Μαϊμούδες και παγώνια

Του Κώστα Κουτσουρέλη

ΟΠΟΙΟΣ ΕΧΕΙ περπατήσει το Πράδο στη Μαδρίτη, θα έχει προσέξει ότι παντού στις αίθουσες, πινακίδες και επιγραφές είναι γραμμένες σε μία μόνο γλώσσα: τα ισπανικά. Ο αλλοδαπός επισκέπτης καλείται να τα βγάλει πέρα όπως μπορεί.

Η ίδια μονοφωνία επικρατεί και εδώ, στα καθ’ ημάς. Στη φρέσκια αθηναϊκή Μπιενάλε λ.χ., τα πάντα είναι γραμμένα σε μία γλώσσα: τα αγγλικά. Ώς και ο τίτλος της έκθεσης μιλάει τη lingua franca της εποχής: Destroy Athens. Ο μη αγγλομαθής ημεδαπός προειδοποιείται εξ αρχής: θέση γι’ αυτόν εδώ δεν υπάρχει.

Ας μη νομιστεί το σύμπτωμα μεμονωμένο. Από τη λίστα των είκοσι μίας αθηναϊκών γκαλλερί που βρίσκει κανείς στο artattackgr.blogspot.com, μόλις εννέα διαθέτουν ιστότοπο που να μιλάει πέραν της αυτονόητης αγγλικής και ελληνιστί. Οι υπόλοιπες δώδεκα αγγλοφέρνουν.

Πώς μπορεί να ερμηνευθεί ψυχολογικά το φαινόμενο; Διότι λόγοι σοβαροί πρακτικοί που να το εξηγούν δεν υπάρχουν. Αυτό το γλωσσικό μασκάρεμα, αυτή η ηθική παρενδυσία καλύτερα, πάνω σε τι άδηλες ψυχικές ανάγκες πατάει;

Πρόκειται άραγε για εκδήλωση της γνωστής εκείνης περιφρόνησης με την οποία οι κουράτορες και οι μάνατζερ της ντόπιας art business είθισται να αντιμετωπίζουν το ιθαγενές και «καθυστερημένο» κοινό τους, για μια υπόμνηση δίκην ταώνος της συντεχνιακής τους υπεροχής; Είναι η ξενογλωσσία ένας μηχανισμός αποκλεισμού των παρακατιανών, ένας «ταξικός» φραγμός όπως φέρ’ ειπείν η χρήση της γαλλικής στα χείλη των μυθιστορηματικών ηρώων του Τολστόι;

Ή μήπως, αντίστροφα, έχουμε να κάνουμε με το άγχος του ανασφαλούς οικοδεσπότη, που τρέμει μπας κι οι διεθνείς καλεσμένοι του τον θεωρήσουν μπας κλας, άμα δειχτεί τέτοιος που πράγματι είναι; Και που γι’ αυτό, σπεύδει να μαϊμουδίσει όσο πιο πειθήνια μπορεί την ξένη φωνή, χώνοντας τη δική του στο υπόγειο; Το σύμπλεγμα δηλαδή του Ηγεμόνος εκ Δυτικής Λιβύης, που τόσο καίρια περιέγραψε ο Καβάφης;

Το πιθανότερο είναι ότι τα δύο αυτά ισχύουν παράλληλα. Η ευτράπελη μορφή του μεγαλοπιασμένου Νεοέλληνα που την ίδια στιγμή πουλάει φιγούρα προς τα μέσα και βαθιές υποκλίσεις προς τα έξω, είναι φαινόμενο διαχρονικό. Στον κατάλογο της Μπιενάλε υπάρχει μια φρασούλα που με αφοπλιστική ειλικρίνεια περιγράφει θαυμάσια το πιστεύω αυτής της κατηγορίας ανθρώπων: «δεν θέλουμε ποτέ να είμαστε αυτό που είμαστε, διεκδικούμε να μην είμαστε αυτό που είμαστε«.

Έστω. Μόνο που όποιος δεν τα καταφέρνει ποτέ του «να γίνει αυτό που είναι«, όπως ζητούσε ο Νίτσε, ούτε να γίνει κάτι άλλο, οτιδήποτε άλλο, μπορεί.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα  Η ΑΥΓΗ, Σάββατο-Κυριακή, 27-28.10.2007. Το άρθρο έχει ληφθεί από την ιστοσελίδα του συγγραφέα.

Advertisements
This entry was posted in Κώστας Κουτσουρέλης and tagged , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s