Ο Ρίλκε και το μέλημα της μορφής. Εικασίες για τις Ελεγείες του Ντουίνο. [Δεύτερο Μέρος]

Όπως σημειώθηκε στην ακριβώς προηγούμενη ανάρτηση, το παρόν κείμενο είναι του Κώστα Κουτσουρέλη και αποτελεί συνέχεια του προηγούμενου πρώτου μέρους. Για γενικότερα στοιχεία γύρω από αυτό, βλ. το εισαγωγικό σχόλιο της πρώτη ανάρτησης.

Οι αριθμοί στις αγκύλες αντιστοιχούν στον αριθμό των σελίδων της έντυπης έκδοσης.

[158] Οι λέξεις έλεγος, ελεγείο, ελεγεία, λένε τα λεξικά, προέρχονται πιθανόν από το φρυγικό elegn, που σημαίνει καλάμι, αυλός. Αν πιστέψουμε την Ιφιγένεια του Ευριπίδη, στα ελληνικά αυτιά το είδος πρέπει να ακούστηκε αρχικά ως κακόηχη βαρβαρική θρηνωδία:

δυσθρηνήτοις ὡς θρήνοις

ἔγκειμαι, τᾶς οὐκ εὐμούσου

μολπᾶς βοὰν ἀλύροις ἐλέγοις

Συνδυασμός δακτυλικού εξαμέτρου και πενταμέτρου, το ελεγειακό δίστιχο μορφικά συγγένευε με το έπος και το επίγραμμα. Στην αρχή εκφερόταν πράγματι συνοδεία αυλού. Συν τω χρόνω θα κατασταλάξει και θεματικά. Ο θρήνος και ο στοχαστικός ρεμβασμός, η μελαγχολία και η αναπόληση, ο πόθος και η ακύρωσή του, η επιθυμία και η διάψευση θα γίνουν το τυπικό του περιεχόμενο.

Μετά τους Έλληνες, από τον Οβίδιο ως τον Τόμας Χάρντυ, από τα Tristia ως το Darkling Thrush, ποιήματα του είδους θα βρούμε άφθονα σ’ όλες τις ευρωπαϊκές λογοτεχνίες. Πουθενά όμως η ελεγειογραφία δεν έδωσε τους καρπούς που μας πρόσφερε στη γερμανική γλώσσα. Όχι μόνο επειδή στη χορεία των ποιητών της καταλέγεται ένας Κλόπστοκ ή ένας Γκαίτε. Ούτε τόσο επειδή από τον Χέρντερ ως τον Σίλλερ, οι Γερμανοί συγγραφείς θα καταπιαστούν [159] θεωρητικά με το είδος όσο κανείς. Αλλά πρωτίστως επειδή στα γερμανικά θα γράψουν οι δύο κορυφαίοι Ευρωπαίοι ελεγειακοί ποιητές των Νέων Χρόνων. Ο ένας είναι –εξυπακούεται– ο Φρήντριχ Χαίλντερλιν. Ο άλλος, ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε.

Στις Ελεγείες του Ντουίνο συγκλίνουν και συνυφαίνονται κατά τρόπο ανεπανάληπτο όλα αυτά τα νήματα της γερμανικής παράδοσης. Η σιλλερική αντίληψη του ελεγειακού ως αντιμέτρησης του ιδεώδους με το πραγματικό, ευτυχέστερος θεματικός ορισμός που δόθηκε ποτέ στο είδος, υπόκειται πίσω από κάθε στίχο του Ρίλκε. Η τοπωνυμική μνεία στον τίτλο τους παραπέμπει στον νεαρό Γκαίτε, στις περίφημες Ελεγείες της Ρώμης (1788-1795), αλλά και στο γεροντικό Ελεγείο του Μαρίενμπαντ, πραγματικό μνημείο του ερωτικού σπαραγμού γραμμένο στα 1823. Μετά τον Ρίλκε και τις Ελεγείες του Ντουίνο, ο τρίτος μείζων σταθμός σ’ αυτή την τιτλωνυμική γραμμή θα σημειωθεί την πρώτη μεταπολεμική δεκαετία. Είναι η περίπτωση του Μπρεχτ, με τις, πολιτικές πλέον, Ελεγείες του Μπούκοβ (1953).

