«ΑΧΑΡΙΣΤΙΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ». Η ΝΕΑ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΥ

Συγγραφέας του άρθρου αυτού είναι ο Αντώνης Ζέρβας. Δημοσιεύθηκε σε πρώτη δημοσίευση στην Καθημερινή την 02 Ιουλίου 2000. Εδώ έχει ληφθεί από τη συλλογή κειμένων του ιδίου με τίτλο Μεταθυμικά. Άρθρα, εισηγήσεις, συνομιλίες 1999-2004, εκδ. Ίνδικτος, Αθήναι 2006.

Με αφορμή τη διαμάχη γύρω από τις ταυτότητες ο Αντώνης Ζέρβας θέτει ευρύτερα ζητήματα έχοντας συγχρόνως λάβει κι ορισμένες συγκεκριμένες θέσεις.

Οι αριθμοί στις αγκύλες αντιστοιχούν στις σελίδες της παραπάνω έντυπης έκδοσης.

[47] Σε πρόσφατο λόγο του, ο Επίτροπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Μπαρνιέ, αρμόδιος ad personam για τη Διακυβερνητική Διάσκεψη τα πορίσματα της οποίας θα επικυρωθούν τον προσεχή Δεκέμβριο στη Νίκαια, όπου και θα αποφασισθεί η νέα διάρθρωση της Επιτροπής ενόψει της Διεύρυνσης, τόνιζε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση «δεν μπορεί να είναι υπόθεση των πρεσβευτών και των ειδικών αλλά όλων των πολιτών της Ευρώπης».

Στη δήλωση αυτή δεν εκφράζεται απλώς μια από τις συνήθεις ευχές των πολιτικών για τη μεγαλύτερη δυνατή συμμετοχή σ’ ένα σχέδιο ή πρόγραμμα. Εκφράζεται κυρίως η ζωηρή ανησυχία που κατέχει τους αρχιτέκτονες της Ευρώπης, οι οποίοι καθημερινώς διαπιστώνουν ότι το μεγάλο ευρωπαϊκό όραμα δεν φαίνεται να ενδιαφέρει τους Ευρωπαίους πολίτες.

Και πράγματι, παρά τις τεράστιες προσπάθειες που καταβάλλονται από τα Ευρωπαϊκά όργανα, ιδίως στον τομέα της απλοποίησης του πολύπλοκου ρυθμιστικού έργου, η Ευρωπαϊκή πολιτεία παραμένει μία πραγματικότητα επί χάρτου, ένα απόμακρο όνειρο πολλαπλού περιεχομένου και πολλαπλών ερμηνειών. Και ενώ οι προτάσεις περί της μέλλουσας πο- [48] λιτικής της φυσιογνωμίας δίνουν και παίρνουν – θα είναι ομοσπονδιακή, συνομοσπονδιακή, κοινοτική ή μήπως είναι προτιμότερο να παραμείνει διακυβερνητική; – αρκεί ένα ταξίδι του Πάπα, η αναγόρευση αγίου κ.λ.π. για να κινητοποιηθούν μυριάδες ανθρώπων και να επισκιασθεί προς στιγμήν η υπόλοιπη ανθρωπότητα.

Στο πρόσωπο του Πάπα, όλοι ανεξαιρέτως αναγνωρίζουν ένα άγιον άνθρωπο και έναν μεγάλο πολιτικό. Αναγνωρίζουν δηλαδή αυτό που εμείς προσπαθούμε να ξεχάσουμε, ότι η Εκκλησία δεν υπάρχει στο κενό· ότι ανέκαθεν ήταν στρατευμένη και ότι ανέκαθεν είχε πολιτικό λόγο.

Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι, παρά τη βαθειά εκκοσμίκευση των ευρωπαϊκών κοινωνιών, η ρωμαιοκαθολική εκκλησία όχι μόνο εξακολουθεί να διαδραματίζει ακλόνητη τον υπερεθνικό της ρόλο, αλλά και να επεμβαίνει δημόσια σε κάθε σημαντικό κοινωνικό ζήτημα. Δεδομένου τώρα ότι η Δημοκρατία είναι ένα πολιτικό σύστημα συναινετικών διαδικασιών που στηρίζεται στην κοινή γνώμη, ο λόγος της είναι φυσικό να λαμβάνεται σοβαρά υπ’ όψιν από τις κυβερνήσεις των κρατών με καθολική παράδοση.

