ΤΖΩΝ ΜΠΕΡΡΥΜΑΝ. ΤΑ ΟΝΕΙΡΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

Το κείμενο που ακολουθεί είναι του Αντώνη Ζέρβα και εκδόθηκε τον Ιούνιο του 2004 στο περιοδικό Νέα Εστία, (τχ. 1768). Αποτελεί μία εισαγωγική παρουσίαση ποιημάτων του Τζών Μπέρρυμαν (1914-1972) από τη συλλογή με τίτλο «Ονειρικά τραγούδια» του τελευταίου,  των οποίων την επιλογή και μετάφραση έκανε ο ίδιος ο Ζέρβας.  Σύμφωνα με το προλογικό σημείωμα του Σταύρου Ζουμπουλάκη η παρουσίαση αυτή του Μπέρρυμαν στο ελληνικό κοινό υπήρξε η πρώτη.

Στο κείμενο οι παρατηρήσεις πάνω στην τεχνική της ποίησης του Μπέρρυμαν διαπλέκονται με στοχασμούς πάνω στα περιεχόμενά της.  Το κεντρικό θέμα θα μπορούσε να εντοπισθεί στις υπαρξιακές εντάσεις που γεννώνται όταν το πρόβλημα της καταγωγής και της εξήγησης του κακού, η απώλεια και η αδυναμία ή ο πόνος  εκφράζονται σε μία κοινωνία όπου κυριαρχεί η λατρεία της ισχύος, όπως η αμερικανική. Η καθολική αξία του θέματος δεν έγκειται μόνον στο πυρήνα του, δηλαδή στο πρόβλημα του κακού αλλά και στην μορφή που παίρνει σε μία κοινωνία που λειτουργεί εδώ και πολλές δεκαετίες παραδειγματικά για τις υπόλοιπες. Άλλωστε, σε έτερο κείμενό του ο Ζέρβας έχει επισημάνει ότι «η Αμερική είναι το πρότυπο της ανοικτής, τεχνολογικής κοινωνίας, προς το οποίο τείνουν λίγο πολύ οι λοιπές κοινωνίες της Οικουμένης», στο «Το ιερό αίτημα του καιρού μας», Μεταθυμικά, εκδ. Ίνδικτος, Αθήναι 2006, σ. 127.

Οι αριθμοί στις αγκύλες αντιστοιχούν στον αριθμό των σελίδων της έντυπης έκδοσης. Οι υποσημειώσεις έχουν τεθεί στο τέλος του κειμένου, αν και στην έντυπη έκδοση βρίσκονται στο τέλος της σελίδας.

Ακολουθεί το κείμενο.

En Amérique, la majorité trace un cercle formidable autour de la pensée. Au dedans de ces limites, l’écrivain est libre, mais malheur à lui s’il ose sortir. 
Alexis de Tocqueville

 

 

[828] Ο Τζων Μπέρρυμαν θεωρείται, μαζί με τον συμπατριώτη του Ρόμπερτ Λόουελ[i], μία από τις δύο σημαντικότερες φυσιογνωμίες της μεταπολεμικής αμερικάνικης ποίησης. Και όμως, παραμένει άγνωστος σχεδόν εκτός Αγγλόφωνου κόσμου, διότι το βασικό του έργο Τα Ονειρικά Τραγουδια[ii] είναι συνυφασμένο με δυσκολίες τέτοιας λογής, ώστε να αναιρείται κάθε μεταφραστική σχέση κόστους και οφέλους. Πράγματι, στο έργο αυτό, τα εγγενή χαρακτηριστικά της Αγγλικής, όπως το άκλιτο, το ολιγοσύλλαβο και η γραμματική ουδετερότητα ή πολυσημία των λέξεων εξωθούνται στα άκρα. Επιπλέον, το αμερικάνικο ιδίωμα του Μπέρρυμαν πλάθεται με στοιχεία νέγρικης διαλέκτου, νηπιακές, λόγιες ή αρχαϊκές εκφορές του λόγου που συμπλέκονται κατά πολλούς και ποικίλους ρυθμούς, ανάλογα με τις συντακτικές εξαρθρώσεις του νοήματος. Έτσι, η αμφιβολογική έκφραση γίνε- [829] ται ο κανόνας αυτού του γραπτού κόσμου, όπου τίποτε δεν είναι σταθερό και όλα σημαίνονται πολλαχώς. Αντιλαμβάνεται κανείς ότι η μετάφραση παρόμοιων ποιημάτων δεν είναι απλώς η αχάριστη δουλειά της μετάφρασης, αλλά μια αγωνιώδης εμπειρία σε κινούμενη άμμο.

