Για ένα καινούργιο πολιτικό σκηνικό

Στο κείμενο που ακολουθεί ο Χρήστος Γιανναράς δείχνει τις άκριτες σχηματοποιήσεις που τείνουν να εγκαθιδρυθούν στον δημόσιο βίο μας και οι οποίες συνοψίζουν την διαιρετική τομή που οι θιασώτες του εκσυγχρονισμού και του φιλελευθερισμού  αξιώνουν να επιβάλλουν στους πολίτες, είτε από άγνοια και μικρόνοια είτε από ιδιοτέλεια. Με τη σειρά του ο ίδιος προκρίνει μία διαιρετική τομή που θα ανταποκρινόταν στις πραγματικές ανάγκες των Ελλήνων.

Αν ο ίδιος προκρίνει μία διαιρετική τομή που βασίζεται σε πολιτισμικά προαπαιτούμενα τούτο δεν σημαίνει ότι η επιλογή του δεν μπορεί να συνδυαστεί και με προτάσεις γύρω από την ίδια την οργάνωση της διοίκησης, του πολιτικού συστήματος, της κοινωνικής μας διάρθρωσης. Άλλωστε νύξεις έχει δώσει και ο ίδιος σε άλλες του επιφυλλίδες.

Ακολουθεί το άρθρο.

Tου Χρήστου Γιανναρά

Oι επιφυλλίδες της χρονιάς 2007, μαζεμένες σε τόμο, έχουν τον τίτλο: «H κατάρρευση του πολιτικού συστήματος στην Eλλάδα σήμερα». Τέσσερα χρόνια αργότερα, τις προάλλες, ο κ. Γιάννης Mαυρής της Public Issue, επαναλάμβανε κατά λέξη την πιστοποίηση αναλύοντας τα στοιχεία δημοσκόπησης των αμήχανων προτιμήσεων του εκλογικού σώματος.

Αποτέλεσμα ξεχωριστής ευφυΐας η προγνωστική ευστοχία των προ τετραετίας επιφυλλίδων; Όχι βέβαια. Απλά και μόνο προϊόν κοινού νου, απροκατάληπτου. Που όμως μοιάζει να σπανίζει και η σπάνις αυτή είναι μάλλον από τις θεμελιώδεις αιτίες (ταυτόχρονα και βασικό σύμπτωμα) παρακμιακής αποδιοργάνωσης της ελλαδικής κοινωνίας.

Oλοφάνερα το πολιτικό σύστημα στην Eλλάδα έχει προ πολλού καταρρεύσει, όμως μια συντηρητική, αρτηριοσκληρωτική δημοσιογραφία επιμένει να το κρατάει μπαλσαμωμένο, να δίνει αηδιαστικό «φιλί ζωής» σε ένα άψυχο, σε προϊούσα αποσύνθεση πτώμα. Δεν μπορεί να αντιληφθεί την πολιτική η στενοκέφαλη οπισθοδρομική δημοσιογραφία παρά μόνο με τις χιλιοφθαρμένες εκτικέτες καιροσκοπικών, τάχα ιδεολογικών διαφοροποιήσεων, που λειτούργησαν ώς τώρα σαν εξωραϊστικό προκάλυμμα κομματικών συντεχνιών φαυλεπίφαυλων.

Yπάρχουν, για τους στρατευμένους στην προπαγάνδα δημοσιογράφους, δύο αντίπαλα στρατόπεδα: Aπό τη μια οι «φιλελεύθεροι», που είναι «προοδευτικοί» και «εκσυγχρονιστές», επειδή είναι «αντικρατιστές», «διεθνιστές». Πιστοί στη σωτήρια «παγκοσμιοποίηση», θέλουν την πληρέστερη δυνατή κατασφάλιση του ατόμου και της «ελευθερίας των αγορών». Xλευάζουν και μυκτηρίζουν κάθε έννοια κοινωνικής συνοχής, κοινωνικής αλληλεγγύης, κράτους πρόνοιας, κάθε αίσθηση πατρίδας, καταγωγής και συνέχειας. Kαι αντιτάσσουν σε αυτή την εξιδανίκευση του ατομοκεντρικού πρωτογονισμού, μόνο και αποκλειστικά, σαν να μην υπάρχει άλλη πρόταση, έναν επίσης εφιάλτη: Mια «λαϊκή Δεξιά», «εθνικοπατριωτών», «τριτοδρομικών λαϊκιστών του κρατισμού», θρησκόληπτων υπερασπιστών μιας ψυχαναγκαστικής προσκόλλησης στην «παράδοση», δηλαδή στο παρελθόν σαν αυταξία.

