Είμαστε ακόμη ικανοί να ελπίζουμε; Σκέψεις για την ψυχική μας ανάκαμψη

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε σε δύο μέρη στην εφημερίδα Καθημερινή  την 27 Νοεμβρίου και 11 Δεκεμβρίου 2011. Εδώ αναρτάται ολόκληρο. Ο τίτλος της ανάρτησης είναι ο τίτλος του πρώτου μέρους.

Ο Βασίλης Καραποστόλης, επιστήμονας και διανοούμενος με πολυμέρεια, παρεμβαίνει στον δημόσιο διάλογο ολοένα και πιο επιτατικά θέτοντας ζητήματα γύρω από τη συλλογική μας ταυτότητα και τον αξιακό μας προσανατολισμό. Το ενδιαφέρον στην περίπτωση του είναι ότι, μολονότι κοινωνιολόγος ο ίδιος (η διδακτορική του διατριβή έχει τίτλο Η καταναλωτική συμπεριφορά στην ελληνική κοινωνία 1960-1975, εκδ. Ε.Κ.Κ.Ε., Αθήνα 1983) αργότερα κινήθηκε στον χώρο της (κοινωνικής) φιλοσοφίας και της επιστημολογίας των κοινωνικών επιστημών.

Σε κείμενα, όπως αυτό που ακολουθεί, η σκέψη του, πέρα από το πρόβλημα ένα άγονου σκεπτικισμού (καλύτερα: κριτικισμού) των Ελλήνων που θέτει, καλλιεργεί, με τον τρόπο του, κι ένα είδος που έχει εγκαταλειφθεί εδώ και δεκαετίες: την εθνική χαρακτηρολογία. Είδος που κάποτε είχε σίγουρα επιβοηθήσει τη στομφώδη ρητορεία, αλλά δεν έπαυε να έχει τη θέση του στη λογιοσύνη μας.

Για παράδειγμα, ο Κ. Θ. Δημαράς απαντώντας σε ερώτημα του Στέφανου Πεσμαζόγλου έλεγε: «Υπάρχουν πράγματα ισχυρότερα από τις θεωρίες. Είναι ο εθνικός χαρακτήρας» (στο Κ. Θ. Δημαράς και Νίκος Σβορώνος, Η μέθοδος της Ιστορίας. Ιστοριογραφικά και αυτοβιογραφικά σχόλια, εκδ. Άγρα, Αθήνα 1995, σ. 50). Στις επόμενες φράσεις του θα ταυτίσει τον εθνικό χαρακτήρα με τους «μέσους όρους».

Ανεξάρτητα από το πώς κάθε φορά συλλαμβάνεται ο εθνικός χαρακτήρας, με περισσότερο ή λιγότερο εκλεπτυσμένο τρόπο, έχει σημασία και μόνον το γεγονός ότι τίθεται. Έχει μεγαλύτερη ακόμη αξία να τίθεται από συγγραφείς όπως ο Βασίλης Καραποστόλης, ο οποίος έχει θητεύσει σε χώρους που ακόμη και ο λόγος, είμαι βέβαιος, ξενίζει τους συναδέλφους του  κοινωνιολόγους ή κοινωνιολογούντες – αν δεν τους κάνει να δυσανασχετούν. Άλλωστε μια τέτοια διανοητική δραστηριότητα παραπέμπει στην εθνική ιδιαιτερότητα.

Η αναφορά στον εθνικό χαρακτήρα δεν μειώνει ολωσδιόλου τη σημασία της εκ μέρους του συγγραφέα επισήμανσης του χυδαίου κριτικισμού που κυριαρχεί στη νοοτροπία του συγκαιρινού Έλληνα.

Για το θέμα του κριτικισμού βλ. στο παρόν ιστολόγιο:

Γιώργος Σεφέρης, Διάλογος πάνω στην ποίηση. Απόσπασμα

Κώστας Κουτσουρέλης, Σχετικισμός, ακρισία, ψευδοπλουραλισμός.

Ακολουθεί το κείμενο.

