Διάλογος πάνω στη ποίηση. Απόσπασμα

Συμβατικά έστω, ο διάλογος του Γιώργου Σεφέρη με τον Κωνσταντίνο Τσάτσο είναι ένας από τους τρείς σημαντικούς διαλόγους γύρω από την ποίηση στα ελληνικά γράμματα. Ο πρώτος ήταν μεταξύ Σπυρίδωνος Ζαμπέλιου και Ιάκωβου Πολυλά, και ο δεύτερος μεταξύ Άγγελου Βλάχου  και Εμμανουήλ Ροϊδη.

Εδώ παρατίθεται ένα απόσπασμα από το κείμενο του Γιώργου Σεφέρη Διάλογος πάνω στην Ποίηση, Δοκιμές, τομ. 1, Αθήνα 2003 (8η ανατύπωση).

Το συγκεκριμένο απόσπασμα αναφέρεται στη στάση της κριτικής, και εν πολλοίς του κοινού, απέναντι στην ποίηση και γενικότερα στην τέχνη. Επισημαίνεται ένα ορισμένο ήθος που εκπορεύεται από τις υπερσυζητητικές και δημοσιογραφικά αναθρεμμένες ανώτερες τάξεις. Στην εποχή μας η διανοητική και ψυχική στάση που περιγράφεται έχει διαδοθεί στο σύνολο σώμα της ελλαδικής κοινωνίας. Φλυαρία, εξυπνακισμός, κριτικισμός έχουν κατακτήσει τους πάντες και θεωρούνται ένδειξη διανοητικής εγρήγορσης είτε στις εκχυδαϊσμένες είτε στις περισσότερο εκλεπτυσμένες μορφές τους.

Συνάμα, εκφράζεται μιαν ορισμένη στάση η οποία, εκτιμώ, ανιχνεύεται ευρύτερα στο έργο του Σεφέρη και προτάσσεται σε αρκετές περιστάσεις. Είναι πολλές οι φορές που ο Σεφέρης θα τονίσει την σημασία του κοινού νού και της καλής πίστης για την επίτευξη μιας κατάλληλης στάσης για τον διάλογο και την επικοινωνία στο πλαίσιο μιας ορισμένης κοινότητας ανθρώπων. Ακολουθεί το απόσπασμα:

Οι αριθμοί στις αγκύλες αντιστοιχούν στις σελίδες του πρωτοτύπου.

 

«[83] Αφορμή των σκέψεων του συνομιλητή μου πάνω στα ποιητικά είναι η «πρωτοποριακή κίνηση στη νεότατη λογοτεχνία μας» όπως την ονομάζει. Οι κατηγορίες του εναντίον της κίνησης αυτής είναι ποικίλες. Δέ θα τις εξετάσω σαν υπερασπιστής: δέ μ’ ενδιαφέρουν ιδιαίτερα οι σχολές. Αλλά επειδή έτυχε να είμαι ένας «ήσσων» ποιητής, που του έχουν αποδοθεί, σε διάφορες περιστάσεις, ένα σωρό αντιφατικές αναζητήσεις έξω από τις ασχολίες του, μ’ ενδιαφέρει ακόμη ο τρόπος που το κοινό αντικρίζει τα έργα της ποίησης και που διδάσκεται να τα αντικρίζει.

Έχω τη γνώμη πώς ο ποιο σπουδαίος τρόπος να βοηθήσουν οι θεωρητικοί την κατανόηση της τέχνης, είναι να προσπαθήσουν να μορφώσουν ένα κοινό που να μπορεί να έχει, κάπου-κάπου, στιγμές συναισθηματικής δεκτικότητας χωρίς προκαταλήψεις, χωρίς τις διανοητικές εκείνες αντιδράσεις που παρατηρούμε τόσο συχνά, όχι στο λαό, αλλά στις υπερσυζητητικές και δημοσιογραφικά αναθρεμμένες ανώτερες τάξεις μας. Ένα κοινό που θα μπορούσε  να βρεθεί, μπροστά στο καλλιτέχνημα, στην κατάσταση “καλής πίστης” που βρισκόμαστε όταν κάνουμε την προσευχή μας, ή (αν το παράδειγμα τούτο είναι σκοτεινό) στην κατάσταση που βρίσκεται ο λαός όταν ακούει ένα δημοτικό θρύλο, [84] και το παιδί ένα παραμύθι. Και μ’ αυτό δε θέλω να φανεί ότι ζητώ μια πρωτόγονη απλοϊκότητα. Ο αισθητικός μπορεί να κάνει πολλά ωραία πράγματα ακόμη· να οικοδομήσει, να εξηγήσει, να συνειδητοποιήσει διάχυτες πνευματικές αξίες, και όσο οξύτερος είναι τόσο το καλύτερο. Αλλά εκείνο που κάνουν οι περισσότεροι δικοί μας αισθητικοί, δεν είναι τίποτε άλλο παρά να δημιουργούν στο κοινό μια κατάσταση προσωπικής αντιδικίας με το έργο, που έρχεται να ιδεί ή ν’ ακούσει. Και μ’ αυτό τον τρόπο, βέβαια, δεν πηγαίνει κανείς στη βασιλεία των ουρανών. Συζητεί απέραντα, αλλά δε λειτουργεί αισθητικά».

 

 

Advertisements
This entry was posted in Γιώργος Σεφέρης and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s