[«Έτσι πέθανε ένας Έλληνας ποιητής, όταν οι συνάδελφοί του στη Δύση βλαστημούσανε το Θεό κι εμπιστεύονταν στη μαριχουάνα»]. Δύο αποσπάσματα του Ελύτη για τον Γιώργο Σαραντάρη

Τα αποσπάσματα που ακολουθούν προέρχονται από τον συλλογικό τόμο δοκιμίων του Οδυσσέα Ελύτη Ανοιχτά Χαρτιά, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2000 (5η έκδοση· η πρώτη από τις εκδ. Αστερίας το 1974) και ειδικότερα από το Χρονικό μιας δεκαετίας, σελ. 317-459 του παραπάνω τόμου.

Ο τίτλος δεν υπάρχει σαν τέτοιος φυσικά. Η φράση βρίσκεται στο κείμενο και επιλέχθηκε ως τίτλος της ανάρτησης αυτής.

Οι αριθμοί στις αγκύλες αντιστοιχούν στον αριθμό των σελίδων της έντυπης έκδοσης. Ακολουθούν τα αποσπάσματα:

[343] Ένας καινούριος, ένας παρείσακτος είχε σηκωθεί και μιλούσε. Τον βλέπαμε όλοι μας για πρώτη φορά. Μέτριος στο ανάστημα, με αραιά μαλλιά, και χοντρά μυωπικά γυαλιά, τσίριζε περισσότερο παρά που μιλούσε, ορθός στις μύτες των ποδιών, με τις φλέβες του λαιμού φουσκωμένες και το καρύδι πεταχτό πάνω από ένα κακοκουμπωμένο πουκάμισο. Η φωνή του ένρινη και οξεία, πρόδιδε φανερά την ιταλική της προέλευση. Ήταν ο Γιώργος Σαραντάρης, και είχε φτάσει λίγο καιρό πρίν, για να κάνει τη στρατιωτική του θητεία, από το Πανεπιστήμιο της Macerata. Όταν μου είπαν ότι έγραφε ποιήματα, προσθέτοντας το επίθετο «παράξενα», [344] κάτι σκίρτησε μέσα μου. Σκέφθηκα πόσο θά’ ταν ωραίο αν κι αυτός ο τόσο σπουδαίος, που μπορούσε να τα βάλει με αληθινούς φιλοσόφους, ήταν ένα ομοϊδεάτης κι ερχόταν να προστεθεί στην παράταξη που, με την ανυπόμονη φαντασία μου, έβλεπα κιόλας να σχηματίζεται στην Ελλάδα. Ήμουν, όπως και για τους άλλους, ένα φίλος, ένα θαυμαστής των νέων τρόπων στην Ποίηση, και τίποτε άλλο.

Έβγαλε αμέσως από την τσάντα του ένα μικρούτσικο βιβλιαράκι και μου το χάρισε. Ήταν οι Αγάπες του Χρόνου. Ένας άλλος τρόπος να βλέπεις και να στοχάζεσαι τα πράγματα, το αναποδογύρισμά τους και η ίσια τους μεριά, ταυτόχρονα κι αξεχώριστα. Πολύ γρήγορα γίναμε φίλοι. Στ’ αυτιά μου αντηχεί ακόμα η φωνή του η ιδιότυπη, που ήξερε τόσο καλά να απομονώνει τους ωραίους στίχους, να τους γεύεται ώρα πολύ και να τους ακολουθεί σ’ όλες τους τις προεκτάσεις.

Δεν έχω γνωρίσει, θά’ θελα να το διακηρύξω, μορφή πνευματικού ανθρώπου αγνότερη από τη δική του. Άπραγος, αδέξιος, ανίκανος για οτιδήποτε πρακτικό, ζούσε με το τίποτε, και δεν του χρειαζότανε τίποτε άλλο έξω από την Ποίηση. Δηλαδή, το αντίθετο ακριβώς απ’ αυτό που ονειρεύονται οι αστοί για τα παιδιά τους. Έτσι όμως είχε φθάσει ως το σημείο να μπορεί να υψώνει τα μεγάλα του ασθενικά μάτια ως τις πλατωνικές Ουσίες. Η παρουσία του εκείνη την εποχή εκείνη, νομίζω, ήταν καίρια. Επιτέλους, νά κάποιος αδικημένος από τη φύση, φτωχός, έρημος, που έστρεφε το κάτοπτρο από την ύβρι της ζωής προς το θαύμα της. Και με πίστη, με πεποίθηση, με δύναμη που μόλις χωρούσε στο λιγοστό του σώμα. Οι μέρες του ήταν γεμάτες εργασία. Ήταν οι πέτρες που χρησιμοποιούσε για να χτίσει την ηθική του προσωπικότητα – και αυτό είναι που του έδωσε [345]  κάποτε το μεγάλο θάρρος να καταγγείλει την παρακμή και ν’ αποτείνει προς τον θεοποιημένο Καβάφη το αγέρωχο ερώτημα «αγάπησες ποτέ σου μια Ρωξάνη;» σ’ ένα  ποίημα βαρύ από νόημα που κανείς, απ’ όσο ξέρω ίσαμε σήμερα δεν αξιώθηκε να σχολιάσει.

