Δύο κείμενα του Γιώργου Σεφέρη για τη δικτατορία

Τα δύο κείμενα που ακολουθούν είναι του Γιώργου Σεφέρη. Το πρώτο είναι καταληκτικό απόσπασμα από το  Χειρόγραφο Οκτωβρίου ’68 και, σύμφωνα με το εκδοτικό υπόμνημα που συνοδεύει τον τρίτο τόμο των δοκιμών του Σεφέρη (εκδ. Ίκαρος, 3η έκδοση, ανατύπωση, το 2002, της 1ης του 1992), δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά από τον Π. Α. Ζάννα στο περιοδικό Διαβάζω 142 (23 Απριλίου 1986). Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε και αυτοτελώς από τις εκδόσεις Διάττων.

Το δεύτερο κείμενο είναι όλη η Δήλωση, η οποία συντάχθηκε στις 28 Μαρτίου 1968 και διανεμήθηκε την επομένη στον ελληνικό και ξένο τύπο.

Οι αριθμοί στις αγκύλες αντιστοιχούν στις σελίδες της έντυπης έκδοσης.

[258] Σ’ αυτή την κατάσταση που φτάσαμε μου έρχεται κάθε τόσο στο νου η προσφυγιά της Μέσης Ανατολής. Τότε βαρυγκωμούσα κάθε τόσο που είχα αναγκαστεί να φύγω από τον τόπο. Η δοκιμασία εκείνη με μαραίνει. Και γι αυτό, επειδή γνώρισα τις αηδίες του ελληνικού εμιγκρεδισμού, συμβουλεύω όσους τύχει να με ρωτήσουν γνώμη, να μη φύγουν, θέλω να πω αν αξίζουν τον κόπο. Και αν ακόμη προσπαθήσω να βγάλω από το νου μου εκείνη την εμπειρία, και ξελαγαρίσω όλες τις διαφορές με το σημερινό καιρό, βρίσκω πραγματικά ότι πιο χρή –[259] σιμο είναι να μείνουν εδώ – εκτός από ειδικές ανάγκες ή σκοπιμότητες που βαρύνουν – όσοι περισσότεροι αντίθετοι προς τη στρατοκρατία Έλληνες, παρά να πάνε να εξευτελίζονται σε ξένα χώματα. Το δυστύχημα της σημερινής κατάστασής μας είναι πως δεν υπάρχει αρχηγός. Είναι πιο χρήσιμο νομίζω να υπάρχουν στην Ελλάδα άνθρωποι που γνώρισαν τις σημερινές συνθήκες και είναι σε θέση να τις κρίνουν πραγματικά, όχι με αφηρημένα στοιχεία που ναυαγούν στο εξωτερικό ή με αφηρημένες ιδέες που έχουν μορφώσει στο εξωτερικό. Είναι καλό να μπορούν να λογαριάσουν οι Έλληνες και να προτιμήσουν αποφασιστικά την ελληνική τυραννία ή την ελληνική ελευθερία, όπως κάνουμε αυτά τα πράγματα εμείς, όχι οι Γάλλοι ή οι Αμερικάνοι. Οπωσδήποτε, εύχομαι στη δεινή κατάσταση όπου έχει φτάσει ο τόπος μας να υπάρξουν άνθρωποι που σκέπτονται προτού κάνουν ή πουν κάτι.

Μια φορά, λίγες μέρες μετά το πραξικόπημα του Απρίλη συνάντησα μια γυναίκα υπουργού, μεσόκοπη και μορφωμένη. «Βλέπετε τι μας έκαναν», μου λέει. «Βλέπω», της αποκρίθηκα, «και ελπίζω πως τούτα τα καμώματα θα μας δώσουν την ευκαιρία να αναλογιστούμε τις ανοησίες που κάναμε». Απάντηση: «Να φύγουν πρώτα αυτοί και έπειτα σκεπτόμαστε». Τι να της πεις παρεκτός ότι δεν έχουμε πια περιθώρια για τέτοιες πολυτέλειες. Χρειαζόμαστε επιτέλους κάποια τιμιότητα και κάποια διάκριση όχι εκδηλώσεις με κενά επιφωνήματα. «Πώς μπορείτε και μένετε στην Ελλάδα με τη σημερινή κατάσταση», ήταν ένα από αυτά· το άκουσα δυο-τρεις φορές στη Νέα Υόρκη – έξω από το κτήριο του Poetry Center διαλαλούσαν την Ελεύθερη Ελλάδα· αποκρίθηκα: «Κύ –[260] ριε, δεν ξέρω ποιες είναι οι οικογενειακές σας συνθήκες, αν όμως τις ήξερα, θα μου επιτρέπατε να σας ρωτήσω πως μπορείτε να ζείτε με την οικογένειά σας;». Πως μπορώ να ζήσω στον τόπο μου: Είναι ο τόπος [μου] και τον αγαπώ και δεν αναγνωρίζω σε κανέναν το δικαίωμα να μ’ εμποδίσει να ζω στον τόπο μου και ν’ ακούω να μιλούν τη γλώσσα μου είτε στρατηγός είναι είτε συνταγματάρχης. Όσο για τις κατηγορίες, είναι εύκολο να γίνονται από αυτούς που στρογγυλοκάθουνται στο εξωτερικό, ή ψιθυρίζουν φθονερά στον τόπο.

– «Οι στρατιωτικοί (οι εδώ, της Αμερικής) προκάλεσαν το πραξικόπημα στην Ελλάδα» – (φίλος γερουσιαστής, Wash)

–        «Ύστερα από το Βιετνάμ, τούτος ο τόπος, για πολύ καιρό δεν πρόκειται να επέμβει σε ξένη χώρα» (22 Δεκ.)