Ο πιο άμεσος πρόγονος του Αυστριακού είναι ωστόσο άλλος – ο Χαίλντερλιν. Όχι μόνο στα αμιγώς ελεγειακά του έργα, σε ποιήματα όπως ο Θρήνος του Μένωνος για τη Διοτίμα, λ.χ., αλλά και στους μεγάλους ύμνους του, τον Άρτο και Οίνο προ παντός, και στους τρόπους της στιχοποιίας του, οι οφειλές του Ρίλκε είναι άμεσες και προφανείς. Αν πρέπει δε κανείς να παρεμβάλει ανάμεσά τους έναν συνδετικό κρίκο, αυτόν θα πρέπει να τον αναζητήσει στον Νίτσε· τον Νίτσε του Ζαρατούστρα πάνω απ’ όλα, ίσως και των Διθυράμβων του Διονύσου.

Μέσω του Γκαίτε, μέσω του Σίλλερ, μέσω ιδίως του Χαίλντερλιν, ο Ρίλκε, ποιητής χριστιανικών και ρομαντικών καταβολών, στρέφεται προς την Αρχαιότητα. Οι Ελεγείες του Ντουίνο δεν ακολουθούν πάντα τις τυπικές προδιαγραφές του ελεγειακού διστίχου· έτσι κι αλλιώς, από την εποχή του Φος και των ομηρικών του μεταφράσεων, ο εξάμετρος στη γερμανική ποίηση έχει περισσότερο τροχαϊκό παρά δακτυλικό βηματισμό. Ο Ρίλκε, επιπλέον, ποικίλλει τον στίχο του αντλώντας διδάγματα από τους ελεύθερους ρυθμούς της ποίησης του 18ου και του 19ου αιώνα. Δύο από τις Ελεγείες του είναι γραμμένες σε blankverse, τον ανομοιοκατάληκτο ιαμβικό δεκασύλλαβο [160] δηλαδή, που βρίσκουμε ιδίως στη δραματική ποίηση, στον Σαίξπηρ και τους κλασσικούς της Βαϊμάρης.

Με δεδομένη την ασύλληπτη πυκνότητα των ποιημάτων, που αναγκάζει τον μεταφραστή να καταφεύγει συχνά στην περίφραση, κατανοεί κανείς γιατί οι Ελεγείες αποδίδονται συνήθως στις άλλες γλώσσες μέσω του ελεύθερου στίχου. Η δική μας δεν αποτελεί εδώ εξαίρεση, πράγμα ώς έναν βαθμό εύλογο αν αναλογιστούμε ότι επαρκές αντίστοιχο του δακτυλικού εξαμέτρου στην νέα ελληνική ποίηση δεν διαθέτουμε και ότι οι επιτυχημένοι τονικοί δάκτυλοι (όπως λ.χ. στους Παραδείσους του Παλαμά) είναι κάτι παραπάνω από σπάνιοι. Μ’ αυτήν, την ελευθερόστιχη, γραμμή της μεταφραστικής παράδοσης των Ελεγείων του Ντουίνο στα ελληνικά, συντάσσεται, πλουτίζοντάς την, η απόδοση του Σωτήρη Σελαβή. Βασισμένος σε αρετές όπως η φραστική αβρότητα και η βαθιά αίσθηση της σημερινής ποιητικής γλώσσας, ο Σελαβής αξιοποιεί και την παρακαταθήκη των παλαιότερων μεταφράσεων, οι παλαιότερες των οποίων μετρούν πάνω από μισό αιώνα ζωής.

Κάποιες ανάμεσά τους –εκείνη του Δ. Δήμου ενδεχομένως, του Α. Δικταίου ασφαλώς– άφησαν ίχνη και στην πρωτότυπη ποίησή μας των πρόσφατων δεκαετιών. Η σημαντικότερη όμως συνάντηση αυτής της τελευταίας με τις Ελεγείες του Ντουίνο συνέβη μάλλον ερήμην των μεταφράσεων. Εννοώ, φυσικά, τα Ελεγεία της Οξώπετρας του Οδυσσέα Ελύτη (1991). Ακόμη και αν ο Ρίλκε έμενε ακόμη όλως διόλου άγνωστος στη γλώσσα μας, τα εκθαμβωτικά αυτά ποιήματα θα αρκούσαν από μόνα τους για να μας τον συστήσουν. Τέτοια και τόση είναι η βαθιά τους συνάφεια με τον κόσμο που πάλλεται στις Ελεγείες του Ντουίνο. Κι επειδή την ποίηση την ερμηνεύουν πάντα καλύτερα οι ίδιοι οι ποιητές, ο Έλληνας αναγνώστης που ενδιαφέρεται να εισέλθει στον κόσμο αυτόν, ας βεβαιωθεί: ξεναγό ιδιοφυέστερο δεν θα βρει.

