Το Πολιτικό και ο Άνθρωπος. Μία ανάγνωση

Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Σύναξη (τχ. 115 Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2010, σ. 84-88) και αποτελεί μία ανάγνωση του έργου του Παναγιώτη Κονδύλη, Το Πολιτικό και ο Άνθρωπος, μεταφρ. Λευτέρης Αναγνώστου, 2 τόμοι, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 2007. Δημοσιεύθηκε με την ανάγνωση του π. Ευάγγελου Γκανά στην ομώνυμη (με τίτλο «αναγνώσεις») ενότητα του περιοδικού.

Οι αριθμοί στις αγκύλες αντιστοιχούν στον αριθμό σελίδων της έντυπης έκδοσης. 

Του Λεωνίδα Σταματελόπουλου

[84] Έχει εύστοχα διατυπωθεί ότι η πνευματική εξέλιξη του Παναγιώτη Κονδύλη (Π.Κ.) «…μοιάζει με τα κύματα που προκάλεσε στο νερό το ρίξιμο μιας πέτρας: αλλεπάλληλοι, όλο και ευρύτεροι κύκλοι γύρω από ένα νοητό και απόλυτο κέντρο» (Κώστας Κουτσουρέλης, «΄Ενας κλασικός», Νέα Εστία, τομ. 146, τχ. 1717, Νοέμβριος 1999, σ. 514). Με Το Πολιτικό και ο Άνθρωπος εκλεπτύνονται ακόμη περισσότερο οι θεωρητικές θέσεις του συγγραφέα που είχαν πρωτοδιατυπωθεί με συντομία, αλλά και πληρότητα, στο Ισχύς και Απόφαση. Η διαμόρφωση των κοσμοεικόνων και το πρόβλημα των αξιών  (εκδ. Στιγμή, Αθήνα 1991).  Ο Π. Κ. είναι ο στοχαστής στο έργο του οποίου η συστηματική φιλοσοφική προσέγγιση διαπλέκεται σφιχτά με την ιστορική και κοινωνιολογική. Στην περίπτωσή του, η εφαρμογή των παραδεδομένων επιστημολογικών διακρίσεων χάνει  τον απόλυτο, αυστηρά ταξινομητικό της χαρακτήρα. Το τελευταίο έργο του [85] θα πρέπει να ιδωθεί σαν ένα έργο το όποιο όχι μόνον εμβαθύνει στα θέματα των προηγούμενων θεωρητικών εργασιών του συγγραφέα αλλά και εκλεπτύνει την θεωρητική πλαισίωση των ιστορικών εργασιών του.

Στην «εισαγωγική παρατήρηση» του επιμελητή της γερμανικής έκδοσης Falk Horst διαβάζουμε για την τρίτομη, σύμφωνα με το ημιτελές σχέδιο του Παναγιώτη Κονδύλη, «κοινωνική οντολογία». Σε μια πρώτη ματιά ο όρος κοινωνική οντολογία μοιάζει προκλητικός αφού η κοινωνιολογία ήδη από τη γένεσή της εμφανίζεται να ασκεί κριτική στις ουσιοκρατικές θεωρήσεις της παραδοσιακής μεταφυσικής. Η έννοια της οντολογίας έχει σχεδόν εξοβελιστεί από τις σύγχρονες αναζητήσεις της κοινωνικής θεωρίας και η επαναφορά της μόνον δυσπιστία, το λιγότερο, μπορεί να γεννήσει.

Με τον όρο κοινωνική οντολογία επισημαίνεται η θεωρητική προσπάθεια σύλληψης κάθε κοινωνικής πραγματικότητας, δηλαδή της κοινωνίας εν γένει, η οποία, στην προοπτική πάντα του Κονδύλη, όχι μόνον δεν παρακάμπτει την εμπειρικώς διαπιστούμενη κοινωνική πραγματικότητα αλλά προϋποθέτει την μελέτη της σε βάθος και έκταση ολότητάς της. Στην κοινωνική οντολογία καμία πτυχή της πραγματικότητας δεν εξοβελίζεται από την οπτική της θεωρίας μέσω της ένταξής της στη σφαίρα του συμβεβηκότος. Η εδραία αντίληψη ότι η κοινωνική οντολογία είναι ένας εμπειρικός κλάδος  εκφράζεται με ενάργεια σε όλες τις επιμέρους αναλύσεις των θεμάτων που τελούν υπό  πραγμάτευση.

