Η λαϊκιστική επέλαση και «Gleichschaltung»

Το σχετικά εκτεταμένο απόσπασμα που ακολουθεί είναι ειλημμένο από την μελέτη του Γιώργου Θ. Μαυρογορδάτου, Μεταξύ Πιτυοκάμπτη και Προκρούστη. Οι επαγγελματικές οργανώσεις στη σημερινή Ελλάδα, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα 1998 (1η  επανέκδοση). Η πρώτη έκδοση δημοσιεύθηκε το 1988.

Ο πρόλογος της πρώτης αυτής επανέκδοσης, γραμμένος τον Νοέμβριο του 1997, τελείωνε με την διαπίστωση: «Τελικά προξενεί εντύπωση όχι το πόσο άλλαξαν τα πράγματα (και τα πρόσωπα), αλλά το πόσο λίγο άλλαξαν» (ό.π., σ. 11).

Στην καταληκτική παράγραφο του παρατιθέμενου μέρους ο λαϊκισμός και ο συνακόλουθος κρατικός κορπορατισμός ανάγονται σχηματικά και μονοσήμαντα στην μικροαστική δομή της Χώρας μας. Δεν εξηγείται όμως γιατί ο μικροαστικός χαρακτήρας της ελλαδικής κοινωνίας, φαινόμενο αρκετά προγενέστερο της προ του 1981 περιόδου, δεν οδήγησε αντίστοιχα στον αυτό τρόπο οργάνωσης των επαγγελματικών συμφερόντων και στον λαϊκισμό.

Σε κάθε περίπτωση το απόσπασμα που επιλέχθηκε δίνει τα στοιχεία μίας προσέγγισης του λαϊκισμού που υπερβαίνει, κατά πολύ, την τρέχουσα, και εν πολλοίς πολιτικά – με χυδαίο τρόπο – ιδιοτελή,  δημοσιογραφική χρήση του όρου.

Οι αριθμοί στις αγκύλες αντιστοιχούν στον αριθμό της σελίδας του έντυπου κειμένου. Ο τρόπος της αρίθμησης των παραπομπών διαφέρει από αυτόν που χρησιμοποιείται στο βιβλίο.

 [52] Οι μέχρι τώρα αναλύσεις της πολιτικής του ΠΑΣΟΚ έχουν εντελώς αγνοήσει τη μοναδικότητα του σχεδίου του για τα οργανωμένα επαγγελματικά συμφέροντα και τον ενιαίο, ολοκληρωτικό και αδίστακτο χαρακτήρα του. Εί- [53] ναι χαρακτηριστικό ότι, μέχρι το φθινόπωρο του 1988, το πεδίο αυτό παραμένει ουσιαστικά το μόνον όπου δεν παρατηρείται αναστροφή ή έστω αλλαγή πορείας.

Ενώ η ΝΔ επιχείρησε να εφαρμόσει, στην καλύτερη περίπτωση, ένα μικρόκαρδο και νοθευμένο φιλελευθερισμό, το ΠΑΣΟΚ ήρθε στην εξουσία το 1981 αναγγέλλοντας το «σοσιαλισμό». Στην πράξη, επρόκειτο για την χειρότερη περίπτωση ανόθευτου λαϊκισμού. Πουθενά δεν υπήρξε αυτό τόσο προφανές όσο ακριβώς στην αντιμετώπιση γενικά των οργανωμένων επαγγελματικών συμφερόντων (και ειδικά των συνδικάτων). Δεν χρειάζεται εδώ να εμπλακεί κανείς στην ατέρμονα συζήτηση για το λαϊκισμό. Χρειάζεται μόνο να εξεταστούν ειδικά οι συνέπειες του λαϊκισμού για τα οργανωμένα επαγγελματικά συμφέροντα – μία παράδοξα παραμελημένη αλλά κατεξοχήν αποκαλυπτική πτυχή του.

