Ο Ρίλκε και το μέλημα της μορφής. Εικασίες για τις Ελεγείες του Ντουίνο. [Τρίτο Μέρος]

Ακολουθεί το τρίτο και τελευταίο μέρος του κειμένου του Κώστα Κουτσουρέλη. Για περισσότερα στοιχεία γύρω από το κείμενο, βλ. το εισαγωγικό σημείωμα του πρώτου μέρους. 

Οι αριθμοί στις αγκύλες αντιστοιχούν στον αριθμό των σελίδων της έντυπης έκδοσης. 

[163] Η κριτική του Ρίλκε συγκεφαλαιώνει βέβαια την κριτική των ρομαντικών στο αστικό Zeitgeist, την απαρέσκειά τους απέναντι στον καλπάζοντα καπιταλισμό. Εξίσου ωστόσο αφορά και στον «απατηλό σωσία» του καπιταλισμού, τον «semblable et frère, την κουλτούρα της νεωτερικότητας», για να δανειστώ την έξοχη διατύπωση του Ντάνιελ Μπέλ από τον Πολιτισμό της μεταβιομηχανικής Δύσης. Και δεν αυθαιρετεί κανείς αν πίσω από την κριτική της τεχνικής και της οικονομίας, διαβάσει και μια κριτική του αισθητικού λόγου της σύγχρονης εποχής. Και ακόμη, την εξήγηση γιατί ο ίδιος ο Ρίλκε τεχνοτροπικά δεν απέκλινε ποτέ ριζικά από το κλασσικό ή το ρομαντικό έθος, ακόμα και σε έργα τόσο ιδιόφωνα όσο οι Ελεγείες ή τα Σονέτα στον Ορφέα.

Η στάση του, γράφει σωστά ο Μάνφρεντ Ένγκελ, είναι «αποφασισμένα αντιμοντερνιστική, πολλές φορές και ξεκάθαρα απορριπτική απέναντι στον πολιτικό καθωσπρεπισμό – σε καμιά περίπτωση όμως αφελώς συντηρητική, πόσο μάλιστα αντιδραστική». Ο Ρίλκε δεν αρνείται συλλήβδην την αλλαγή, την εξέλιξη, την μεταβολή. Η μεταβολή, ως ζωτική μεταμόρφωση του φυσικού κόσμου, είναι στο επίκεντρο της ποιητικής του: [164]

Wolle die Wandlung. O sei für die Flamme begeistert,
drin sich ein Ding dir entzieht, das mit Verwandlungen prunkt;
[…]
Was sich ins Bleiben verschließt, schon ists das Erstarrte

Την αλλαγή να ποθείς. Ω, να ενθουσιάζεσαι στη φλόγα μπροστά,
κάτι εκεί μέσα σού γλιστρά, κι αστράφτει, να! με νέα μορφή·
[…]
Ό,τι ακίνητο πάει να σταθεί, αποστεώνεται ευθύς

θα πει σ’ ένα από τα γνωστά του σονέτα. Ωστόσο, άλλο η αναγκαία, η οργανική μεταβολή, και άλλο οι άμορφοι πειραματισμοί που βγήκαν από τη γέννα των νεωτερικών κινημάτων. Οι τελευταίοι είναι σχήματα σχολαστικά της διάνοιας, εγκεφαλικές κατασκευές ολότελα αποστραγγισμένες από το βιωμένο αίσθημα που ο Ρίλκε αποκαλεί σπατάλη, ξεχείλισμα της καρδιάς. Ο αισθητικός τερατισμός πολλών από τα σημαδιακά έργα του μοντερνισμού, η εξαρθρωμένη γλώσσα την οποία μετέρχονται, οι τεχνοτροπικές τους ακρότητες ερωτοτροπούν με την ύβρη όχι λιγότερο από τα προϊόντα της σύγχρονης τεχνικής που απομυζούν τον πλανήτη. Το πεφυσιωμένο εγώ του μοντέρνου καλλιτέχνη που ποθεί έναν κόσμο «άνευ ορίων, άνευ όρων» δεν διαφέρει από το εγώ των ταγών της αχαλίνωτης ανάπτυξης, του άκρατου οικονομισμού. Κι εκείνο εμπρός στο ίδιο ξόανο, το ξόανο του Ιανού, υποκλίνεται.