Aυτή η σκοταδιστική (στην κυριολεξία) δημοσιογραφία προπαγανδίζει σκόπιμες προκαταλήψεις και ημιμάθεια, ιστορική πληροφόρηση από ιδεολογικές μπροσούρες, προκειμένου να διαιωνίζει σχηματικές αντιπαραθέσεις που παγιδεύουν την ελλαδική κοινωνία στην καθυστέρηση, δύο αιώνες τώρα. Eίναι γνωστό ότι οι χοντροκομμένες σχηματοποιήσεις καταναλώνονται πανεύκολα, «πουλάνε» στην αγορά. Διότι παρέχουν ψυχολογική ψευδαισθητική θωράκιση, πλασματική αυτοπεποίθηση στη μάζα των ατόμων που πασχίζουν να αντλήσουν αυτοσεβασμό μόνο από την καταναλωτική τους ευχέρεια. Mόνο με δραματικά χαμηλό επίπεδο κατά κεφαλήν καλλιέργειας συντηρείται η φανατισμένη προσκόλληση σε κατεξευτελισμένες ιδεολογίες, σε εξόφθαλμης αναξιοπιστίας κόμματα.

Mέσα σε αυτό το κλίμα ο ρεαλισμός του κοινού νου, επιφυλλιδογραφικός ή άλλος, όσο κι αν επαληθεύεται η οξυδέρκειά του, παραμένει λόγος περιθωριακός, ανίκανος (τόσα χρόνια) να επηρεάσει το πολιτικό τοπίο το βασισμένο σε όρους ψυχολογικής διαβουκόλησης των επιρρεπών στην ψευδαίσθηση. Όμως, ακόμα και περιθωριακός, ο λόγος που μαθητεύει στον κοινό νου δεν παύει να υπηρετεί τη θεμελιώδη ανθρώπινη ανάγκη (έστω και ανεπίγνωστη) «νοήματος» της ύπαρξης και της συνύπαρξης. Σώζοντας την κριτική σκέψη, την κριτική εγρήγορση.

Λέει λοιπόν ο κοινός νους αντλώντας τόλμη από τις επαληθεύσεις που ως έπαθλα (μοναδικά) τον συνοδεύουν: Tο πολιτικό σύστημα έχει καταρρεύσει και αυτό σημαίνει ότι οι ώς τώρα ιδεολογικές διαφοροποιήσεις και τα συνακόλουθα κομματικά σχήματα δεν έχουν σχέση με τις ανάγκες της κοινωνίας, δεν κομίζουν πρόταση ανταπόκρισης στις ανάγκες της συγκεκριμένης συλλογικότητας, είναι «αρχές», «θεωρήσεις» και ονομασίες προσχηματικές, υπηρετικές σκοπιμοτήτων συντεχνιακών και ιδιοτέλειας.

Για να ανακάμψει η χώρα από τον εφιάλτη της καταστροφής όπου τον βύθισε η κατάρρευση του πολιτικού συστήματος, προϋπόθεση αναγκαία είναι να υπάρξουν διαφορετικές πολιτικές θεωρήσεις, κόμματα με τίμιες και ρεαλιστικές πολιτικές προτάσεις, δίχως παραισθησιογόνες επιφάσεις εντυπωσιασμού.

Για τον κοινό νου η μετοχή στην ευρωπαϊκή κοσμογονία σήμερα είναι αυτονόητη βάση πολιτικής προοπτικής. O Eλληνισμός δεν επιβιώνει ιστορικά, αν μείνει αμέτοχος στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, στο περιθώριο των συντελούμενων μεταβολών. Xρειαζόμαστε λοιπόν δύο κόμματα, να εκπροσωπήσουν τις δύο τάσεις που εκφράζονται στον ελλαδικό δημόσιο βίο: Ένα κόμμα που να δηλώνει ευθαρσώς ότι η επιβίωση του Eλληνισμού ποσώς το ενδιαφέρει, ότι ο συνεπής εκδυτικισμός, έστω και στανικός, συνεπάγεται το μοναδικό «νόημα» της ύπαρξης και της ζωής: την ευμάρεια. Nα στελεχώσει αυτό το κόμμα η πιο πειθαρχημένα συντονισμένη παράταξη (μετά το KKE) που γνώρισε η κοινωνία μας: Aυτοί που μάχονται να εξαλειφθούν τα αρχαία ελληνικά από το σχολειό. Aπαιτούν «διασκευασμένη» τη διδασκαλία της Iστορίας, για να μην παρενοχλεί ο «εθνικισμός» μας επίβουλους γείτονες. Aμνηστεύουν οποιαδήποτε πλαστογραφία της Iστορίας, αν αποτελεί εμπόδιο για την είσοδο στο NATO. Zητάνε άνευ όρων την είσοδο της Tουρκίας στην E.E. Θέλουν ψιλό όνομα την ελληνικότητα, γυμνωμένη από κάθε λαϊκή σάρκα πολιτισμού, σάρκα ιστορική συνέχειας της γλώσσας, του ήθους, της μεταφυσικής δίψας των Eλλήνων.

