[ Δύο τελευταία λόγια για τη θρησκεία]

Με αφορμή την συζήτηση που έγινε στο παρόν ιστολόγιο στο άρθρο Ένα κείμενο του 1896 σε μέρες σαν κι αυτές ανακάλεσα ένα απόσπασμα του Daniel Bell από το έργο του Ο πολιτισμός της μεταβιομηχανικής Δύσης, μετάφραση Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος και επιμέλεια: Στέφανος Ροζάνης,  εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1999.

Το έργο του Bell έχει ευρύτερο ενδιαφέρον στο βαθμό που φέρει μιαν ορισμένη πολιτισμική κριτική της μεταβιομηχανικής κοινωνίας και των ιδεολογημάτων που τη συνοδεύουν.

Αν και είναι σφάλμα να συγχέεται η λειτουργική της θρησκείας θεώρηση του Durkheim με την προσπάθεια διανοουμένων να καταστήσουν τη θρησκεία στο επίκεντρο του διαφέροντος  στο όνομα λειτουργικών ιδεωδών, οι κρίσεις του Bell ωθούν προς γόνιμες σκέψεις.

Ο τίτλος της ανάρτησης είναι ψευδότιτλος.  Οι αντιγραμμένες παράγραφοι είναι οι καταληκτικές των προλεγομένων του 1978.

Οι αριθμοί στις μαύρες αγκύλες αντιστοιχούν στις σελίδες του πρωτοτύπου.

 

[31] Δύο τελευταία λόγια για τη θρησκεία., που αποτελούν και το κύριο σημείο στήριξης του βιβλίου μου. Δεν θεωρώ ότι η θρησκεία (κι ας με συγχωρήσει εδώ ο Durkheim) είναι «λειτουργική ανάγκη» για την κοινωνία, ή ότι μια κοινωνία χωρίς θρησκεία θα διαλυθεί. Δεν πιστεύω ότι η θρησκεία είν’ ένα μπάλωμα για τις ξηλωμένες ραφές της κοινωνίας. Ούτε και οι κοινωνίες πράγματι «διαλύονται», αν σε περιόδους ακραίων κρίσεων (όπως σε καιρό πολέμου) η απώλεια της νομιμοποιητικής τους ικανότητας ενδέχεται να εξασθενίζει τη θέληση για αντίσταση. Οι θρησκείες δεν είναι δυνατόν να παράγονται σαν βιομηχανικό προϊόν. Ακόμη χειρότερα, αν παράγονταν έτσι, τα αποτελέσματα θα ήσαν νόθα και γρήγορα θα χάνονταν στην επόμενη στροφή της μόδας.

Καθώς εδώ και πάνω από μισόν αιώνα πρίν παρατηρούσε δεικτικά ο Max Weber:

Η ανάγκη της λογοτεχνικής, ακαδημαϊκής ή καφενόβιας διανόησης να συμπεριλάβει τα θρησκευτικά αισθήματα στον κατάλογο όπου απογράφει τις πηγές των εντυπώσεων και των αισθήσεών της, καθώς και στα προς συζήτηση θέματα, δεν γέννησε ποτέ μέχρις στιγμής μια νέα θρησκεία. Κι ούτε μπορεί μια θρησκευτική αναβίωση να δημιουργηθεί από την ανάγκη που αισθάνονται οι συγγραφείς να γράφουν βιβλία, ή από την πολύ πιο πρακτική ανάγκη των καπάτσων εκδοτών να πουλάνε τέτοια βιβλία. Ανεξάρτητα από το κατά πόσο μπορεί να υποκινηθεί η εμφάνιση ενός ευρύτερα εξαπλωμένου θρησκευτικού ενδιαφέροντος, καμμιά θρησκεία δεν έχει ποτέ προκύψει από τις ανάγκες είτε από τις φλυαρίες των διανοουμένων. Η μόδα με τα γυρίσματά της θα απομακρύνει σύντομα αυτό το δημοσιογραφικό θέμα συζήτησης που η ίδια έχει κάνει δημοφιλές[1].