Του Βασίλη Kαραποστόλη

Σε τι μας επιτρέπεται να ελπίζουμε; Όλοι αναρωτιούνται, όλοι προσπαθούν να νιώσουν μέσα τους κάτι που ξεμυτάει δύσκολα. Γιατί εδώ και καιρό το να ελπίζει κανείς θεωρήθηκε περίπου ισοδύναμο της αφέλειας. Η ελπίδα σχεδόν γελοιοποιήθηκε. Και δεν είναι βέβαια αυτό φαινόμενο ούτε αποκλειστικά ελληνικό ούτε και ενέσκηψε τους τελευταίους μήνες. Είχε αρχίσει από πολύ καιρό εκείνη η διαβρωτική διαδικασία που μέσα στους χώρους της εργασίας, της εκπαίδευσης, του κράτους, διέσπειρε την αμφιβολία και την επιφύλαξη απέναντι σε οποιαδήποτε πεποίθηση με θετικό περιεχόμενο. Μέντορες του συρμού, εμπειρογνώμονες, ακόμη και πολιτικοί, φλυαρούσαν σχετικά με το πόσο αβέβαιος είναι ο κόσμος και το πόσο βεβιασμένο θα ήταν να ρισκάρει κανείς την παραμικρή πρόβλεψη. Ήσουν δυσαρεστημένος; Μπορούσες να πικραθείς, να επιρρίψεις ευθύνες στους υπαίτιους. Όχι όμως και να θελήσεις να ζεστάνεις την καρδιά σου με κάποια βεβαιότητα, έστω υπό δοκιμήν. Η ελπίδα κρίθηκε ξεπερασμένη και επιπλέον επικίνδυνη: από τις πολύ ζεσταμένες καρδιές φαινόταν πιθανόν να ξεπεταχθεί ένας ανεξέλεγκτος φανατισμός.

Κάθε εποχή όμως και κάθε πολιτισμός που θέλησε πραγματικά να αφήσει τη σφραγίδα του στην πορεία του κόσμου, τίμησε αυτό το αίσθημα που το ειρωνεύεται ο σύγχρονος σκεπτικισμός. Χωρίς ελπίδα δεν θα ήταν δυνατόν οι Γάλλοι διαφωτιστές να απευθυνθούν στα πλήθη. Ελπίζοντας και πιστεύοντας (γιατί αυτά τα δυο πάνε μαζί) στην ικανότητα των πεινασμένων μαζών να σκεφτούν λογικά, έγραψαν τα πολεμικά τους κείμενα ο Ρουσσώ και ο Βολταίρος. Και με το ίδιο πνεύμα ενήργησαν στη συνέχεια οι πολιτικοί ηγέτες της επανάστασης. Ο «άπιστος», όπως συχνά τον αποκάλεσαν, 18ος αιώνας πίστεψε στον Λόγο. Όπως ο 19ος αιώνας πίστεψε στην Πρόοδο, και ο 20ός στην παραγωγικότητα.

Έπειτα ήρθαν οι γνώριμοι ενδοιασμοί, οι αμφιταλαντεύσεις, η μόδα μιας αμφιβολίας που υποδυόταν τη «βλάσφημη συνείδηση». Το αποτέλεσμα είναι ότι αντιμετωπίζουμε σήμερα προβλήματα που μας καίνε και την ίδια στιγμή διστάζουμε να ριχτούμε στη δράση. Είναι χρήσιμο σε τέτοιες περιπτώσεις να μην ξεχνάμε αυτά που προηγήθηκαν. Ας γυρίσουμε πίσω το βλέμμα μας στον χρόνο. Βλέπουμε την αρχαία ελληνική πόλη να διακηρύσσει την πεποίθησή της ότι οι θνητοί θα μπορούσαν να γίνουν αθάνατοι μέσω των λαμπρών τους έργων, των αφιερωμένων στο μεγαλείο της πόλης. Βλέπουμε κατόπιν τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία να καυχιέται επειδή οι πολίτες δέχονται να εγκαταλείψουν την ατομικότητά τους και να γίνουν νομικά πρόσωπα. Ελπίζουν ότι αυτό θα είναι προς το συμφέρον τους και πιστεύουν ότι το συμφέρον τους είναι ικανοί να το δουν. Ανάλογη και η στάση των Βυζαντινών, παρά τις άλλες διαφορές στις αντιλήψεις. Η «σωτηρία της ψυχής» και η σωτηρία του κράτους είναι γι’ αυτούς αλληλένδετες, και αποτελούν τον πυρήνα του κοινού τους βίου. Πιστεύουν και στα δύο. Αργότερα, παρόμοια θεμελίωση θα βρούμε στον νεοελληνικό πολιτισμό. Δεν θα πάψει η λαϊκή Μούσα να επιμένει ότι ο ελλαδικός άνθρωπος είναι καμωμένος για να μην υποτάσσεται σε ξένες θελήσεις, να απαιτεί και να κερδίζει ένα περιθώριο αυτεξούσιου, άλλοτε μικρότερο και άλλοτε μεγαλύτερο. Συνεχής ο αγώνας κι ο πόθος αμείωτος.