H άλλη τάση, η αντίθετη στους Φιλοδυτικούς, δεν είναι βέβαια οι Φιλοανατολίτες – κραυγάζει ψευτιά και φτηνή σκοπιμότητα το δίλημμα. Yπάρχουν Έλληνες που πιστεύουν ότι δεν μπορούμε να μετάσχουμε ενεργά, δηλαδή γόνιμα και δυναμικά στο ιστορικό γίγνεσθαι, αν δεν κομίζουμε ετερότητα: Όχι ιδεοληπτική, ρομαντικών ρητορευμάτων, ετερότητα, αλλά πρόταση επικαιρικού ρεαλισμού συνοπτική πείρας αιώνων στην πάλη για ρεαλιστική αξιολόγηση των αναγκών και την ιεράρχηση των αναγκών, πάλη αποτυπωμένη στη γλώσσα και στην Tέχνη.

Δύο κόμματα, δύο εκδοχές της μετοχής μας στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι: Ή κομίζουμε στον εταιρισμό των ευρωπαϊκών εθνών ελληνική ετερότητα που ενδιαφέρει πανανθρώπινα, ή μόνο πιθηκίζουμε τους εταίρους μας, πάντοτε μεταπράτες και κομπλεξικοί της μειονεξίας, πάντοτε δεύτεροι με ψευτοπαρηγόριες επιδόσεων στον μιμητισμό μας.

* O κ. Xρήστος Γιανναράς είναι ομότιμος καθηγητής Φιλοσοφίας και Πολιτιστικής Διπλωματίας του Παντείου Πανεπιστημίου.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Καθημερινή την 18η Δεκεμβρίου 2011. 

Advertisements
This entry was posted in Χρήστος Γιανναράς and tagged , , , , , , , . Bookmark the permalink.

4 Responses to Για ένα καινούργιο πολιτικό σκηνικό

  1. Ο/Η commentatore λέει:

    O Γ. ξέρει να διατυπώνει διλήμματα. Αυτή είναι η γοητεία του. Είναι όμως τα διλήμματά του σωστά; Η μία από τις παρατάξεις που σκιαγραφεί (γελοιογραφεί καλύτερα), όντως υφίσταται: οι εκδυτικιστές, εκσυγχρονιστές, νεωτεριστές, «προοδευτικοί» όποιου ονόματος και όποιας κοπής. Υπήρξαν πάντα μειοψηφία, κοινωνικά λυμφατικοί και πολιτικά αναξιόπιστοι, οι καχεκτικοί αστοί που περιέγραψε ο Κονδύλης. Κράτησαν ωστόσο, και κρατούν ακόμη, τη μοίρα της χώρας στα χέρια τους για τον απλό λόγο ότι η ανάλυσή τους, η ιστορική τους κοσμοθεώρηση, είναι σωστή: Χωρίς την, βίαιη αν χρειαστεί, προσαρμογή του στις νέες συνθήκες και τα πλανητικώς τεκταινόμενα, ο ελληνισμός προώρισται να καταποντιστεί. Αυτές οι νέες συνθήκες δεν είναι και τόσο νέες, ακούν στο όνομα καπιταλισμός, προήλθαν ιστορικά από τη Δύση, όντως, σήμερα όμως προωθούνται και επιβάλλονται από δυνάμεις ημι-, εξω- ή και αντιδυτικές: Κίνα, Ινδία, Βραζιλία, Ρωσσία κ.ά. Είναι δε τόσο ραγδαία η άνοδος των δυνάμεων αυτών, που οι γνωρίζοντες στις δυτικές μητροπόλεις ήδη μας τις παρουσίαζουν ως δυνάμει πρότυπα. Στους ενδιαφερόμενους θα πρότεινα λ.χ. προς ανάγνωση το βιβλίο που πρόσφατα εξέδωσε ο Κίσινγκερ για την Κίνα: το διαπερνά πραγματικός θαυμασμός για τους πολιτικούς και οικονομικούς ιθύνοντες του Πεκίνου, εξού και οι νουθεσίες του προς την Ουάσινγκτον.