Με όραμα την Ορθοδοξία και την «άλλη χαρά», το ασήμι αυτό που οι αγροίκοι της κριτικής μας το πήρανε για μπακίρι προσδοκούσε τα πάντα από τους νέους, που τους αλίευε γύρω από τις πανεπιστημιακές σχολές, και τους ενθουσίαζε και ονειρευότανε να τους αντιπαρατάξει στητούς και περήφανους στην Ευρώπη.

…………………………………………………………………………………………………

[392] Όταν ξαναβγήκαμε από την πρώτη φάση της θύελλας ήταν άνοιξη, και στην Αθήνα είχαμε αποκτήσει μια Kommandantur. Τι σήμαινε αυτό θα το μαθαίναμε σε λίγο. Εκείνη τη στιγμή μετρηθήκαμε κι ήμασταν –απίστευτο- περίπου οι ίδιοι. Μονάχα κάπως αλλιώτικοι, παραζαλισμένοι, εγώ βαδίζοντας μ’ένα μπαστούνι, ο Αντωνίου χωρίς καράβι, ο Σεφέρης μακριά μέσα στους αγάπανθους και ο Σαραντάρης –αυτός ακόμη πιο μακριά…Ήταν η μόνη κι η πιο άδικη απώλεια. Δε γράφω εδωπέρα απομνημονεύματα μιας ζωής, αλλά το χρονικό ενός αγώνα πνευματικού. Θα προσπεράσω, λοιπόν, για να τις ξαναπιάσω, ίσως κάποτε και αλλού, τις σκληρές μέρες της Αλβανίας. Όμως θέλω τη στιγμή αυτή, απροκάλυπτα, να καταγγείλω το επιστρατευτικό σύστημα που επικρατούσε την εποχή εκείνη και που, δεν ξέρω πως, κατάφερε να κρατήσει στα Γραφεία και στις Επιμελητείες όλα τα χοντρόπετσα θηρία των αθηναϊκών ζαχαροπλαστείων και να ξαποστείλει στην πρώτη γραμμή το πιο αγνό και ανυπεράσπιστο πλάσμα. Έναν εύθραυστο διανοούμενο που μόλις στεκότανε στα πόδια του, που όμως είχε προφτάσει να κάνει τις πιο πρωτότυπες και γεμάτες από αγάπη σκέψεις για την Ελλάδα και το μέλλον της. Ήταν σχεδόν μια δολοφονία. Διπλωματούχος ιταλικού πανεπιστημίου – ο μόνος ίσως σε [393] ολόκληρο το στράτευμα-, θα μπορούσε να ΄ναι περιζήτητος σε οποιαδήποτε από τις Υπηρεσίες που είχαν αναλάβει την αντικατασκοπεία, ή την ανάκριση των αιχμαλώτων. Αλλά όχι. Έπρεπε να φορτωθεί το γυλιό και τον οπλισμό των τριάντα οκάδων, για να χαθεί παραπατώντας μέσα στα χιονισμένα φαράγγια ένας ακόμη ποιητής, ένας ακόμη αθώος στο δρόμο του μαρτυρίου.

Φαίνεται ότι πέρασε φριχτές ώρες. Τα χοντρά μυωπικά του γυαλιά, που χωρίς αυτά δεν μπορούσε να κάνει βήμα, τα ‘χασε μέσα στην παραζάλη. Φώναζε «βοήθεια» στους άλλους φαντάρους, αυτός ο Χριστιανός φώναζε «αδέρφια»· και τ’ «αδέρφια» τον κοροϊδεύανε, τα πιο αδίσταχτα βαλθήκανε κιόλας να του κλέβουνε κουβέρτες, μάλλινα, οτιδήποτε χρήσιμο μπορούσε ο δόλιος να κουβαλεί. Απόμεινε σαν το κατατρεγμένο πουλί μέσα στην παγωνιά. Χωρίς να βαρυγκομήσει. Χωρίς να ξεστομίσει έναν πικρό λόγο. Περήφανος, μ’ ένα σώμα ελάχιστο και μια μεγάλη ψυχή, που τον κράτησε όσο που να τραγουδήσει ακόμη λίγο:

Εγώ που οδοιπόρησα με τους ποιμένες της Πρεμετής

–  κι ύστερα να ανεβεί «στους τόπους που αγγέλλουν τον ουρανό και συνομιλούν με τον ήλιο».

Έτσι πέθανε ένας Έλληνας ποιητής, όταν οι συνάδελφοί του στη Δύση βλαστημούσαν το Θεό κι εμπιστεύονταν στη μαριχουάνα. Έπρεπε να το διαφυλάξουμε αυτό, να το κάνουμε σύμβολό μας και κουράγιο μας, τώρα που άρχιζαν άλλα δεινά, η πείνα, η κλούβα, οι εκτελέσεις στον τοίχο.

counter for wordpress

Advertisements
This entry was posted in Οδυσσέας Ελύτης and tagged , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s