Αν όμως η μελέτη των αμερικανών συγγραφέων επιβάλλεται σήμερα, όπως στις αρχές του προηγούμενου αιώνα ήταν επιβεβλημένη η ανάγνωση των Ρώσσων, το έργο του Τζων Μπέρρυμαν αξίζει οπωσδήποτε τον κόπο, γιατί επιχύνει ένα ιδιαίτερο φως και στο πνευματικό πρόβλημα που θέτει η παγκόσμια ισχύς της χώρας του, και στην εκ πρώτης όψεως χαμένη υπόθεση της ποίησης.

Έχοντας ζήσει σε μια χώρα οικουμενικών αξιώσεων, τα προβλήματα της οποίας γίνονται αισθητά στην Ευρώπη με καθυστέρηση τριάντα ετών τουλάχιστον, ο Μπέρρυμαν ήταν σε θέση να συλλάβει άμεσα τις αντινομίες της σύγχρονης δημοκρατικής κοινωνίας. Η φωνή του συνοδεύει, στη δική της κλίμακα, όσους αντιλήφθηκαν από νωρίς ότι ο τεχνοεπιστημονικός προσανατολισμός της ελεύθερης αγοράς θα μετέτρεπε τα πάντα σε εμπόρευμα, προάγοντας την ισότητα εις βάρος της ελευθερίας και απενοχοποιώντας την ελευθερία μπροστά στις ανισότητες.

Με θεολογικούς όρους, θα έλεγα ότι το έργο του Μπέρρυμαν αποτελεί ένα βιωμένο παράδειγμα της θεολογίας του Σταυρού μέσα στη δόξα της Αμερικανικής Βασιλείας. Εξού και η ασεβής πλην σοβαρότατη νοσταλγία του Ευαγγελίου που διατρέχει υπογείως όλη την ποίησή του. Διότι, ακόμη και στη μεγαλύτερη ευημερία, υπάρχει ένα επίμονο ερώτημα στο οποίο καμμία φιλοσοφία η κοινωνιολογία και καμμία οικονομική θεωρία  δεν μπορεί να δώσει πειστική απάντηση: Πόθεν τα κακά;

Ο ποιητής δεν δίνει απαντήσεις· κρατάει η δεν κρατάει ζωντανό το ερώτημα, φωτίζοντας κάτι από τα αδιερεύνητα βάθη της ενοχής του ανθρώπου. Και αυτό είναι το ύπατο κριτήριο, γιατί η ποίηση είναι η δωρεά που μένει μετά από κάθε είδος λογαριασμού, κοινωνικής ωφέλειας και συναλλαγής. «Αρνούμαι ότι η ποίηση είναι τέχνη», θα βροντοφώναζε ο Ράνταλ Τζάρρελ[iii], ο πιο προικισμένος αλλά και πιο απαιτητικός κριτικός της γενιάς του Μπέρρυμαν. Ο τελευ- [830] ταίος έπρεπε να αναδειχθεί πρώτα σε δαιμόνιο τεχνίτη για να γίνει αργότερα ο αυθεντικός ποιητής. Και αυθεντικός ποιητής είναι όποιος δίνει προσωπική μορφή στον πόνο, μετατρέποντάς τον σε χαρά.