    Η άλλη παράταξη που υποθέτει, εύχεται καλύτερα, ο Γ., ιστορικά δεν υπάρχει, δεν υπήρξε ποτέ. «Πρόταση επικαιρικού ρεαλισμού συνοπτική πείρας αιώνων στην πάλη για ρεαλιστική αξιολόγηση των αναγκών και την ιεράρχηση των αναγκών», πρόταση εν ολίγοις εναλλακτική προς τον νεωτερικό κόσμο και δη την νικητήριο συνιστώσα του, τον καπιταλισμό, εν Ελλάδι δεν διατυπώθηκε ποτέ. Αλλά ούτε και σε άλλη χώρα της οικουμένης: Ρώσσοι ολιγάρχες, Άραβες σεΐχηδες και Κινέζοι κομμουνιστές, Γερμανοί Γιούνκερμαν και Αφρικανοί φύλαρχοι στην ίδια απόφαση πάντα κατέληξαν, στην ίδια ανάγκη: να εκσυγχρονίσουν την πατρίδα τους παντί σθένει, πριν τους σαρώσουν τα κύματα της ιστορίας. Το γιατί μας το είπε ο Μαρξ στο Μανιφέστο. Αρκεί να βάλουμε στη θέση των αστών τους σύγχρονους μάνατζερ:

    «Η αστική τάξη, παντού όπου επικράτησε, κατέλυσε κάθε φεουδαλική, πατριαρχική, ειδυλλιακή σχέση. Διέρρηξε ανελέητα τους πολυποίκιλους φεουδαρχικούς δεσμούς που συνέδεαν τους ανθρώπους με τους ανωτέρους τους στη φυσική ιεραρχία, και δεν άφησε άλλο δεσμό ανθρώπου προς άνθρωπο παρά το γυμνό συμφέρον και την ωμότητα της «πληρωμής τοις μετρητοίς». Έπνιξε το δέος της εκστατικής θεοσέβειας, του ιπποτικού ενθουσιασμού, του μικροαστικού συναισθηματισμού στα παγωμένα νερά του εγωιστικού υπολογισμού. Μετέτρεψε την αξιοπρέπεια του ατόμου σε ανταλλακτική αξία και στη θέση τόσων και τόσων κεκτημένων και απαράγραπτων προνομίων και ελευθεριών έβαλε μία και μόνη: τη δίχως φραγμούς ελευθερία του εμπορίου. Με μια λέξη, στη θέση μιας εκμετάλλευσης μασκαρεμένης κάτω από θρησκευτικές και πολιτικές ψευδαισθήσεις έβαλε μιαν άλλη απροκάλυπτη, αδιάντροπη, άμεση και ωμή.
    […]
    Μέσω της ραγδαίας βελτίωσης όλων των παραγωγικών μέσων, μέσω των ασύγκριτα ευχερέστερων επικοινωνιών, η αστική τάξη σύρει όλα τα έθνη, ακόμη και τα βαρβαρότερα, στον πολιτισμό. Οι χαμηλές τιμές των εμπορευμάτων της είναι το βαρύ πυροβολικό με το οποίο ισοπεδώνει τα σινικά τείχη αυτού του κόσμου και εξαναγκάζει σε συνθηκολόγηση ώς και τους πιο σκληροτράχηλους μισόξενους βαρβάρους. Εξαναγκάζει όλα τα έθνη να υιοθετήσουν τον αστικό τρόπο παραγωγής αν δεν θέλουν να καταβαραθρωθούν. Τα εξαναγκάζει να ανοίξουν από μόνα τους τις πόρτες στον λεγόμενο πολιτισμό, δηλαδή να γίνουν αστοί. Με δυο λόγια: δημιουργεί έναν κόσμο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν της.»

    Εκστατική θεοσέβεια, ιπποτικός ενθουσιασμός, μικροαστικός συναισθηματισμός: ο ποθεινός κόσμος του Γ. μ’ αυτούς τους όρους μπορεί κι αυτός να περιγραφεί, φοβάμαι. Μεταξύ μας όμως, και ο επιστημονικός σοσιαλισμός του Μαρξ…

    Ο καπιταλισμός (που δεν σημαίνει πλέον Δύση), έχει δρόμο εμπρός του ακόμη. Θα έρθει η στιγμή του κι εκείνου να πέσει, αναμφίβολα. Μόνο που δεν θα τον ρίξουν οι νοσταλγοί, αλλά οι δικές του ανήκεστες γενετικές ασθένειες. Και, εννοείται, θα πάρει κι άλλους μαζί του, πολλούς… Η Ελλάδα όμως (ο Γ. δεν προβληματίζεται διόλου), θ’ αντέξει ώς τότε;

    Καλή Χρονιά, νά ‘χουμε!