Θα πείτε και λοιπόν; Με όλα τούτα δεν φθάσαμε στη σημερινή κατάσταση; Η απάντηση είναι όχι. Δεν φθάσαμε στη σημερινή κατάσταση επειδή κυριάρχησε η πίστη σε ανύπαρκτα πράγματα, αλλά επειδή παραλύσαμε από δυσπιστία. Πρώτα απ’ όλα, απέναντι στον συλλογικό εαυτό μας. Η κλασσική ψυχολογία το ονομάζει αυτό «αυθυποβολή της κατωτερότητας». Βαφτίζοντας αδιόρθωτα ελαττωματικό τον εαυτό του ένα άτομο ή ένας λαός, τελικά φθάνει να βάλει βαθιά μέσα του το ελάττωμα και να δεχθεί ότι πραγματικά είναι αδιόρθωτος. Από την άλλη πλευρά όμως υπάρχουν και μερικά κεκτημένα ανωτερότητας που δεν μας αφήνουν να ησυχάσουμε. Σε κάποιες περιστάσεις πιο παλιά φάνηκαν πως δεν μας έλειψαν ούτε το κουράγιο ούτε οι ικανότητες. Δεν ήταν μόνο οι πόλεμοι, ήταν και οι περίοδοι όπου το διαλυμένο εθνικό νοικοκυριό έπρεπε επειγόντως να συμμαζευτεί (μετά τη μικρασιατική καταστροφή, μετά τον εμφύλιο). Αυτό που κρίνεται σήμερα είναι αν από εκείνα τα χρόνια φθάνει ακόμη ένας ορισμένος σφυγμός, μια κάποια υπόμνηση της συλλογικής ζωτικότητας ή εάν τα αγγεία του εθνικού οργανισμού σκλήρυναν και το αίμα παγώνει από μέρα σε μέρα. Πρέπει να απαντήσουμε σ’ αυτό. Για να απαντήσουμε όμως πρέπει πρώτα να αφουγκραστούμε το ίδιο το σώμα μας. Όταν χτυπάει ένα νεύρο μέσα μας, όταν μια φλέβα φουσκώνει, θα πιστέψουμε άραγε ότι αυτό είναι ένα σήμα ζωής ή θα πούμε ότι πρόκειται για τους σπασμούς ενός μελλοθάνατου; Εξαρτάται από εμάς. Εξαρτάται εάν θέλουμε να αναλάβουμε τις δυνατότητές μας ή εάν αρκεστούμε να θυμώνουμε, να ξεθυμαίνουμε για λίγο και να ξαναφουντώνουμε, όντας βέβαιοι ότι για τίποτα καλύτερο δεν είμαστε άξιοι.

«Όποιος δεν δημιουργεί τίποτα, θεωρεί ότι τα πάντα είναι ένα τίποτα», έλεγε ο Γκαίτε. Υπάρχουν όμως και χειρότερα. Είναι να δέχεται κάποιος ότι αν τον υποκαταστήσει ένας άλλος στην ίδια του τη ζωή, θα είναι καλύτερα γι’ αυτόν. «Να μας κυβερνήσουν οι Γερμανοί, αφού δεν τα καταφέρνουμε». Αυτό δεν λένε μερικοί; Και δεν είναι ακόμη πιο θλιβερό αυτοί που το λένε να είναι είκοσι χρονών;

Είμαστε ικανοί να ελπίζουμε;

Το βόρειο πνεύμα περιφρονεί και παράλληλα ζηλεύει το νότιο, τόσο που θέλει να το τιμωρήσει