Τα Ονειρικά Τραγούδια κυκλοφόρησαν το 1969 και τιμήθηκαν με το Κρατικό Βραβείο. Αποτελούνται από επτά κεφάλαια ανισάριθμων ποιημάτων, εκ των οποίων τα τρία πρώτα δημοσιεύτηκαν το 1964 με τον τίτλο 77 Dream Songs[iv]. To 1968, ακολούθησε ο δεύτερος τόμος με 308 ποιήματα, χωρισμένα σε τέσσερα κεφάλαια υπό τον τίτλο His Toy, His Dream, His Rest (Το Παιχνίδι του, το Όνειρό του, η Ανάπαυσή του).

Πρόκειται για ένα μακροσκελές, αφηγηματικό ποίημα έντονου βιογραφικού χαρακτήρα στην παράδοση του προσωπικού έπους, που συχνά συγκρίνεται με Το τραγούδι του Εαυτού μου του Ουώλτ Ουίτμαν ως προς την πρόθεση, και με τα Άσματα του Έζρα Πάουντ, ως προς την αποσπασματική διάρθρωση. Κάθε επιμέρους ποίημα αριθμείται, με τον τρόπο των Σοννέτων του Πετράρχη και του Σαίξπηρ, από 1 έως 385, και αποτελείται από τρεις εξάστιχες στροφές, ο 3ος και 6ος στίχος των οποίων κατά κανόνα οιμοιοκαταληκτούν και είναι βραχύτεροι, έως και μονολεκτικοί. Αλλά το μορφικό σχήμα δεν είναι αυστηρό και άτεγκτο· συνιστά ένα είδος ανεπτυγμένου και ανοικτού σοννέτου που επιτρέπει παντός είδους ελευθερίες και παραλλαγές. Τόσο μάλιστα που να ξεχνάς ότι έχεις να κάνεις με τη συγκεριμένη μορφή, αφού η συνήχηση και η παρήχηση αντικαθιστούν πολλές φορές την ομοιοκαταληξία. Το ίδιο ισχύει και για το μέτρο: ιαμβική βάση με κάθε λογής μετρικά μορφώματα από « ανάπαιστους, σπονδείους, ιάμβους, τροχαίους, δακτύλους […] που να φεύγει το κεφάλι των κριτικών»[v] .

Ο ονειρικός χαρακτήρας των ποιημάτων είναι στενά συνδεδεμένος με τη γλώσσα και τις χρήσεις της. Άσχετα φαινομενικώς θέματα συγχωνεύονται χωρίς σαφή λογική εξήγηση ή σύνδεση·  αποσπάσματα με αποσπάσματα, ενότητες ή επιμέρους στοιχεία συγκρούονται και αφήνουν ερείπια. Έτσι, σε συνδυασμό με τη χυδαία, παιγνιώδη [831] και πεζολογική εκφορά του λόγου, που υποκρύπτει την τραγικότητα του σύγχρονου υποκειμένου, τα Ονειρικά Τραγούδια είναι φυσικό να ξαφνιάζουν και μάλιστα να απωθούν. Τέτοια όμως είναι η έλξη των ρυθμών τους, ώστε ο αναγνώστης να αντιλαμβάνεται τελικώς ότι η ποίηση ανακτά εδώ τις πρωτογενείς δυνάμεις της· ότι δεν έχει να κάνει τίποτε με την καλλιέπεια και τις διατηρητέες συνήθειες, μόνο «τραγουδά» αυτό που απαγορεύεται, αγχώνει και τυραννάει.