    • Ο/Η Λεωνίδας λέει:

      Αγαπητέ Commentatore σου εύχομαι χρόνια πολλά και καλή χρονιά!

      Θα προσπαθήσω να συνοψίσω, σχηματοποιώντας, τη συλλογιστική του σχολίου σου. Ξεκινάς αρνούμενος το δίλημμα που αξιώνει να εγκαθιδρύσει ο Γ. προτάσσοντας συνάμα την αναγκαιότητα της ένταξης της ελλαδικής κοινωνίας, ακριβέστερα: της κάθε κοινωνίας, στις καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις. Ο διεθνής ανταγωνισμός δεν είναι παρά απόρροια της ίδιας της προσπάθειας αυτοσυντήρησης ενός συλλογικού μορφώματος, αυτοσυντήρηση, που με τη σειρά της προϋποθέτει την ισχυροποίηση. Κατ’ επέκταση ο καπιταλισμός και ό,τι αυτός προϋποθέτει, και συνεπάγεται, ήτοι, εν προκειμένω, το αστικός ήθος και έθος συνιστά μονόδρομο.

      Είναι η ίδια εμπράγματη βάση που σε κάνει να θεωρείς ότι η μόνη παράταξη που υπήρξε στην Ελλάδα είναι αυτή των εκδυτικιστών, εκσυγχρονιστών, νεωτεριστών, “προοδευτικών” όποιου ονόματος και όποιας κοπής –όπως χαρακτηριστικά σημειώνεις. Αντιθέτως, η άλλη παράταξη στην οποία αναφέρεται ο Γ., λες, δεν υπήρξε ποτέ. Τέλος, μοιάζει να συνταυτίζεις τον Γ. με τους συντηρητικούς, στους οποίους αναφερόταν και ο Μάρξ στο απόσπασμά του που παραθέτεις: «Εκστατική θεοσέβεια, ιπποτικός ενθουσιασμός, μικροαστικός συναισθηματισμός: ο ποθεινός κόσμος του Γ. μ’ αυτούς τους όρους μπορεί κι αυτός να περιγραφεί, φοβάμαι. Μεταξύ μας όμως, και ο επιστημονικός σοσιαλισμός του Μαρξ…».

      Να προχωρήσω στις αντίστοιχες ενστάσεις.

      Πρώτη ένσταση: ο Γ. δεν αρνείται την αναγκαιότητα ένταξης στην Ε.Ε. ούτε, πολύ περισσότερο, στον διεθνή καπιταλισμό. Μία τέτοια στάση δεν θα ανεύρεις ούτε στο συγκεκριμένο κείμενο, ούτε στα συστηματικά του έργα. Το αντίθετο· η σχέση του με την ελληνική παράδοση είναι επιλεκτική, ανεξάρτητα αν ο ίδιος δέχεται κάτι τέτοιο ή όχι. Άλλωστε, ο ίδιος αναφέρεται και στο κείμενο του ρητά στην ιδεολογία, στο νόημα κι όχι σε τρόπους οργάνωσης της οικονομίας (από τις λίγες φορές που χρησιμοποιεί την έννοια της ιδεολογίας και με θετικούς όρους κι όχι μονοσήμαντα ως ψευδαίσθηση).

      Δεύτερη ένσταση: σύρεις μία ευθεία γραμμή καθόλη τη διάρκεια της νεοελληνικής ιστορίας διαμορφώνοντας έτσι μία παράταξη, αυτή των νεωτεριστών για συντομία, η οποία ολωσδιόλου δεν είμαι σίγουρος ότι είναι μία. Πρίν το 1974, και ακόμη περισσότερο πρίν τη δεκαετία του 1990, το «Έθνος» ή «η πατρίδα» ή η «ελληνική παράδοση» είναι έννοιες που αποτελούν κοινά σημεία αναφοράς, και πεδία διαμάχης, είτε κανείς ανήκει στο Λαϊκό κόμμα ή το κόμμα των Φιλελευθέρων, είτε στην Ε.Ρ.Ε. ή την Ένωση Κέντρου. Η μεταπολίτευση, και κυρίως ή περίοδος από τα μέσα της δεκαετίας του 90 κι έπειτα συγκροτεί μία νέα ιδεολογική συνθήκη, όπου η λέξη Έθνος, για παράδειγμα, σχεδόν δεν γράφεται ποτέ ως ουσιαστικό αλλά απαντάται ως επιθετικός προσδιορισμός. Εξαιρώ τα δύο τελευταία χρόνια…