Στο προηγούμενο σημείωμά μας αναρωτηθήκαμε για το τι σημαίνει να ελπίζει κανείς σήμερα. Είναι άραγε δυνατόν ένα τέτοιο τόλμημα; Σε άλλους καιρούς το ερώτημα θα έμοιαζε αδιανόητο, κούφιο. Ήταν κοινή η πεποίθηση ότι οι άνθρωποι είναι για να προσβλέπουν σε κάτι που δεν εξαντλείται στα δεδομένα της πραγματικότητας. Αρκεί να μην παραβασίζονται στις προσβλέψεις τους. Αυτό φρονούσαν οι Αρχαίοι Έλληνες, το ίδιο και οι Ρωμαίοι.

Με την Αναγέννηση, ωστόσο, επέρχεται μια αλλαγή, κι αυτή είναι που μας ενδιαφέρει περισσότερο σήμερα. Μαζί με την επιθυμία να αναδείξει ο άνθρωπος ό, τι πιο γόνιμο κρύβει μέσα του, αναπτύχθηκε τότε και η επίγνωση ότι αντίκρυ του ορθώνεται μια αλλόκοτη θεότητα, που ούτε να την ελέγξει μπορεί ούτε καν να την κατανοήσει καλά. Είναι η Τύχη. Κατά την περίοδο εκείνη είναι συχνή η απεικόνιση ενός συμβόλου που δείχνει μια γαλέρα να θαλασσοδέρνεται. Πάνω της βρίσκεται ο κυβερνήτης, κρατώντας γερά το τιμόνι. Ο δυνατός αέρας είναι η μοίρα. Μπορεί να δυναμώσει ξαφνικά ακόμη περισσότερο ή μπορεί ν’ αλλάξει κατεύθυνση. Απέναντι σ’ αυτά τα ενδεχόμενα ο κυβερνήτης το μόνο που έχει είναι το μυαλό και τα χέρια του. Είναι σε θέση να προσδιορίσει τον πλου του σκάφους κάτω από τους περιορισμούς στους οποίους βρίσκεται. Σε τι ελπίζει λοιπόν; Στο ότι οι δυνάμεις που ξέρει ότι έχει, δεν θα τον εγκαταλείψουν. Άρα κατά κάποιον τρόπο γνωρίζει ότι, όπως συνέβη και άλλες φορές, τα ανακλαστικά του θα λειτουργήσουν, οι γνώσεις του θα εφαρμοστούν, η ψυχραιμία του θα αποδώσει καρπούς.

Ο εαυτός μας

Για να ελπίζει συνεπώς κανείς, θα πρέπει να έχει μια κάποια ιδέα για τις δυνατότητες του εαυτού του. Απλό να το λέμε, αλλά δύσκολο να το πραγματώνουμε. Γιατί τον εαυτό μας πρέπει να τον παρατηρούμε «απ’ έξω», να τον βλέπουμε μέσα σε όσα κάνει, για να μπορούμε να συμπεράνουμε τι φόντα διαθέτει. Κι αυτό δεν γίνεται πάντα, και δεν γίνεται σε όλους τους λαούς. Οι Αμερικανοί, πρώτα απ’ όλα, είχαν παραδοσιακά την ευχέρεια να βλέπουν τον εαυτό τους μέσα από τον παραγωγικό τους ζήλο. Οι οικοδομές και τα μηχανήματα που παρήγαγαν, τους έδιναν το μέτρο για την αξία που είχαν οι ίδιοι. Θεωρούσαν ότι αξίζουν ως μηχανοδηγοί της ζωής και του κόσμου και η ελπίδα τους ήταν ότι δεν θα στερέψει ποτέ η ικανότητά τους να μετασχηματίζουν την ύλη και να γεννοβολάνε αντικείμενα.