Μίλησα για τις μορφικές συμβάσεις της ελεγειακής γραφής. Ωστόσο, το έργο του Ρίλκε ανήκει σε τούτη την παράδοση και μ’ έναν άλλο τρόπο, που πάει πέρα απ’ την απλή συμμόρφωση στους τεχνικούς κανόνες. Ξεκινώντας από την μικρασιατική κοιτίδα του, κι αφού πρώτα περάσει από  την Ελλάδα και τη Ρώμη, το ιστορικό νήμα του ελέγου καταλήγει στην ποίηση της Δύσης των Νέων Χρόνων. Υπάρχει όμως και ένα άλλο νήμα, λεπτό και ενίοτε [161] αδιόρατο, που μας φέρνει στη μουσική και χορευτική κληρονομιά των λαών της μεσογειακής λεκάνης. Είναι η βυζαντινή πρώτα πρώτα παράδοση του λεγόμενου βαρέος ήχου και του ψαλτικού τεριρέμ. Είναι ακόμη η νοητή της προέκταση μέσα στην ενδοχώρα του δημώδους μανέ ή αμανέ. Είναι τέλος όλο αυτό το ευρύτατο φάσμα των λαϊκών ρυθμών, από τον σκοτεινό κυματισμό της φωνής του ρεμπέτη ώς το cante jondo, το βαθύ τραγούδι του φλαμένκο, κι από τον μαύρο ήχο των χορών του Μαγκρέμπ ώς τα λουζιτάνικα φάντο.

Το αίσθημα που διαπνέει αυτή την παράδοση, έχουν επιστρατευθεί κατά καιρούς πολλοί όροι για να το εκφράσουν. Στη δική μας γλώσσα, τον ελληνογενή καημό περιστοιχίζουν νοηματικά λέξεις δάνειες –διόλου τυχαία– από την Ανατολή: την οθωμανική, την περσική και την αραβική παράδοση. Ντέρτι, νταλκάς, σεβντάς, μεράκι είναι οι πιο χαρακτηριστικές. Το τούρκικο aşιklιk στην αρχική του σημασία είναι επίσης συγγενές. Το παράπονο, εν μέρει. Οι Πορτογάλοι μιλούν για τη saudade, οι Ανδαλουσιανοί για το duente. Νομίζω ότι όλοι αυτοί οι τρόποι μάς μιλούν εντέλει για το ίδιο πράγμα: τη δίνη και τον στρόβιλο του ελέγου. Αδιάφορο αν αφορούν στο μέλος ή τον λόγο ή τον χορό, το υπόστρωμά τους είναι κοινό: η βαθιά αισθηματικότητα, το επισεσυρμένο πάθος, η κλιμακούμενη ένταση, η φόρτιση ώς την άκρα συγκίνηση.

Αν το ελεγειακό στοιχείο στην Ανατολή έχει πολλά στοιχεία κλαυθμηρά, στη μουσική της βορειότερης Ευρώπης, στις σουίτες του Μπαχ, φέρ’ ειπείν, τα κουαρτέττα του Σούμπερτ, τις μεγάλες άριες του Πουτσίνι, ο κλαυθμός, η λυγμικότητα υποχωρούν, υμνωδικά στοιχεία παρεισφρέουν, ο τόνος γίνεται ενίοτε σχεδόν ευχαριστιακός, αναπεμπτικός, σαν τη μολπή προς την θεότητα που ακούμε στην Canzona di Ringraziamento του Μπετόβεν, έργο που τόσο σημάδεψε τον Σεφέρη.

Στη λογοτεχνία αυτών των χωρών, προπάντων τη γερμανόφωνη, οι σκοτεινοί ήχοι δίνουν τη θέση τους σε μια σκοτεινότητα άλλης λογής, πάει να πει: στην πυκνότητα του στοχασμού, καθώς το λυρικό εγώ αναλογίζεται τη σχέση του με τον κόσμο. Όμως η σκέψη εδώ δεν είναι ενέργημα εγκεφαλικό, η φωνή δεν βγαίνει μόνο απ’ τον λάρυγγα· αναδύεται απευθείας, όπως θα έλεγε ο Γκαρθία Λόρκα, από τα πέλματα των ποδιών και το χώμα. Εισδύουμε πλέον στην περιοχή του στοχαστικού επιφωνήματος. Εκεί όπου το ποιητικό [162] Αχ! παύει να είναι σπασμός και αγωνία και τρέπεται σε καταλλαγή, σε γονυκλισία θαυμαστική εμπρός σε μια ανώτερη βία.