Η ειδοποιός διαφορά και συστατική αρχή του λαϊκισμού είναι ότι αντιπαραθέτει το «Λαό» ως ουσιαστικά αδιαφοροποίητο σύνολο και την «ολιγαρχία» (όπως κι αν οριστεί), τους «πολλούς» και τους «λίγους». Σε σχέση με τα οργανωμένα επαγγελματικά συμφέροντα, είναι φανερό ότι ότι αυτή η πρωτόγονη διχοτομία, με τις δαιμονολογικές προεκτάσεις της, μπορεί να ενεργοποιηθεί με καταλυτική αποτελεσματικότητα και κανονικότητα (όπως ακριβώς δείχνει η περίπτωση του ΠΑΣΟΚ) όχι μόνον εναντίον κλασικών αποδιοπομπαίων τράγων όπως οι επιχειρηματίες ή οι γιατροί, αλλά και εναντίον απεργών εργατών ή διαμαρτυρόμενων αγροτών. Καταρχήν, σε κανένα δεν μπορεί ποτέ να επιτραπεί να σταθεί στο δρόμο του «Λαού» – ούτε στον ίδιο το λαό διαμέσου των οργανώσεών του. Με άλλα λόγια, ο «Λαός» ως αφηρημένη έννοια προηγείται των συγκεκριμένων συστατικών του, σε κάθε ζήτημα. [54] Έπεται ότι η «λαϊκή βούληση» στην παρθενογένεσή της είναι αδιαίρετη  – και πρέπει να παραμείνει. Εκφρασμένη μια και καλή στις βουλευτικές εκλογές ενσαρκώνεται εφεξής στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Ακριβώς εδώ αρχίζει ο λαϊκισμός από ό,τι θα αποτελούσε, στο κάτω κάτω, μία γιακωβίνικη αντίληψη της κοινοβουλευτικής κυριαρχίας. Η ίδια η κοινοβουλευτική πλειοψηφία θεωρείται με τη σειρά της απλό όργανο του λαϊκιστικού «κινήματος» (όχι «κόμματος») και του χαρισματικού του ηγέτη, στο πρόσωπο του οποίου τελικά ενσαρκώνεται η «λαϊκή βούληση», προκειμένου να μείνει ενιαία κι αδιαίρετη. Στην ουσία, οι βουλευτικές εκλογές δεν ήσαν άλλο από ένα προσωπικό δημοψήφισμα. Παρά την ακατάσχετη ρητορεία του για «αυτοδιαχείριση», η διακυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ δημιούργησε στην πραγματικότητα την πιο συγκεντρωτική και προσωποκεντρική δομή εξουσίας από το 1974 (τουλάχιστον)…………………………

 [55] Όλα αυτά έγιναν εφικτά χάρη στην πιο τυφλή και αυτόματη μορφή κομματικής πειθαρχίας, στηριγμένης στην άνευ όρων προσωπική αφοσίωση στον «Πρόεδρο». Επίκληση αυτής της πειθαρχίας έγινε όχι μόνο στη Βουλή, αλλά και σε όλα τα επίπεδα των επαγγελματικών οργανώσεων, μέχρι το τελευταίο χωριουδάκι……………………………………………………………………….

 [56] Ενώ η Βουλή, η τοπική αυτοδιοίκηση και οι επαγγελματικές οργανώσεις (τουλάχιστον οι «λαϊκές», όπως τα συνδικάτα και οι αγροτικοί συνεταιρισμοί) επρόκειτο  αρχικά να αποτελέσουν τα τρία βάθρα της νέας «σοσιαλιστικής» διακυβέρνησης, τα δύο τελευταία στην πράξη απαιτήθηκε να προσαρμοστούν στο πρώτο και να γίνουν πανομοιότυπα μ’ αυτό ως ιμάντες μεταβίβασης της ίδιας «πολιτικής βούλησης». Μ’ αυτή την έννοια, μπορεί κανείς να μιλήσει για λαϊκιστική «Gleichschaltung»[1], που επιδίωξε να μετατρέψει όλες τις οργανώσεις, μέχρι τον τελευταίο συνοικιακό σύλλογο, σε πιστά αντίτυπα της Βουλής ως προς την κομματική σύνθεση.

