλώδη σάρκα της γαλήνης που αρτιώνεται όσο την κόβεις, ούτε θα ζήσεις το συνοικέσιο. Είσαι προορισμένος να ερωτευθείς.

«Αυτό που ονομάζουμε νεοελληνική λογοτεχνία είναι εν πολλοίς η ρηματική εκδήλωση των τρόπων με τους οποίους οι νεοέλληνες αισθάνθηκαν την Ευρώπη».

— Αυτό πράγματι είσαι σε θέση να το ξέρεις, είπε ο πάππος του και σταμάτησε την αντιγραφή.

counter for wordpress

Advertisements
This entry was posted in Αντώνης Ζέρβας and tagged , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s