Έρως της Εκκλησίας

Τα παρακάτω αποσπάσματα προέρχονται από το δοκίμιο Έρως της Εκκλησίας που εντάσσεται στη συλλογή κειμένων, τα οποία ενέχουν κι έναν οιωνεί κηρυγματικό χαρακτήρα, του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη με τίτλο «Προς εκκλησιασμό» (εκδ. Αγροτικές συνεταιριστικές εκδόσεις, Θεσσαλονίκη 1986).

Οι αριθμοί στις παρενθέσεις αντιστοιχούν προς τους αριθμούς των σελίδων του έντυπου κειμένου.

[61] Μια ξεχωριστή σωματική αίσθηση ἐν Καβάλᾳ προσφάτως, μ’ έκαμε να καταλάβω ότι αγαπώ την Εκκλησία· την Ελληνική Ορθόδοξο Εκκλησία του Χριστού.

Την άλλη μέρα εξηγούσα σε φίλους, ότι η αισθηματική αυτή τοποθέτηση έλυε όλα τα προβλήματα, που μπορεί να’ χει ο άνθρωπος.

Εκείνοι έδειξαν πως σεβόντουσαν τα αισθήματά μου σα μια από τις ιδιοτροπίες μου, αλλά δεν συμφώνησαν μαζί μου ότι η Εκκλησία χωράει τα πάντα. Ανάφεραν ότι, και σαν αρχιτεκτονικό κτίσμα και σαν ηθικός θεσμός, βρισκόταν σε παρακμή, στον τόπο μας σήμερα. Είπαν ότι ούτε μία όμορφη ή ιστορικά σημαντική εκκλησία υπάρχει, επί παραδείγματι στην πόλι τους, παρ’ όλο ότι αυτή, πρώτη σ’ όλη την Ευρώπη, υποδέχτηκε τον Μέγαν Απόστολο των Εθνών.

Εσυνέχισαν τέλος με σχόλια γύρω από τη μόρφωση και ηθική των σημερινών ιερωμένων. Μου θύμησαν τους φίλους και συγγενείς που πέσαν απάνω μου, σαν αγάπησα μία κοπέλλα, που κατά τη γνώμη τους δεν άξιζε.

Συλλογίστηκα λοιπόν το θάρρος, έναντι σε κάθε συμβατική αξιολόγηση, του Προφήτη Αββακούμ, που παντρεύτηκε πόρνη και δεν επιχείρησα να απαντήσω με λογικές, πιθανές, ορθές αντιρρήσεις. Το εναντίον υπερθεμάτισα σε όσα έλεγαν. Μπορεί, ετόνισα, αυτό που συνήθως εννοούμε ως Εκκλησία, το κτήριο ή ο κοινωνικός θεσμός, οι πέτρες και η λάσπη ή ο κάθε ταλαίπωρος θνητός που την υπηρετεί, όχι μονάχα σήμερα, αλλά ουδέποτε να μην υπήρξαν αξιόλογα. Ἐν συνεχείᾳ μάλιστα, προς επίρρωση των λε –[62] γομένων μου, επρόσθεσα και σχετικά ανέκδοτά από την Ἀπόκρυφη ἱστορία του Προκοπίου κι’ απ’ άλλους Βυζαντινούς Χρονογράφους. Το ζήτημα όμως εν τέλει, υπογράμμισα, δεν είναι να εξετάσουμε, αν εμείς οι άνθρωποι πράττουμε το καλό, παρά εάν είναι, ναι ή όχι από Θεού και κατά συγκατάβαση η Εκκλησία μας, ἐν Χριστῷ δωρεά, όπως και η ύπαρξή μας, ασχέτως αν ημείς δια του παρόντος βίου την κατασπιλώνουμε……………………………………………………

Πάντως, όταν το καλοκαίρι του 1933 πρωτοπήγα στο Άγιον Όρος, διατηρούσα πολλές βεβαιότητες δια το συμπαγές σχήμα του εγώ. Εξ αιτίας αυτού θυμάμαι έκλεισα αμέσως τον Συναξαριστή, που είχα πάρει να διαβάσω, χαρακτηρίζοντας τα γραφόμενα ως μωρολογίες, όταν συνάντησα την φράση, πώς ένας Άγιος από βρέφος έδειχνε ότι θα γινόταν ευσεβής, αποποιούμενος το μαστό της μητέρας του και νηστεύοντας κάθε Τετάρτη και Παρασκευή.