Μία από τις πρωταρχικές μέριμνες του συγγραφέα είναι η διάκριση των πεδίων της κοινωνικής οντολογίας, της κοινωνιολογίας και της ιστορίας ως προς τη λογική της θεμελίωσής τους καθώς και η ανάδειξη της όσμωσής τους ως προς την ερευνητική πρακτική. Οι εννοιολογικές διακρίσεις μεταξύ των τριών επιστημονικών κλάδων αφορούν στον πυρήνα των τριών κλάδων και όχι  στα εξωτερικά τους όρια. Τα τελευταία συνυφαίνονται στο βαθμό που το απαιτούν οι εμπράγματες συνάφειες του προς έρευνα αντικειμένου, δηλαδή της κοινωνίας. Το γεγονός ότι και οι τρείς επιστήμες μελετούν το ίδιο αντικείμενο, σχετικεύει τη σημασία της μεθόδου και καθιστά ρευστές τις μεταξύ τους διακρίσεις.  Στο σημείο αυτό θα ήταν αδύνατο να υπεισέλθει κανείς στις λεπτές θεωρητικές αναλύσεις του Π.Κ.  σε ένα πλήθος από προβλήματα. Αρκεί μόνον να υπογραμμιστεί η βαρύνουσα επιστημολογική αξία της έννοιας της ετερογονίας των σκοπών καθώς και των μη επιδιωκόμενων συνεπειών της δράσης για την θεώρηση των μεθοδολογικών προβλημάτων των κοινωνικών επιστημών. Έννοιες που είναι γνωστή η ερμηνευτική αξία που τους έχει προσδώσει ο συγγραφέας ήδη στα προηγούμενα έργα του.

Η συμπλοκή των επιστημονικών κλάδων συμπορεύεται με την επισήμανση του  ανοιχτού και εύπλαστου χαρακτήρα της εξεταζόμενης κοινωνικής πραγματικότητας. Ακόμη περισσότερο είναι καταστατική για την κοινωνική οντολογία η επισήμανση ότι δεν υπάρχει ένα καθ’ ύλην ή κανονιστικό κριτήριο που θα επέτρεπε την θεώρηση της ανθρώπινης κοινωνίας και ιστορίας. Αντιθέτως, έργο της είναι η ανάλυση των λόγων για τους οποίους δεν μπορεί να προκύψει ένα τέτοιο κριτήριο. Η τελευταία παρατήρηση συνδέεται με την αντίληψη ότι δεν υπάρχουν σταθερά ιεραρχημένες αιτιότητες στο κοινωνικό πεδίο. Στο ση- [86] μείο αυτό ο Κονδύλης διαχωρίζει τη θέση του ρητά και κατηγορηματικά από παραδεδομένες λογικές στο χώρο των κοινωνικών επιστημών ή της ιστορίας που ήθελαν ένα πλέγμα κάθε φορά παραγόντων (οικονομικών, βιολογικών, ψυχολογικών κ.λ.π.) να έχει την προτεραιότητα κατά την ανάλυση. Η κοινωνική οντολογία θεωρεί ότι δεν επιτρέπεται καμία σύλληψη της κοινωνίας εν γένει επί τη βάσει πάγιων ιεραρχήσεων των κοινωνικών παραγόντων ή δυνάμεων. Αιτιότητες υφίστανται, μόνον που αυτές αναδεικνύονται κατά την σύλληψη των συγκεκριμένων καταστάσεων και αποκτούν μόνο μία σχετική και προσωρινή υπεροχή έναντι των υπολοίπων. Βασική είναι η διάκριση ότι η κοινωνική οντολογία μας λέγει τι υπάρχει γενικά, ενώ οι κοινωνικές επιστήμες αναδεικνύουν συγκεκριμένες κανονικότητες ή αιτιότητες. Η διαπίστωση προσανατολίζει αντίστοιχα την επιστημονική έρευνα αφού αυτή τώρα θα πρέπει να έχει υπόψη της όλο το φάσμα των παραγόντων που επενεργούν σε κάθε συγκεκριμένη κοινωνία. Με άλλα λόγια, η κοινωνική οντολογία εξετάζει και περιγράφει τις αναγκαίες, όχι τις επαρκείς συνθήκες συμπεριφοράς και δράσης των κοινωνικά ζώντων ανθρώπων. Η έρευνα των επαρκών συνθηκών είναι έργο των κοινωνικών επιστημών, οι οποίες ανιχνεύουν αιτιώδεις σχέσεις.