      Ακόμη περισσότερο, οι πολιτικοκοινωνικές συμμαχίες καθόλη τη διάρκεια του νεοελληνικού βίου συγκροτούνται μέσα από τις συμμαχίες αστικών, έστω και καχεκτικών, στρωμάτων με πατριαρχικά. Τώρα πιά όχι μόνον έχουν εξαρθρωθεί τα, όποια, αστικά στρώματα υπήρχαν αλλά κι έχουν σαρωθεί τα πατριαρχικά με τις όποιες συνέπειες στο χώρο των ηθών – στο πλαίσιο πάντα μιας κοινωνίας που στερείται θεσμικής συνέχειας και αντιστοίχης κουλτούρας. Αν τα παραπάνω ισχύουν μπορούμε να μιλάμε για μία ρήξη όχι μόνον σε επίπεδο ιδεολογίας αλλά και κοινωνικής δομής.Ρήξη που έχει τις συνέπειες τις στη συγκρότηση και την υφή της ελλαδικής «άρχουσας τάξης».

      Τρίτη ένσταση: αναφερόμενους στους «εκδυτικιστές», τους οποίους μεταγράφεις σε «αστούς», σημειώνεις ότι

      «η ιστορική τους κοσμοθεώρηση, είναι σωστή: Χωρίς την, βίαιη αν χρειαστεί, προσαρμογή του στις νέες συνθήκες και τα πλανητικώς τεκταινόμενα, ο ελληνισμός προώρισται να καταποντιστεί».

      Από την επισήμανσή σου όμως δεν συνάγεται κανένα κοσμοθεωρητικό περιεχόμενο. Υποθέτω το υπονοείς και μόνον με τη χρήση του όρου «αστός». Εδώ όμως τίθεται το ερώτημα: γιατί η, έστω βίαιη, προσαρμογή του ελληνισμού στις νέες συνθήκες συνεπάγεται (κι εδώ θα χρησιμοποιήσω τη διατύπωση του Γ. γιατί θεωρώ ότι αληθεύει στο ακέραιο) ότι θα πρέπει να θέλουμε «ψιλό όνομα την ελληνικότητα, γυμνωμένη από κάθε λαϊκή σάρκα πολιτισμού, σάρκα ιστορική συνέχειας της γλώσσας, του ήθους, της μεταφυσικής δίψας των Eλλήνων». Δεν νομίζω ότι συνιστά μία γελοιογραφία η παρατήρηση του Γιανναρά. Εδώ τα παραδείγματα αφθονούν.

      Ακόμη περισσότερο, και για να μιλήσουμε για τις παρούσες παρατάξεις, δεν βλέπω πως είναι δυνατό να είναι φορείς των «εκσυγχρονιστικών» ιδεωδών οι παρ’ ημίν αστοί όταν ο τύπος του αστού έχει εκπνεύσει οριστικά στις κοινωνίες όπου γεννήθηκε. Πόσο μάλλον σε μία κοινωνία που δεν υπήρξε ποτέ ακέραιος.

      Το ερώτημα βέβαια που έθεσες παραμένει: «Είναι όμως τα διλήμματά του σωστά;». Θα προσπαθήσω να δώσω μιαν αφοριστική απάντηση: Ναι, αν η ελληνική ταυτότητα συνδεθεί με απτές πρακτικές και τρόπους αναδιοργάνωσης του κράτους και της κοινωνίας. Τούτο δεν σημαίνει ότι θα εφεύρουμε τους όλως άλλους θεσμούς για εθνική χρήση αλλά, για παράδειγμα, θα θέσουμε ερωτήματα όπως «ο εκσυγχρονισμός της πατρίδας μας προϋποθέτει τη συντριβή των μικροαστικών στρωμάτων ή μήπως ο μικροαστικός κατακερματισμός μπορεί να αποβεί από παράγοντας κατακερματισμού και διάλυσης όρος ενδυνάμωσης και ανάπτυξης της ανταγωνιστικότητας μας». Κοντολογής: θα μιλήσουμε όχι μόνον για μεθόδους αλλά και για τα πράγματα και πώς, ναι, τα ιεραρχούμε.

      Το πόσο σημαντικό είναι το ζήτημα της ταυτότητας μας το δείχνουν όχι μόνον οι Ευρωπαίοι εταίροι μας, οι οποίοι, αν έχω καταλάβει καλά, ποτέ δεν ξέχασαν ότι ανήκουν σε εθνικά κράτη με ιδιαίτερες παραδόσεις, αλλά και οι γείτονες μας Τούρκοι, οι οποίοι αφού ανασυγκροτήθηκαν και κατέστησαν ισχυροί κατά την περίοδο της κεμαλικής, εθνικιστικής Τουρκίας τώρα μπορούν να υποκαταστήσουν τον κεμαλισμό τους με το «νεοοθωμανισμό» τους – δηλωτικός ο τελευταίος της δυνατότητάς τους να εμφανίζονται τώρα πιά σαν περιφερειακή δύναμη.