Γράμμα από λογοτέχνη, της επόμενης γενεάς. «Η μόνη λύση στο τέλος είναι η αποχή, η φυγή»… «Αρχίζω να αηδιάζω με όλα αυτά. Αλλά δεν ξέρω αν η Ελλάδα θα σωθεί ποτέ με την αηδία. Ίσως το μόνο που μένει είναι να σώσουμε όσο γίνεται τώρα τον εαυτό μας» ( από το Λονδίνο).

ΑΠΟ ΒΛΑΚΕΙΑ
Ελλάς· πυρ! Ελλήνων· πυρ! Χριστιανών· πυρ!
Τρεις λέξεις νεκρές. Γιατί τις σκοτώσατε;

Αθήνα καλοκαίρι – Princeton N. J. ,
Χριστούγεννα 1968

[Δήλωση]

[261] ΠΑΕΙ ΚΑΙΡΟΣ που πήρα την απόφαση να κρατηθώ έξω από τα πολιτικά πράγματα του τόπου. Προσπάθησα άλλοτε να το εξηγήσω, αυτό δὲ σημαίνει διόλου πως μου είναι αδιάφορη η πολιτική ζωή μας.

Έτσι, από τα χρόνια εκείνα ως τώρα τελευταία έπαψα κατά κανόνα ν’ αγγίζω τέτοια θέματα. Εξ άλλου τα όσα δημοσίεψα κατά κανόνα ως τις αρχές του 1967, και η κατοπινή στάση μου (δεν έχω δημοσιέψει τίποτε στην Ελλάδα από τότε που φιμώθηκε η ελευθερία) έδειχναν, μου φαίνεται αρκετά καθαρά, τη σκέψη μου.

Μολαταύτα, μήνες τώρα, αισθάνομαι μέσα μου και γύρω ολοένα και πιο επιτακτικό το χρέος να πώ ένα λόγο για τη σημερινή κατάσταση μας. Με όλη τη δυνατή συντομία, να τι θα έλεγα:

Κλείνουν δύο χρόνια που μας έχει επιβληθεί ένα καθεστώς ολωσδιόλου αντίθετο με τα ιδεώδη για τα οποία πολέμησε ο κόσμος μας, και τόσο περίλαμπρα ο λαός μας, στον τελευταίο πόλεμο.

Είναι μια κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης όπου, όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές, με πόνους και κόπους, πάνε κι αυτές να καταποντιστούν μέσα στα ελώδη, στεκάμενα νερά. Δὲ θα μου [262] ήταν δύσκολο να καταλάβω πως τέτοιες ζημιές δεν λογαριάζουν πάρα πολύ για ορισμένους ανθρώπους. Δυστυχώς δεν πρόκειται μόνο γι’αυτόν τον κίνδυνο.

Όλοι πια το διδάχτηκαν και το ξέρουν πως στις δικτατορικές καταστάσεις η αρχή μπορεί να μοιάζει εύκολη, όμως η τραγωδία περιμένει, αναπότρεπτη στο τέλος. Το δράμα αυτού του τέλους μας βασανίζει, συνειδητά ή ασυνείδητα· όπως στους παμπάλαιους χορούς του Αισχύλου. Όσο μένει η ανωμαλία, τόσο προχωρεί το κακό.

Είμαι ένας άνθρωπος χωρίς κανένα απολύτως πολιτικό δεσμό, και, μπορώ να πώ, μιλώ χωρίς φόβο και χωρίς πάθος. Βλέπω μπροστά μου τον γκρεμό όπου μας οδηγεί η καταπίεση που κάλυψε τον τόπο. Αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει. Είναι εθνική επιταγή.

Τώρα ξαναγυρίζω στη σιωπή μου. Παρακαλώ το Θεό να μη με φέρει άλλη φορά σε παρόμοια ανάγκη να ξαναμιλήσω.

 28 Μαρτίου 1969.

Advertisements
This entry was posted in Γιώργος Σεφέρης and tagged , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

2 Responses to Δύο κείμενα του Γιώργου Σεφέρη για τη δικτατορία

  1. Ο/Η Emilie Kafe λέει:

    Ευχαριστούμε, Λεωνίδα, που μας προσφέρεις τέτοια πολύτιμα κείμενα. Που μας θυμίζουν τί σήμαινε πνευματικό ανάστημα και τί ελληνικός λόγος.
    Ο Σεφέρης ήξερε να μιλάει γιατί είχε φάει όλη του τη ζωή στην Ευρώπη. Και ήξερε τους πιθηκισμούς των » διανοουμένων που σκαρφαλώνουν πάνω απ΄το κεφάλι τους».
    Διέβλεπε πώς θα καταντούσε ο τόπος, όχι λόγω του οικονομικού ναυαγίου, αλλά από πολύ νωρίτερα, λόγω του άγριου εκσυγχρονισμού του.
    Κάθε φορά που διαλέγεις για μας ένα ελληνικό κείμενο, σπαράζει η καρδιά μας. Ξαναγίνεται το δοχείο των παιδικών μας χρόνων, τότε που δεν μας ένοιαζε η φτώχεια, γιατί ακριβώς υπήρχαν τα κείμενα του πνεύματος.

    • Ο/Η Λεωνίδας λέει:

      Με κάνουν πολύ χαρούμενο Emilie Kafe τα λόγια σου!

      Έχεις απόλυτο δίκιο να επισημαίνεις την λειτουργία του εκσυγχρονισμού στην κοινωνία μας με τον τρόπο του Γ. Σεφέρη. Με την επισήμανσή σου αυτή θυμήθηκα και αποσπάσματα από τις «Μέρες» που ίσως μπορέσω να τις αναρτήσω στο μέλλον.

      Νά ‘σαι καλά.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s