Έχοντας στραμμένο το βλέμμα στο σύνολο των δυνάμεων και παραγόντων που επενεργούν στην κοινωνία αποκτά ιδιαίτερη επιστημολογική αξία η εξαίρεση.  Ο εξοβελισμός της τελευταίας γίνεται συνήθως με πρόθεση κανονιστική και με στόχο να εντοπιστούν οι κανονικότητες εκείνες που προσδίδουν στο κοινωνικό την εύτακτη, και συνακόλουθα προβλέψιμη, όψη του. Όμως, σύμφωνα πάντα με τον Π.Κ., καμία γνώση για τα ανθρώπινα πράγματα δεν μπορεί να έχει μεγάλη εμπειρική αξία αν παραβλέπει τις δυνάμεις ή τους παράγοντες που μπορούν να παραβούν ή και παραβιάζουν καθημερινά τους τεθέντες κανόνες. Ακόμη περισσότερο η εξαίρεση αποκτά ιδιαίτερη σημασία στο βαθμό που η κανονικότητα την λαμβάνει υπόψη της προκειμένου να τη χειριστεί. Συνεπώς, αποστολή της επιστήμης δεν μπορεί να είναι η (επιστημολογική) εξημέρωση της εξαίρεσης αλλά ο προσδιορισμός της ορθής κοινωνικοοντολογίκης της θέσης και η εκτίμησης του κοινωνικού και ιστορικού της βάρους.

Η ιδιαίτερη οπτική της κοινωνικής οντολογίας καθώς και ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται ο Π.Κ. την εμπειρία φανερώνεται με καθαρότητα στα όσα σημειώνει περί των εννοιών της συνοχής και της τάξης. Η συνοχή και η τάξη σε μιαν ορισμένη κοινωνία δεν εξαρτάται από την ελεύθερη απόφαση της πολιτικής αλλά ανήκει πρωταρχικά στη σύσταση του κοινωνικού. Με αυτήν την έννοια η τάξη, στην κοινωνικοοντολογική της έννοια, ούτε έχει ποτέ διασαλευθεί ούτε  πρόκειται ποτέ να διασαλευθεί. Με άλλα λόγια: τάξη και συνοχή υπάρχει σε κάθε κοινωνία και κάτω από όλους τους όρους. Η υφή όμως της συγκεκριμένης κοινωνικοϊστορικής τάξης συνιστά ένα ξεχωριστό πρόβλημα και είναι καθήκον της κοινωνιολογίας και της ιστορίας να το φωτίσουν. Κανονιστικές θεωρήσεις – ακόμη κι αν αυτές ενδυθούν τον μανδύα της επιστημονικής, εμπράγματης ανάλυσης – που ταυτίζουν μιαν ορισμένη τάξη με την τάξη γενικά συγκαλύπτουν αξιώσεις ισχύος των φορέων τους κι ως εκ τούτου δεν μπορούν να συλλάβουν την κοινωνία από τη σκοπιά της κοινωνικής οντολογίας.

[87] Η έμφαση στον ανοιχτό και ευέλικτο χαρακτήρα του κοινωνικού είναι προϋποθέτει έναν ερμηνευτικό προσανατολισμό σύμφωνα με τον οποίο για την κοινωνική οντολογία «είναι κανονικά όλα όσα ανήκουν στην κοινωνία, δηλαδή όλα όσα συμβαίνουν μέσα στην κοινωνία και γίνονται από κοινωνικά ζώντες ανθρώπους» (Το Πολιτικό και ο Άνθρωπος, σ. 267). Αντίστοιχα και στην αναφορά του στον άνθρωπο και την ανθρώπινη φύση δεν εκκινεί από ένα ορισμό της ουσίας του ανθρώπου. Δεν  εκκινεί από μία γενική έννοια περί φύσης του ανθρώπου προσπαθώντας στη συνέχεια να διερευνήσει σε πιο βαθμό αυτή αντιστοιχεί προς την πραγματικότητα. Αντιθέτως εκκινεί από την δοσμένη εμπειρική πραγματικότητα επί τη βάσει της διαπίστωσης πως ό,τι κάνει ο άνθρωπος, τούτο είναι ανθρώπινο.