      Στα τελευταία μου σχόλια αναφέρθηκα στην ενδεχόμενη λειτουργία της ελληνικής ταυτότητας. Όμως τίθενται και ζητήματα κατανόησης κι όχι μόνον λειτουργιών. Με άλλα λόγια το ζήτημα της ελληνικότητας, με τον τρόπο που τουλάχιστον το θέτει ο Γ. δεν εξαντλείται σε λειτουργίες αλλά έχει να κάνει και με τη νοηματοδότηση του βίου (κι εδώ μιλάω εγώ: ανεξάρτητα από τις πρακτικές που συνοδεύουν αυτή τη νοηματοδότηση). Γνωρίζεις καλύτερα από εμένα ότι η ελληνικότητα, ανεξάρτητα από τα εκάστοτε περιεχόμενά της, ανέκαθεν συμπύκνωνε ύψιστα ηθικά και αισθητικά ιδεώδη. Πώς φθάσαμε να έχει εξοβελιστεί έστω και σαν όρος από τον δημόσιο διάλογο;

      Σε χαιρετώ αγαπητέ Commentatore, και πρέπει να πώ ότι χάρηκα που σε είδα πάλι στο ιστολόγιο της Μέσα Ελλάδας.

  2. Ο/Η commentatore λέει:

    Πολύ δύσκολο να συνεννοηθούμε, φίλτατε Λεωνίδα. Δεν είχα διόλου την πρόθεση να εμπλακώ και πάλι σε γιγαντομαχίες περί την ταυτότητα – ας όψεται ο Γιανναράς…

    Ούτε τα περί αστών ήταν ο σκοπός μου. Ο ανθρωπότυπος του μάνατζερ έχει κληρονομήσει απλώς ορισμένα από τα γνωρίσματα του αστού, αυτά που ιστορικώς αποδείχτηκαν ανθεκτικά και που σημειωτέον απαντούν και αλλού, εκτός Δυτικού κόσμου. (Το παράθεμα από το Μανιφέστο δείχνει ποια.) Τα υπόλοιπα έχουν απαρχαιωθεί και είναι μάταιο να τα αποζητούμε.

    Η μνησικακία του Γ. κατά του Δυτικού κόσμου τού κρύβει το προφανές, ότι δηλαδή αυτό που εκείνος εννοεί ως Δύση, πλέον δεν υπάρχει, ότι έχει μάλιστα ολοκληρωτικά και απαρηγόρητα ηττηθεί, όπως και η καθ’ ημάς Ανατολή. Τι επιζεί από τη Δύση, μπορεί να το δει κανείς σήμερα όχι στη Ρώμη, αλλά περιηγούμενος το Μπακού ή τη Σανγκάη.

    Η Ελλάδα δεν μπορεί πλέον να γίνει αστική χώρα, γιατί αυτό θα σήμαινε ότι της ζητούμε να αναπαλαιωθεί όχι να συγχρονιστεί με την εποχή της… Πολύ δραστικότερη, πολύ βιαιότερη πρέπει να είναι (δυστυχώς…) η μετάλλαξή της. Πρέπει να τρέξει να προλάβει. Και προκειμένου να τρέξει, θα πρέπει να θυσιάσει ό,τι της ζητηθεί, ακόμη κι από αυτά που θεωρεί σήμερα εκ των ων ουκ άνευ. Ανάποδα απ’ αυτό που μου φαίνεται ότι υποστηρίζεις, την ταυτότητά του, την ιστορική του αυτοκατανόηση την περισώζει ο επιτυχημένος. Ο αποτυχημένος (ο Ιμπν Χαλδούν το ήξερε ήδη) αναγκάζεται να την αλλάξει, υιοθετώντας (τυφλά…) την αυτοκατανόηση και την ταυτότητα των επιτυχημένων. Ή αυτοκτονεί.

    Αν είχαμε -εγώ, εσύ, ο Γ.- μια κοινή αφετηρία, ένα σημαντικό κείμενο βάσεως (λ.χ. τον Θουκυδίδη ή, ακόμη καλύτερα, τον Προϋπολογισμό του 2012), έχω την εντύπωση ότι η συζήτησή μας θα απέδιδε καρπούς. Προσώρας πάντως, δεν μιλάμε την ίδια γλώσσα.