Ήρωας του ποιήματος είναι ένας λευκός, μορφωμένος και πολυταξιδεμένος αμερικανός πολίτης με πολλά ελαττώματα που πάσχει αδιάκοπα και θέλει να καταλάβει γιατί πάσχει. Ονομάζεται Ερρίκος – το ιστορικό και «πιο άσχημο όνομα» κατά τον ποιητή. Έχει έναν φίλο, ο οποίος δεν κατονομάζεται ποτέ. Ο φίλος απευθύνεται στον Ερρίκο, αποκαλώντας τον «κυρ Κοκάλα» – ένα παρατσούκλι  που υποδηλώνει την αδύνατη κράση, την καταγωγική πείνα, τον ριψοκίνδυνο, ευέξαπτο, λάγνο και πεισιθάνατο χαρακτήρα του αλκοολικού Ερρίκου.

Εκτός όμως από ζάρι, κόκκαλο είναι και το αυτοσχέδιο όργανο που χρησιμοποιούσαν οι νέγροι στη μουσική τους. Και ακριβώς· η νέγρικη διάλεκτος μαζί με τη νηπιακή γλώσσα επιστρατεύονται εδώ για να αποδώσουν τη σύγκρουση μεταξύ ασυνειδήτου και υπερεγώ στον σύγχρονο κόσμο[vi]· μεταξύ του συλλογικού εγώ που θεραπεύουν οι θεσμοί και του ατόμου που προσκρούει πάνω στους θεσμούς. Εξού και η διαλογική σκηνοθεσία των ποιημάτων, που στηρίζεται στις λαϊκές παραδοσιακές παρωδίες των λευκών αμερικάνων, μεταμφιεσμένων σε νέγρους, και όπου είναι δύσκολο να συμπεράνεις με ασφάλεια, αν σατιρίζονταν οι νέγροι ή αυτοκρίνονταν οι λευκοί, μιλώντας και τραγουδώντας νέγρικα. Θυμάται κανείς τον Αγκόπ και τις λαϊκές σκηνικές παρωδίες της δεκαετίας του ’60 με τους ανατολίτες ή τους βλάχους που προσπαθούσαν να ενταχθούν στο σύγχρονο ελληνικό κράτος.

Ο φίλος ενσαρκώνει κατά κάποιον τρόπο τον κοινό νου και προσπαθεί να συνετίσει τον Ερρίκο, ο οποίος ως άλλος Ιώβ ζει στα βάσανα και τις πίκρες. Ο Ερρίκος αναζητεί ματαίως παρηγοριά για μια ανεπανόρθωτη απώλεια που συνδέεται με την αυτοκτονία του [832] πατέρα του, σαν ήταν ακόμη παιδί. Τότε άλλαξε όνομα και πήρε το όνομα του πατριού του. Ακολούθησαν και άλλες αλλαγές ή προδοσίες. Αλλά το αίσθημα της ενοχής και η συνακόλουθη οδύνη υπερβαίνουν τα όρια της ατομικής περίπτωσης. Η απώλεια γίνεται το κεντρικό θέμα του έργου. Το σύνδρομο του Άμλετ μετατρέπεται σε εναγώνιο μεταφυσικό ερώτημα: Ο πατέρας που αυτοκτόνησε είναι τάχα μια απτή μαρτυρία της αυτοκτονίας του Θεού; Κι αν ναί, τότε πώς μπορούμε να υπάρξουμε χωρίς πατέρα; Πώς μπορούμε να συνεχίσουμε, γνωρίζοντας ότι ο πατέρας  δεν θέλησε να ζήσει; Κατά τον Κάντ, αυτό είναι το τίμημα της ενηλικίωσης του νεώτερου ανθρώπου. Αλλά με την ενηλικίωση της λογικής δεν διαγράφεται αναγκαστικά και ο πόνος. Γιατί υποφέρει ο άνθρωπος; Τί είναι ο πόνος; Πόθεν ο αλκοολισμός;