Είναι τρείς οι οντικές πτυχές του κοινωνικού που έχουν την εγγενή ιδιότητα να διατάσσονται και να αλληλοσχετίζονται σε πρωταρχικό επίπεδο: η κοινωνική σχέση, το πολιτικό και ο άνθρωπος.  Στην δίτομη ελληνική έκδοση αναλύεται κυρίως η κοινωνική σχέση δίχως αυτό να σημαίνει ότι δεν γίνονται ιδιαίτερα γόνιμες αναφορές στις άλλες δύο πτυχές.

Η φιλία και η εχθρότητα ως μορφή σχέσης περιλαμβάνει ολόκληρο το φάσμα της κοινωνικής σχέσης και είναι ταυτόχρονα το πιο γενικό και ταυτόχρονα πιο ευέλικτο, το μόνο νοητό πλαίσιο ένταξης όλων των ιστορικά μαρτυρούμενων  κοινωνικών σχέσεων. Εκτός του διαχρονικού, συγχρονικού αλλά και εμπράγματου χαρακτήρα της σχέσης φίλου-εχθρού, το δίπολο έχει δύο απτά μεθοδολογικά πλεονεκτήματα. Πρώτον, αποτελεί τη βάση της συγκρότησης του φάσματος της κοινωνικής σχέσης ανεξάρτητα από ηθικούς ή ψυχολογικούς παράγοντες και, δεύτερον, κάνει συγκεκριμένη την έννοια της κοινωνίας η οποία πλέον παύει να είναι απλώς το άθροισμα αφηρημένων κοινωνικών σχέσεων. Η φιλία και η εχθρότητα δεν αποτελούν δύο αφηρημένους τύπους στους οποίους ανάγονται οι κατάλληλοι δρώντες προκειμένου να πληρωθούν. Ως έννοιες έχουν προκύψει από την αφαιρετική σύνοψη των ιστορικά μαρτυρούμενων κοινωνικών σχέσεων.

Σχετική προς το δίπολο φίλος-εχθρός είναι η θεωρητική προτεραιότητα που αποδίδεται στην ταυτότητα.  Υπερβαίνοντας τη διαμάχη των θεωρήσεων που τονίζουν εμφατικά είτε τους ψυχολογικούς όρους της πράξης είτε τη λογική της κατάστασης εντός (και υπό την πίεση) της οποίας έλαβε χώρα μία πράξη προσανατολίζεται στην ανάδειξη της σημασίας της ερμηνείας της κατάστασης εκ μέρους των κοινωνικώς δρώντων, καθώς και τη σύνδεση της ερμηνείας με την ταυτότητα της ύπαρξης. Η έμφαση που δίνει σε τούτο το έργο του ο Π.Κ στην οντολογική σημασία αλλά και επιστημονική διερεύνηση της ταυτότητας βοηθά στον απεγκλωβισμό μας από ορισμένες συνήθεις παραναγνώσεις του έργου του. Στο Πολιτικό και ο άνθρωπος επαναλαμβάνεται, αλλά και διασαφηνίζεται, η ρήση ότι «δεν υπάρχουν ιδέες, υπάρχουν άνθρωποι που ζούν στην κοινωνία και τον πολιτισμό, οι οποίοι πρέπει να συνδέουν την κοινωνικοοντικά καθοριζόμενη και εξηγήσιμη δράση τους με αυτές που κοινώς αποκαλούνται ιδέες» (Το Πολιτικό και ο Άνθρωπος, σ. 261). Στην ίδια συνάφεια έχει επεξηγηθεί ότι «οι ιδέες ως καθορισμένα περιεχόμενα δεν έχουν κοινωνικοοντική (οι υπο- [88] γραμμίσεις δικές μας) αναγκαιότητα». Η άρνηση του Π.Κ. να αποδώσει κοινωνικοοοντολογική  βαρύτητα στις ιδέες γίνεται υπό όρους και η όποια προσπάθεια ερμηνευτικής οικείωσης του έργου του θα πρέπει να τους λαμβάνει υπόψη.