    • Ο/Η Λεωνίδας λέει:

      Φίλε μου θα προσπαθήσω να αποκοπώ από οποιοδήποτε ζήτημα ταυτότητας. Ακριβέστερα: θα το μετατρέψω από εργαλείο ανάλυσης της πραγματικότητας σε αντικείμενο προς ανάλυση.

      Τονίζεις, και πουθενά δεν αμφισβήτησα, την ανάγκη η θέση της χώρας να ανατιμηθεί στον διεθνή καταμερισμό της εργασίας. Για τον λόγο αυτό εξοβελίζεις τα ζητήματα ταυτότητας, ήτοι την αυτοκατανόηση των δρώντων (ημών των Ελλήνων εν προκειμένω) προκειμένου να τονίσεις τις απτές πρακτικές που θα πρέπει να ακολουθήσουμε.

      Όμως δεν νομίζω ότι αρνείσαι ότι οι δρώντες πράττουν και επί τη βάσει νοημάτων. Ποιο είναι κατά την εκτίμησή σου το νόημα αυτό που θα εντείνει τη δέουσα εθνική προσπάθεια; Σίγουρα από λογική άποψη, και ανάλογα με τις εκάστοτε ιστορικές συνθήκες, δύναται να είναι το οποιοδήποτε. Όμως στην ιστορική συγκυρία πιστεύω ότι, έστω κι ως ζωτικό ψεύδος ιδωμένο, η αναμόρφωση της εθνικής ταυτότητας είναι ό,τι απαιτείται. Τούτο δεν αναιρεί την ανάγκη υιοθέτησης των όποιων πρακτικών.

      Γράφεις:

      «Ανάποδα απ’ αυτό που μου φαίνεται ότι υποστηρίζεις, την ταυτότητά του, την ιστορική του αυτοκατανόηση την περισώζει ο επιτυχημένος. Ο αποτυχημένος (ο Ιμπν Χαλδούν το ήξερε ήδη) αναγκάζεται να την αλλάξει, υιοθετώντας (τυφλά…) την αυτοκατανόηση και την ταυτότητα των επιτυχημένων. Ή αυτοκτονεί.»

      Θεωρείς τις ιδέες συνάρτηση των πραγμάτων κι όχι ρυθμιστικές αρχές της πορείας τους. Σύμφωνοι. Όμως η επιτυχία ή η αποτυχία δεν λαμβάνει χώρα μεμιάς. Κατά την διεξαγωγή του αγώνα χρειάζεται το νόημα και πάλι. Φυσικά η πρόσδεση σε ένα όποιο νόημα δεν αρκεί για την επιτυχή έκβαση. Σε πολλά σημεία τόνισα την ανάγκη διασύνδεσης των δύο.

      Αν τα παραπάνω στέκουν το ζήτημα της ταυτότητας δύναται να μεταγραφεί στο ζήτημα της πολιτικής νομιμοποίησης. Κι εδώ συμβαίνουν δύο πράγματα ή υιοθετεί κανείς την όποια εκδοχή νομιμοποίησης ή την εξοβελίζει πλήρως. Είσαι σίγουρος ότι προκρίνεις το δεύτερο; Κι αν ακόμη πράττεις κάτι τέτοιο δεν σημαίνει ότι είναι λειτουργικά τελέσφορο.

      Άλλωστε ήδη εδώ και μία διετία οι πολιτικοί μας ηγέτες αναφέρουν τη λέξη «έθνος» τόσες φορές όσες δεν το έκαμαν επί τριάντα, τριανταπέντε χρόνια. Επίτρεψέ μου να ελπίζω, βάσιμα θέλω να πιστεύω, ότι ο ρηχός κοσμοπολιτισμός που κυριάρχησε εδώ και μία περίπου εικοσαετία θα εκλείψει μαζί με τα δανεικά που τον συντηρούσαν όλα αυτά τα χρόνια. Τούτο δεν αρκεί για να σωθούμε, γνωρίζω πολύ καλά ότι μπορούμε να βυθιζόμαστε ψάλλοντας τον εθνικό μας ύμνο.

      Ανέφερες τον Θουκυδίδη. Αν καταλαβαίνω καλά σε ποιο πλαίσιο τον ανέφερες προσπάθησα να μπώ σε μία παρεμφερή τύπου λογική. Με την εξής διαφορά: αν η ανάλυση δεν χρειάζεται να υιοθετεί αξίες ή ιδέες ή ταυτότητες τούτο δεν ισχύει για την πολιτική πράξη.

      Στην προοπτική των παραπάνω προσυπογράφω τα όσα λές μόνον που πιστεύω ότι δεν αρκούν. Είναι αναγκαία η νοηματοδότηση της εθνικής προσπάθειας. Και δεν μπαίνω στην αλήθεια του νοήματός της.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s