Στην άλλη τώρα πλευρά του Ατλαντικού, οι Ευρωπαίοι πίστευαν σε μια ικανότητά τους πολύ διαφορετική απ’ αυτή των Αμερικανών. Είχαν από αιώνες εξασκηθεί στην τέχνη να αναλογίζονται τι κάνουν. Επιθυμούσαν, έπρατταν, πάνω απ’ όλα όμως έβαζαν τους κανόνες με τους οποίους θα έκριναν και θα διόρθωναν τις επιλογές τους. Η Ευρώπη είχε μάθει να ξανασκέφτεται όσα είχε ήδη πράξει. Την είχαν διδάξει σ’ αυτό ο Αριστοτέλης, ο Ντεκάρτ και ο Χιουμ, η ελληνική ακριβολογία, η γαλλική λεπτότητα, η εγγλέζικη σύνεση.

Το πράγμα άρχισε να χαλάει όταν στον ορίζοντα εμφανίστηκε ο γερμανικός πεσιμισμός. Από τους πικρούς αφορισμούς του Σοπενάουερ και του Νίτσε και κυρίως από τις χειρουργικές διατυπώσεις του Χέγκελ, η ήδη ηλικιωμένη Ευρώπη επληροφορείτο πως η χαρά της ζωής δεν είναι μια υπόθεση που την αφορά και το καλύτερο που της μένει είναι να το πάρει απόφαση πως η Ιστορία δεν είναι τόπος για την ανθρώπινη ευτυχία. Επίσης δεν είχε νόημα να επανεξετάζει διαρκώς τα συμβαίνοντα, αφού αυτά κινούνται ανεξάρτητα από τι αυτή πρεσβεύει ή επιθυμεί. Προς τα κάπου οδηγείται ο κόσμος (πιθανόν και προς το μηδέν), όμως εμείς δεν το ξέρουμε. Πρέπει να μας απελπίζει αυτό; Ναι, αλλά ακριβώς γι’ αυτό καλούμαστε να ενεργήσουμε με τη σκληρότητα και την τυφλότητα των απελπισμένων. Η γερμανική σάλπιγγα κηρύσσει τη δράση χωρίς ελπίδα. Μόνο και μόνο για να έχει εκείνος που δρα την ικανοποίηση ότι ευθυγραμμίζεται με ένα σκοτεινό, ανεξιχνίαστο νόμο που ρυθμίζει τα πάντα, μέχρι να αφήσει τα πάντα κάποια στιγμή να καταρρεύσουν και να βυθιστούν στην άβυσσο.

Αγέλαστη

Κατά κάποιον τρόπο η γερμανική ψυχή μεθάει με την ιδέα ότι μη μπορώντας να ενεργήσει αλλιώς, επισπεύδει το τέλος του κόσμου. Πώς να ταιριάξει λοιπόν αυτή η ορμή που δεν ξέρει να χαμογελάει, με την αξίωση των μεσογειακών λαών να γεύονται ανεπιφύλακτα τη ζωή; Μοιάζει πολύ δύσκολο, σχεδόν ακατόρθωτο. Το βόρειο πνεύμα περιφρονεί το νότιο και την ίδια στιγμή το ζηλεύει και εξοργίζεται τόσο πολύ που το ζηλεύει, που θέλει να το τιμωρήσει. Και η πιο αποτελεσματική τιμωρία φαίνεται πως είναι να μεταστρέψει τη φύση του, να αλλάξει με το ζόρι τον μεσογειακό φωνακλά σε σιωπηλό εργάτη που μοχθεί μονότονα.

Τουλάχιστον οι Αμερικανοί δείχνουν να το απολαμβάνουν που αναλώνονται στη δουλειά, ελπίζοντας στην επιτυχία. Ενώ οι Ευρωπαίοι, κάτω από την πίεση της Γερμανίας, οδηγούνται στον ίδιο δρόμο, αλλά χωρίς να πιστεύουν ότι στο τέρμα θα έρθει η ανταμοιβή. Αυτό είναι ο μεγαλύτερος παραλογισμός στην καρδιά της πάλαι ποτέ λογικής Ευρώπης. Να της ορίζουν να πορεύεται με κλειστά τα μάτια, να περπατάει αμέτρητα χιλιόμετρα και να της ζητούν για πρώτη φορά στην ιστορία της, αυτού του είδους την πορεία να τη θέλει, να τη θέλει πολύ. Και να λέει και ευχαριστώ επειδή της δόθηκε κάτι που μοιάζει με σκοπό.

Advertisements
This entry was posted in Βασίλης Καραποστόλης and tagged , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s