Σήμερα, μία από τις πρώτες υποψήφιες χώρες προς ένταξη στην Ε.Ε. είναι η Πολωνία, το κοινοβούλιο της οποίας πρίν από λίγους μήνες απαγόρευσε την πορνογραφία, ενδίδοντας στις αφόρητες πιέσεις της πολωνικής Εκκλησίας. Δεν θα ήθελα να ζήσω στην [49] Πολωνία, γιατί η πορνογραφία κατά τη γνώμη μου είναι ένα μάθημα αλήθειας, το οποίο η Εκκλησία της Ελλάδος το αφήνει στην προσωπική μου κρίση, χωρίς να μετατρέπει τους ιεροκανόνες της σε κυβερνητικούς νόμους. Και γι’ αυτό νομίζω πως είναι σφάλμα να ανάγεται η αντίθεση κράτους και Εκκλησίας σε αντιπαράθεση μεταξύ παραδόσεως και εκσυγχρονισμού. Οι δύο έννοιες δεν είναι αντίθετες μεταξύ τους, αλλά συμπληρωματικές. Αντιθετικές είναι οι έννοιες του παλαιού και του νέου. Και αυτό που ενδιαφέρει είναι πως θα αντιμετωπίσουμε το νέο, όχι από τη σκοπιά του παλιού, αλλά στην ίδια την προοπτική του νέου.

Δεν υπάρχει κράτος που να μην τελεί υπό συνεχή εκσυγχρονισμό, όπως και δεν υπάρχει κράτος χωρίς συγκεκριμένη παράδοση. Ο εκσυγχρονισμός πηγάζει από την παράδοση και η παράδοση επιζητεί τον εκσυγχρονισμό. Άλλωστε, μόνο όποιος φέρεται από μια συγκεκριμένη παράδοση είναι σε θέση να συλλάβει το νόημα της καινοτομίας.

Ποιος σώφρων άνθρωπος μπορεί να είναι κατά του εκσυγχρονισμού της ελληνικής κοινωνίας, η οποία γεύεται ανενόχλητη πλέον όλα τα «αγαθά» της κοινωνία της πληροφόρησης και των νέων τεχνολογιών; Ίσα ίσα που τώρα χρειάζεται να γίνει πιο αισθητή η παρουσία του κράτους, με συγκεκριμένο ρυθμιστικό και κανονιστικό έργο. Με την προώθηση δημοκρατικών φορέων που να παρακολουθούν άγρυπνα τις τεχνολογικές εξελίξεις, να ενημερώνουν και να προφυλάσσουν τους πολίτες από τις βλαπτικές εφαρ- [50] μογές τους. Μια από τις ελάχιστες απαιτήσεις του εκσυγχρονισμού είναι η παρουσίαση ενός περιεκτικού δελτίου ειδήσεων μισής ώρας, που να εθίζει τον πολίτη στην ακρίβεια της έκφρασης. Αλλά η περιεκτικότητα, η συντομία, η ενάργεια και η αυτοκριτική υφή του λόγου που θαυμάζουμε στους Εταίρους μας, προϋποθέτει προσωπικές και συλλογικές πειθαρχίες, και όχι τη μόνιμη εχθροπάθεια προς το παρελθόν μας. Προϋποθέτει σοβαρή παιδεία, ιστορική συνείδηση και υπεύθυνη πολιτική αγωγή.

Είναι κωμικό να ισχυρίζεσαι  ότι η ελληνική κοινωνία ανήκει στις παραδοσιακές ή θεοκρατικές κοινωνίες, επειδή το κράτος δεν έχει χωριστεί από την Εκκλησία. Και είναι κωμικό να δίδεται στον εκσυγχρονισμό τέτοια διάσταση, λές και η Ελλάδα είναι η μεγάλη και ανερχόμενη ανταγωνιστική δύναμη του ευρωπαϊκού ορίζοντα, επειδή κατάφερε να ενταχθεί στην ΟΝΕ. Φουσκώνουν τα μυαλά τους με λόγους εσωτερικής κατανάλωσης που εξανεμίζονται, μόλις κανείς αφήσει πίσω την εθνική επικράτεια και συνειδητοποιήσει το ασήμαντο βεληνεκές της ελληνικής του χώρας. Αυτοσυνειδησία σημαίνει μεταξύ άλλων να γνωρίζεις τα όριά σου και να πολιτεύεσαι αναλόγως.

Από μία άποψη, η Εκκλησία της Ελλάδος γίνεται σήμερα ένα είδος δικλείδας ασφαλείας έναντι των εκφετιχιστικών τάσεων ορισμένων διανοουμένων που ταυτίζουν τον εκσυγχρονισμό της κοινωνίας με την αποβολή του εθνικού χαρακτήρα της Ελλάδας. Έτσι ώστε να μας φέρνουν στο νού την ιδεολογική [51] καταληψία όλων εκείνων, όσοι παλαιότερα επεδίωκαν με πάθος την εκβιομηχάνιση της χώρας.