Η ισχυρότερη κοινωνία της υφηλίου όχι μόνον δεν μπορεί να του προσφέρει γιατρειά, αλλά επιδεινώνει ακόμη περισσότερο την κατάστασή του. Ο ήρωας είναι πατριώτης και νοιάζεται «για την τιμή της πατρίδας του», έστω κι αν έχει μελετήσει τον Τοκεβίλ και ξέρει ότι κάτω από την «αμερικάνικη τιμή» κρύβεται το μέλημα της ευημερίας και της απόκτησης πλούτου. Αγαπάει τη χώρα του, είναι υπερήφανος για τους ελεύθερους και δημοκρατικούς θεσμούς της ιστορίας της. Του είναι αδύνατον όμως να ζήσει το παρόν της, διότι ο ίδιος ο πολιτισμός της το αναιρεί. Το παρόν είναι η κραυγή του ατομικού πόνου που περισσεύει στον λογαριασμό της εγκόσμιας καθολικότητας. Η ισχύς και η δύναμη θα τον προσπερνούν πάντα, τάσσοντας διαρκώς σκοπούς μέσω των οποίων αναγεννώνται αιωνίως. Αυτό σημαίνει ότι η αρχή της ατομικότητας  γίνεται σεβαστή μόνο κατά το ήμισυ. Ευνοείται το ανενδοίαστο άτομο, το φιλόδοξο, το απροβλημάτιστο. Και μαζί του, ευνοείται η υπάκουη πλειοψηφία.

Δεν πρόκειται όμως απλά και μόνο για μια συνείδηση που θέλει να ασκήσει κριτική στον ήπιο ολοκληρωτισμό της σύγχρονης δημοκρατίας, αλλά για μια συνείδηση που κατ’ αρχάς αισθάνεται δυστυχισμένη, επειδή δεν μπορεί να ταυτιστεί με την πλειοψηφία. Ιδού, κατά τη γνώμη μου η ενδιάθετη αντινομία της αυθεντικής ποίησης, που στα χέρια του Μπέρρυμαν γίνεται σπαρακτική. Από τη μια η συνείδηση του θεωρητικού μεγαλείου των θεσμών, από την άλλη η αδυσώπητη σύγκρουση και η απελπισία. Για τον ήρωα του Μπέρρυμαν, δεν φαίνεται να υπάρχει ελπίδα. Η αμερικανική κοινωνία δίδεται [833] ως ένα νέο εγελειανό τέλος. Όποιος δεν καταφέρνει να γιατρευτεί και να ενταχθεί, χάνεται. Μένει η φήμη, δηλαδή η ολοκλήρωση ενός έργου, όπου θα καταγραφεί η ηρωϊκή ζωή εκείνου που έλαβε συνείδηση της αλήθειας αυτής και την βίωσε μέχρι τέλους. Το αντίτιμο της δημόσιας επιτυχίας είναι ακριβώς η ατομική ήττα, η προσωπική συμφορά. Δεν υφίσταται άλλο είδος εξαγοράς, εκτός από την κοινωνική ένταξη. Και συνεπώς, τίποτε άλλο, εκτός από την ατομική, απελπισμένη εξέγερση και τον θρήνο.

Ο αλκοολισμός του Μπέρρυμαν προξενεί μεγάλη δυστυχία στο περιβάλλον του. Δύο σύζυγοι αναγκάστηκαν να τον εγκαταλείψουν. Η τρίτη έθεσε όρο: ή κόβει το ποτό ή χωρίζουν. Αφετέρου, κινδυνεύει σοβαρότατα η υγεία του. Σκοπός της αποτοξίνωσης είναι η νηφαλιότητα. Μα όσοι μας κυβερνούν σήμερα δεν είναι τάχα νηφάλιοι; Τί καλό είδαμε από τη νηφάλια λογική; Η κοινωνική ευημερία είναι αχώριστη συντρόφισσα των πολέμων, της τεχνολογίας, δηλ. του ρομποτισμού του ανθρώπου, του ήπιου ολοκληρωτισμού. Ποιός νηφάλιος μπορεί να αντιδράσει; Είναι καθήκον του να πίνει, να θυσιάζει τον εαυτό του, για να θυμίσει όσα λησμονούν οι νηφάλιοι. Αυτή είναι η δική του εξέγερση: η ποίηση ως θυσία του εαυτού. Στο έργο του, ο θάνατος εναλλάσσεται με την ανάσταση κατά τον ρυθμό της έπαρσης και της συντριβής. Ο θάνατος γίνεται πράξη ζωής.