Πρωταρχικό εργαλείο της λαϊκιστικής «Gleichschaltung» υπήρξε ακριβώς η «απλή» αναλογική, που επιβλήθηκε αδυσώπητα δια της νομοθετικής οδού ως αναγκαστικό εκλογικό σύστημα των επαγγελματικών οργανώσεων (με ελάχιστες εξαιρέσεις, που θα εξεταστούν στη συνέχεια). Η συναφής εξύμνηση μέχρι αηδίας της απλής αναλογικής ως του μόνου δημοκρατικού εκλογικού συστήματος δεν απαιτεί ιδιαίτερη συζήτηση. Για να αποδειχθεί ο εντελώς φαρισαϊκός της χαρακτήρας, αρκεί να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τους υμνητές της, η απλή αναλογική είναι το «μόνο» δημοκρατικό σύστημα [57] παντού, εκτός από τις βουλευτικές και τις δημοτικές εκλογές. Αρκεί επίσης να σημειωθεί ότι στην πράξη η αναλογική που επιβλήθηκε περισσότερο «ενισχυμένη» παρά «απλή» (γι’ αυτό και τα εισαγωγικά»). Ο «εκδημοκρατισμός», κεντρικό σύνθημα της νομοθεσίας του ΠΑΣΟΚ για τις επαγγελματικές οργανώσεις, έγινε ταυτόσημος με την «απλή» αναλογική. Κατά τα άλλα, σήμανε την αδυσώπητη επιδίωξη ομοιομορφίας και τυποποίησης διά της νομοθετικής οδού, μέχρι την τελευταία οργανωτική λεπτομέρεια όπως την συνέλαβαν κάποιοι υπουργικοί σύμβουλοι[2]. Σήμανε επίσης βάναυσες επεμβάσεις από δικαστήρια αμφισβητούμενης ανεξαρτησίας που αντικατέστησαν εκλεγμένες διοικήσεις με διορισμένες «προσωρινές» και δημιούργησαν έτσι τετελεσμένα γεγονότα για κατάφωρα κομματικούς σκοπούς.

Προκύπτει τελικά το συμπέρασμα ότι ο λαϊκισμός, στις απώτατες συνέπειές του για τα οργανωμένα συμφέροντα, δεν συμβιβάζεται με τον πλουραλισμό ούτε με τον κοινωνικό κορπορατισμό, αλλά με ένα είδος κρατικού κορπορατισμού. Ότι η Ελλάδα θα αποδεικνυόταν κατεξοχήν χώρα του λαϊκισμού και κατά συνέπεια του κρατικού κορπορατισμού, τουλάχιστον στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, παραπέμπει και πάλι στη μοναδικά μικροαστική κοινωνική της δομή.


[1] Ο όρος, που σημαίνει «συντονισμό»ή «συγχρονισμό», χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά μ’ αυτήν ακριβώς την έννοια στη Γερμανία το 1933.

[2] Ταιριάζουν εδώ όσα είπε ο βουλευτής της ΝΔ Στ. Μάνος κατά τη συζήτηση του ν. 1712/87: «Κάποιος νούς κυβερνητικός αποφάσισε ότι τα γνωρίζει όλα και καθόρισε τον τρόπο που οι επαγγελματίες, οι έμποροι πρέπει να συνεταιρίζονται. Έφτιαξε λοιπόν, ένα νομοθέτημα, κατά την άποψή μου τερατώδες, ένα υπερκαταστατικό, το οποίο τα καθορίζει όλα. Όλες οι λεπτομέρειες του πώς θα συνεταιρίζονται οι Έλληνες έχουν ρυθμιστεί εδώ μέσα. Δεν υπάρχει καμιά δυνατότης παρεκκλίσεως. Όλα έχουν ρυθμιστεί από τον μεγάλο νού, ο οποίος ξέρει τι είναι καλό για τους δύστυχους πολίτες αυτού του Τόπου». Βλ. Πρακτικά της Βουλής, 4 Ιουνίου 1987, σελ. 6774.

Advertisements
This entry was posted in Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος and tagged , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s