Οι θρησκείες γεννιούνται από τις βαθύτερες ανάγκες ατόμων που συμμετέχουν σε μία κοινή αφύπνιση, δεν δημιουργούνται από «μηχανικούς της ψυχής».

Το ενδιαφέρον μου για τη θρησκεία ανατρέχει σε ό,τι θεωρώ ως συστατικό χαρακτήρα της κουλτούρας: στον κύκλο ερωτημάτων ο οποίος μας ξαναφέρνει πίσω στα υπαρξιακά αδιέξοδα, στη συναίσθηση των ανθρώπων για την πεπερασμένη φύση τους και τα άτεγκτα όρια που μπαίνουν στη δύναμή τους (όρια των οποίων η υπέρβαση είναι αμαρτία*), και στην παρεπόμενη προσπάθεια να βρούμε μια συνεπή απάντηση για να συμφιλιώσουμε αυτά τα ερωτήματα με την ανθρώπινη κατάσταση. Αφού αυτή η συναίσθηση αγγίζει τις βαθύτερες πηγές της συνείδησης, πιστεύω [32] πως μια κουλτούρα που έχει επίγνωση των ορίων που υπάρχουν στην εξερεύνηση των εγκοσμίων θα στραφεί, κάποια στιγμή, σε μια προσπάθεια επανάκτησης τους ιερού.

Θα έλεγα ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα επικείμενο ξεκαθάρισμα του τοπίου. Η εκπνοή του μοντερνισμού, η ξηρασία της κομμουνιστικής ζωής, η ανία του απεριόριστου εγώ και η ασημαντότητα των μονολιθικών πολιτικών ψαλμών δείχνουν ότι μια μακρά περίοδος φτάνει σ’ ένα αργόσυρτο τέλος. Η ενόρμηση του μοντερνισμού χρειαζόταν να κάνει ένα άλμα: ένα άλμα με το οποίο θα πήγαινε πέρ’ από τη φύση, την κουλτούρα, την τραγωδία – για να εξερευνήσει το άπειρον,* ωθούμενος από το αυτό-απειροποιούμενο πνεύμα του ριζοσπαστικού εγώ.

Αναζητούμε ψηλαφιστά ένα νέο λεξιλόγιο που βασική του λέξη κατά τα φαινόμενα θα είναι το «όριο»: όριο στην ανάπτυξη, όριο στην καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, όριο στους εξοπλισμούς, όριο στην αλλοίωση της βιολογικής φύσης. Αλλά εάν θέλουμε να επιβάλουμε μια σειρά περιορισμών στην οικονομία και την τεχνολογία τίθεται το ερώτημα: θα θέσουμε άραγε κι ένα όριο στην εξερεύνηση των πολιτιστικών εκείνων εμπειριών που πάνε πέρα από ηθικούς κανόνες και εγκολπώνονται το δαιμονιακό με την ψευδαίσθηση ότι κάθε εμπειρία είναι «δημιουργική»; Μπορούμε να θέσουμε ένα όριο στην ύβριν;* Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα θα μπορούσε να λύσει την πολιτιστική αντίφαση ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον απατηλό του σωσία, τον semblable et frère,** την κουλτούρα της νεωτερικότητας. Και τότε δεν θα έμενε τίποτ’ άλλο παρά να εξημερωθεί η οικονομική και πολιτική κατάσταση του κόσμου τούτου.

 

Daniel Bell

Ιανουάριος 1978

Καίμπριτζ, Μασσαχουσέτη

 

* Η ελληνική λέξη με λατινικούς χαρακτήρες στο πρωτότυπο.


[1] The Sociology of Religion, [αγγλ.] μτφEphraim Fischoff ( Βοστώνη: Beacon Press, 1963), σ. 137

 

Advertisements
This entry was posted in Daniel Bell and tagged , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s