«Η ενόρμηση του μοντερνισμού χρειαζόταν να κάνει ένα άλμα», έγραφε στα 1978 στο βιβλίο του που ήδη μνημονεύσαμε ο Ντάνιελ Μπέλ· «ένα άλμα με το οποίο θα πήγαινε πέρ’ από τη φύση, την κουλτούρα, την τραγωδία – για να εξερευνήσει το άπειρον». Σήμερα, έναν αιώνα σχεδόν μετά τα πρώτα του βράδια στο Ντουίνο, ο Ρίλκε θα προσυπέγραφε ίσως τα ερωτήματα του Αμερικανού:

Αναζητούμε ψηλαφιστά ένα νέο λεξιλόγιο που βασική του λέξη κατά τα φαινόμενα θα είναι το «όριο»: όριο στην ανάπτυξη, όριο στην καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, όριο στους εξοπλισμούς, όριο στην αλλ- [165] οίωση της βιολογικής φύσης. Αλλά εάν θέλουμε να επιβάλουμε μια σειρά περιορισμών στην οικονομία και την τεχνολογία, τίθεται το ερώτημα: θα θέσουμε άραγε κι ένα όριο στην εξερεύνηση των πολιτιστικών εκείνων εμπειριών που πάνε πέρα από ηθικούς κανόνες και εγκολπώνονται το δαιμονιακό με την ψευδαίσθηση ότι κάθε εμπειρία είναι «δημιουργική»; Μπορούμε να θέσουμε ένα όριο στην ύβριν;
(μτφρ. Γ. Λυκιαρδόπουλου)

Και για να συμπληρώσω: άραγε θα θέσουμε ποτέ ένα όριο στην καταδαπάνηση των αισθητικών μας πόρων, θα βάλουμε τέρμα στην αλόγιστη αποδόμηση κάθε δοσμένης μορφής, στην αθέτηση κάθε βιωμένου κανόνα; Είναι στ’ αλήθεια δημιουργικός ο παλιμπαιδικός ενθουσιασμός με τον οποίο ολοένα επιδιδόμαστε σε επιπόλαια πειράματα, άξια μόνο για να καταναλωθούν άπαξ και να εγκαταλειφθούν την επομένη;

Με τον τρόπο του ­­–έναν τρόπο δεινό μ’ όλη του την ηδύτητα, θα ’λεγε κανείς τρομερό, σαν τους δικούς του αγγέλους της ομορφιάς–, ο Ρίλκε θέτει σήμερα για λογαριασμό μας το ερώτημα της ύβρεως, το ερώτημα των ορίων. Συμπλησιάζει έτσι τον άλλο μεγάλο «συντηρητικό», τον Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε:

Vergebens werden ungebundne Geister
Nach der Vollendung reiner Höhe streben.

Wer Großes will, muß sich zusammenraffen;
In der Beschränkung zeigt sich erst der Meister,
Und das Gesetz nur kann uns Freiheit geben.

Μάταια το πνεύμα το έκλυτο αξιώνει
στα ύψη της τελείωσης ν’ ανεβεί.

Όποιος ποθεί το μέγα, ας πειθαρχεί·
τα όρια κάνουν πρώτα τον τεχνίτη,
και μόνο ο νόμος μάς ελευθερώνει.

counter for wordpress

Advertisements
This entry was posted in Daniel Bell, Κώστας Κουτσουρέλης and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.

2 Responses to Ο Ρίλκε και το μέλημα της μορφής. Εικασίες για τις Ελεγείες του Ντουίνο. [Τρίτο Μέρος]

  1. Παράθεμα: Ο Ρίλκε κριτικός του νεοτερικού αισθητικού λόγου | Γκρίζες θεωρίες, έγχρωμη ζωή

  2. Παράθεμα: Ο Ρίλκε κριτικός του νεοτερικού αισθητικού λόγου | Γκρίζες θεωρίες, έγχρωμη ζωή

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s