[63] Αλλά ήδη από το 1937, δεν εκφραζόμουν πιά κατά τον ίδιο τρόπο. Διέβλεπα στην παραπάνω φράση και σε άλλες ανάλογες μία αλήθεια, που, μη ξέροντας να την αποδείξω, γινόμουνα πεισματάρης, νιώθωντας, παράλληλα προς το πείσμα μου και ίσως εξ αιτίας αυτού, μία μεγάλη ντροπή, που δέ μπορούσα λογικά να κυριαρχώ των συζητητών, αλλά το εναντίον, διαρκώς ηττώμην. Η συνεχής ήττα αντίκρυ στους υποστηρίζοντας σαφώς και με λογική τα περί του κόσμου, μόνο και μόνο για να διατηρήσω το παράλογο που μέσα μου ένιωθα να μεγαλώνει, αποτελώντας όλη μου τη χαρά και τη ζωή, την ώρα που, μετά από μία συναισθηματική κρίση, διατεινόμουν δίχως κανείς να με πιστεύει, πως ήμουν ένας πεθαμένος άνθρωπος, με πλησίαζε ολοένα και εγγύτερα προς τους τρελούς, που βλέπουμε να καταφεύγουν, ξένοι προς τον τριγύρω κόσμο, στο πλήθος των ναών και παρεκκλησίων, που κοσμούν την ελληνική γή……………………………………………………………………………………

[66] Η ανωτέρω αντίληψη μου κατέστησε σαφές…ότι η συγκρότηση της ενότητος των λογισμών μας δεν επιτυγχάνεται δια μόνου του εαυτού μας. Χωρεί λοιπόν ένα είδος παραιτήσεως και επιβάλλεται να πείς, το εγώ μου είν’ ένας άλλος.

Άλλος ο Χριστός και η Αγία αυτού Εκκλησία, όπου συνεχίζει υπάρχων. Άλλος ο πλησίον μας άνθρωπος που ἐν Χριστῷ, μέσα στην Εκκλησία, παντρευόμαστε. Άλλος! Εκείνη γυναίκα και αυτός άνδρας. Και όμως τον αγαπώ ως εαυτόν μου. Άλλος υπήρξε ο ανάδοχός μου που μ’ έντυσε τη στολή της πίστεως, όταν βαπτίστηκα ἐν Χριστῷ μωρό παιδί και δεν καταλάβαινα. Τόσοι άλλοι είμαι εγώ. Η Εκκλησία είναι το σώμα μου. Το αισθάνθηκα στην Καβάλα προσφάτως και το διακηρύσσω. Αγαπώ την Ορθόδοξο Ελληνική Εκκλησία του Χριστού. Εντός αυτής, επαναλαμβάνοντας τα νεκρώσιμα ευλογητάρια και τα ιδιόμελα του μοναχού Ιωάννου του Δαμασκηνού, κατανοώ πως ο χορός των Αγίων εύρε πηγήν ζωής και θύραν παραδείσου, ἐν τῶ φωτὶ του προσώπου και τῷ γλυκασμῷ της ωραιότητος του Χριστού, της αρρήτου δόξης του οποίου είμαστε εικών, παρά τα στίγματα των πταισμάτων που σηκώνουμε. Μέσα στον κοινό χώρο της Εκκλησίας, η εικών λαμβάνει ζωή. Τα άνευ ουδενός περιεχομένου γεγυμνωμένα οστά του πατέρα μου, που ξεθάψαμε κατά την ανακομιδή, ἐν Χριστῷ ενδύονται φώς ζωής. Ζούν οι προσφιλείς υπάρξεις, που καμιά λογική ανάλυση και ψυχολογία δέ μπορεί να τις αναστήσει. «Ἀδελφοὶ, οὐ θέλω ὑμᾶς ἀγνοεῖν περὶ τῶν κεκοιμημένων, ἵνα μὴ λυπῆσθε καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα».

 

Advertisements
This entry was posted in Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s