Ως αιωνόβιος πνευματικός οργανισμός η Εκκλησία έβγαζε ανέκαθεν ισχυρές προσωπικότητες. Αν, όμως, τα επιχειρήματα του Αρχιεπισκόπου είναι, από εθνικής σκοπιάς, αδιάσειστα, αυτό δεν οφείλεται απλώς και μόνο στην προσωπικότητά του, αλλά στο συνταγματικό του κύρος. Εδώ έγκειται άλλωστε η μεγάλη αντινομία του ελληνικού κράτους, ότι δημιουργήθηκε για να εκφράσει την αυτεξουσιότητα του Έθνους, το οποίον διέπεται από την Ανατολική Ορθοδοξία και την ελληνική γλώσσα. Πρόκειται για μια μοιραία αντινομία που δεν έπαψε να βασανίζει και ιερωμένους και λαϊκούς. Αφ’ ενός διότι το κράτος δεν διαθέτει άλλη πηγή ιδρυτικού νοήματος, αφ’ ετέρου διότι η Εκκλησία δεν μπορεί να αυτοκατανοηθεί εκτός κράτους.

Αλλά πρέπει να είναι κανείς εντελώς ανάσκητος στην ψυχολογία, για να μην αντιλαμβάνεται ότι, όσοι μαίνονται κατά του Αρχιεπισκόπου, είναι πρωτίστως όσοι προσπάθησαν να παίξουν το δικό του ρόλο με το αζημίωτο. Όσοι δηλαδή απέτυχαν να μεταμορφώσουν την παράδοση σε φορέα προσωπικής ισχύος. Εξ οὗ και η νέα δεοντολογία «περί αχαριστίας στην παράδοση».

Τι μπορεί να θεμελιωθεί στην αχαριστία; Η προσωπική δύναμη. Αλλά η δύναμη δεν πείθει κανέναν· υποτάσσει μόνο.

Το ζήτημα επομένως δεν είναι να οξύνουμε την αντίθεση μεταξύ κράτους και Εκκλησίας, όπως επιχειρείται σήμερα για να εξασφαλισθεί ένα δήθεν πνευ-[52] ματικό περιεχόμενο στον εκσυγχρονισμό, αλλά με σύνεση και πνεύμα επιείκειας να ιδούμε τι συμφέρει τα εθνικά πράγματα και τι συναινετικές λύσεις υπάρχουν. Και άλλα κράτη μέλη της Ε.Ε. χρειάστηκε να περάσουν από τον ίδιο δρόμο. Και το πέτυχαν χωρίς απώλειες, όπως η Ισπανία π.χ. επειδή σεβάστηκαν το δημοκρατικό διάλογο.

Ο εκσυγχρονισμός δεν μπορεί να αποτελέσει αφ’ εαυτού κινητήρια ιδεολογία, διότι είναι μέσον κι όχι σκοπός. Εάν ήταν σκοπός, τότε θα έπρεπε να προχωρήσουμε ακάθεκτοι στην υιοθέτηση φερ’ ειπείν της αγγλικής γλώσσας, αφού το μεγαλύτερο εμπόδιο του ελληνικού εκσυγχρονισμού είναι η ίδια η γλώσσα μας.

Πλήν όμως το ελληνικό κράτος, για την ώρα τουλάχιστον, δεν είναι μια πολιτισμική μειονότητα στους κόλπους κάποιας Ομοσπονδίας, αλλά κυρίαρχο και ανεξάρτητο κράτος με ίδιον Σύνταγμα. Και αυτό το Σύνταγμα, που μιλάει εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος, προσδιορίζει την ουσία και το νόημα του ελληνικού κράτους, εξηγεί για ποιο λόγο υφίσταται και ορίζει την αποστολή του.

Εάν λοιπόν η κυβέρνηση θεωρεί ότι έφθασε το πλήρωμα του χρόνου να προσδιορισθεί εκ νέου η ουσία, το νόημα και η αποστολή του ελληνικού κράτους, τότε πρέπει να προετοιμάσει την κοινή γνώμη ώστε, κατά τη χρονική στιγμή που προβλέπεται από το Σύνταγμα, να προβεί σε εθνική διαβούλευση του κυρίαρχου λαού, από τον οποίον πηγάζει πάσα εξουσία.

Advertisements
This entry was posted in Αντώνης Ζέρβας and tagged , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s