Ach! wir kennen uns wenig,
Denn es waltet ein Gott in uns.

Αχ! τον εαυτό μας τον ξέρουμε λίγο,
Γιατί εντός μας ένας Θεός κυβερνά.

(Χαίλντερλιν)

Εκεί όπου η δίψα της γνώσης γίνεται παραδοχή του αγεφύρωτου:

Zwei Seelen wohnen, ach! in meiner Brust
Μες στο στήθος μου, αχ! δυο καρδιές κατοικούν
(Γκαίτε)

Και όπου ο έσχατος κίνδυνος οδηγεί στον εναγκαλισμό ανθρώπου και κόσμου υπό το μειδίαμα ενός ήλιου ομηρικού:

Bin ich wirklich allein? In deinen Armen, an deinem
Herzen wieder, Natur, ach!

Είμαι στ’ αλήθεια μόνος; Αχ! Φύση, στα χέρια σου,
Στο στήθος σου πάνω, ξανά!
(Σίλλερ)

Σ’ αυτήν λοιπόν την παράδοση ανήκουν, αυτή την πανάρχαια κλωστή ακολουθούν, προεκτείνοντάς την έως εμάς, οι Ελεγείες. Σε αντίθεση προς τους κλασσικούς του μοντερνισμού, ο Ρίλκε, μετά την απομάκρυνσή του από τον καθολικό ευσεβισμό, θα μείνει μακριά από τους πολιτικούς και αισθητικούς μεσσιανισμούς του καιρού του. Στα κείμενά του δεν υπάρχει ίχνος από την καινοδοξία των συγχρόνων του, η ανανέωση ως αίτημα προγραμματικό, η αλλαγή ως αυτοσκοπός δεν τον αφορούν. Στον γιγαντισμό της εποχής, ο ίδιος θα δει το πνεύμα της άγνοιας και της καταστροφής. Στην έβδομη ελεγεία θα γράψει: [163]

Πουθενά, ἀγαπηµένη, δὲν θὰ ὑπάρχει ὁ κόσµος, παρὰ µονάχα µέσα µας.

Ἡ ζωὴ περνᾶ μὲ συνεχεῖς μεταμορφώσεις. Ὅλο καὶ πιὸ ἀσήµαντο

τὸ ἔξω λιγοστεύει. Ὅπου ἦταν κάποτε ἕνα στέρεο σπίτι,

λοξὰ προβάλλεται ἕνα ἐπινοημένο κατασκεύασµα, ἀπολύτως ἔργο

τῆς διάνοιας, σὰν νὰ ’ταν ὁλότελα ἀκόµη στὸ µυαλό.

Ἀχανεῖς ἀποθῆκες δύναµης κατασκευάζει τὸ πνεύµα τῆς ἐποχῆς, ἄµορφο

σὰν τὴ συσσωρευμένη ὁρμὴ ποὺ αὐτὸ ἀποσπᾶ ἀπ’ τὰ πάντα.

Ναοὺς πιὰ δὲν γνωρίζει. Καὶ τούτη τὴ σπατάλη τῆς καρδιᾶς

τώρα κρυφὰ τὴν ἀποθησαυρίζουµε. Ναί, ὅπου ἀκόµη κάτι ἐπιζεῖ, κάτι

ποὺ ἄλλοτε σ’ αὐτὸ προσευχηθήκαµε, ποὺ λατρέψαµε καὶ προσκυνήσαµε,

ἤδη περνᾶ, ἔτσι ὅπως εἶναι, στὴν ἀφάνεια.

Πολλοὶ πιὰ δὲν τὸ παρατηροῦν, χάνοντας ἔτσι τὴν εὐκαιρία,

νὰ τὸ χτίσουν τώρα μέσα τοὺς µὲ κίονες κι ἀγάλµατα, μεγαλοπρεπέστερο!

(μτφρ. Σ. Σελαβή)

counter for wordpress

Advertisements
This entry was posted in Κώστας Κουτσουρέλης and tagged , , , , , , . Bookmark the permalink.

One Response to Ο Ρίλκε και το μέλημα της μορφής. Εικασίες για τις Ελεγείες του Ντουίνο. [Δεύτερο Μέρος]

  1. Παράθεμα: Ο Ρίλκε κριτικός του νεοτερικού αισθητικού λόγου | Γκρίζες θεωρίες, έγχρωμη ζωή

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s