Το έργο αυτό του Παναγιώτη Κονδύλη είναι πολύτιμο από πλήθος επόψεις. Συνομιλεί με τους κλασικούς της κοινωνιολογίας, χαρτογραφώντας παράλληλα το τοπίο της κοινωνικής θεωρίας μέσα από τη δική του ιδιαίτερη προβληματική· ασκεί ιδιαίτερα γόνιμη κριτική στην κοινωνική θεωρία της μαζικής δημοκρατίας· αναιρεί τις υπερφίαλες αξιώσεις φιλοσοφικών θεωρήσεων που έχουν ασκήσει σημαντική επίδραση όχι μόνο κατά το παρελθόν αλλά μέχρι και σήμερα. Η σχεδόν «αριστοτελική» ικανότητα του συγγραφέα να διακρίνει τα επίπεδα της εκάστοτε προβληματικής και να προβαίνει στις κατάλληλες κάθε φορά οριοθετήσεις μας ήταν γνωστή και από τα προηγούμενα έργα του. Όμως αυτή τη φορά, ίσως και εξαιτίας της διαλογικής υφής του εν λόγω έργου, φθάνει σε εξαιρετικά επιτεύγματα. Αν μάλιστα προστεθεί η αρετή της διανοητικής εντιμότητας του συγγραφέα – απόρροια κι αυτή της θεμελιώδους θεωρητικής στάσης του ή μήπως το αντίστροφο;  – τότε η ανάγνωσή του έργου του καθίσταται εξαιρετικά γόνιμη.

Στη Χώρα μας, η σκέψη του Παναγιώτη Κονδύλη μοιάζει να έχει γονιμοποιήσει περισσότερο την παράδοση του ρεαλισμού στο πεδίο της σπουδής των διεθνών σχέσεων. Από την άλλη πλευρά, θεωρητικοί εκφραστές χειραφετητικών ιδεωδών κινήθηκαν σε αναγνώσεις αναιρετικές του έργου του με όχημα την παρανάγνωση θεμελιωδών θέσεων του. Στον θεολογικό χώρο αξιοποιήθηκαν μέρη των ιστορικών του αναλύσεων ενταγμένα στις θεωρητικές στοχεύσεις του εκάστοτε συγγραφέα (με την εξαίρεση του π. Ευάγγελου Γκανά, ο οποίος μας έδωσε μία ειλικρινή, αν και μικρή σε έκταση, προσπάθεια να συζητήσει με το έργο του στοχαστή). Πέραν όμως των παραπάνω στάσεων πρέπει να υπάρξει μία ανάγνωση του έργου του με στόχο, κατ’ αρχάς τουλάχιστον, την  κατανόησή του. Και τούτο δεν μπορεί να γίνει παρά μόνον μέσα από την μέθοδο της φιλοσοφικής ερμηνευτικής και του διαλόγου με αυτό. Στο σημείο αυτό η παρουσία όσων έχουν την αξίωση να διακονούν τη θεολογία μπορεί να είναι ιδιαίτερα σημαντική. Και τούτο γιατί η θεολογία, ακριβώς επειδή δεν έχει την μέριμνα της εγκαθίδρυσης ενός εγκόσμιου παραδείσου, μπορεί με ψυχραιμία και νηφαλιότητα να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που κομίζει η πνευματική παράδοση που εκπροσωπεί ο Παναγιώτης Κονδύλης. Εφόσον βέβαια δεν προβάλλονται στο όνομά της ουτοπικές θεωρήσεις του χριστιανικού παρελθόντος ή οι θεολόγοι μας δεν υποτάσσονται σε ιδεολογικούς συρμούς του παρόντος πιεζόμενοι από τη δυναμική της εκκοσμίκευσης.

Καταληκτικά, είναι ίσως περιττό να τονιστεί ότι δεν ήταν δυνατόν να αναδειχθούν στα όρια μιας «ανάγνωσης» κρίσιμες όψεις των λεπταίσθητων αναλύσεων της κοινωνικής οντολογίας. Συνεπώς, η αποσπασματικότητα και η σχηματοποίηση υπήρξαν οι αναγκαίοι όροι του εγχειρήματος.

counter for wordpress

Advertisements
This entry was posted in Εκ της διαχειρίσεως, Παναγιώτης Κονδύλης and tagged , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s