Θρήνος είναι η καίρια λέξη στα Ονειρικά Τραγούδια. Θρηνούμε για να ελαττώσουμε τα κακά που μας βρίσκουν. Ο θρήνος δείχνει την εσωτερικότητα του πόνου που τίποτε δεν μπορεί να τον λυτρώσει. Γι’ αυτό και ο Μπέρρυμαν θα εναντιωθεί στην αισθητική αρχή της απροσωπίας του Έλιοτ που έλκει την καταγωγή της από την καντιανή αισθητική. Για τον Μπέρρυμαν, όσο πιο προσωπική είναι η ποίηση, όσο δηλαδή περισσότερο βγάζει στην επιφάνεια τον προσωπικό πόνο, τόσο αυθεντικότερη είναι και τόσο πιο ασυμβίβαστη με θεωρίες, συστήματα, ιδεολογίες. Η λογοτεχνία εδώ έχει το νόημα που της δίνει ο Κάφκα: κόλαση, παράβαση, ακατάπαυστο βάσανο. Το ποίημα ως θρήνος είναι η αυτοαίσθηση χωρίς καμμία υπέρβαση. Αίσθημα και λόγος γίνονται αξεχώριστα. Το ένα φωτίζει το άλλο. Και τα δύο υπονομεύουν τις προσδοκίες που συντηρούνται χάρη στη μιμητική λειτουργία της γλώσσας. Μόνο η ποίηση ως αίσθημα και λόγος, μπορεί να μιλήσει για την εσωτερική ελευθερία του ανθρώπου.

Οι τόποι του ποιήματος είναι πολλοί και διάφοροι. Μεταξύ αυτών, [834] τα πανεπιστήμια, όπου δίδαξε ο ποιητής και απέκτησε μεγάλη φήμη ως εμπνευσμένος δάσκαλος αλλά και ως αδιόρθωτος ταραξίας, τα λαϊκά μπαρ που «σε κάνουν να σκέπτεσαι», τα διάφορα ιδρύματα αποτοξίνωσης και άλλα ψυχιατρικά καταστήματα που τον φιλοξένησαν επανειλημμένως. Παντού και πάντα, ο ποιητής, μέσω του Ερρίκου, θα συνειδητοποιεί ότι αυτό που τον καθιστά προβληματικό και αποσυνάγωγο είναι ακριβώς η ποίηση, δηλαδή η ασίγαστη αντίδραση προς τον πολιτισμό και τους θεσμούς του.

«Ποτέ άλλοτε ο άνθρωπος δεν θέλησε από μόνος του να ταυτιστεί τόσο με το πράγμα, όσο στον σύγχρονο κόσμο», έγραφε στο τέλος του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου ο Georges Bataille, πιστεύοντας ότι αυτό είναι το τίμημα που οφείλει να πληρώσει ο άνθρωπος του νεώτερου πολιτισμού, ώσπου να τον υπερβεί. Εναπόθετε μάλιστα όλες τις ελπίδες του στον πραγματισμό του αμερικανικού πνεύματος. Τι ειρωνία! Τα Ονειρικά Τραγούδια είναι ίσως η ριζικότερη έκφραση της τιτάνειας πάλης ενός Αμερικανού που αρνήθηκε να ζήσει ως πράγμα.

Το 1972, ο Τζων Μπέρρυμαν αυτοκτόνησε, πηδώντας από μια γέφυρα του ποταμού Μισσισσιπή. Τρία χρόνια νωρίτερα, κατά την απονομή του Κρατικού βραβείου, τόνιζε ότι τα Ονειρικά Τραγούδια πήγασαν από «την έχθρα του για κάθε μορφή ποιήσεως που γίνεται ορατή στην Αμερική και την Αγγλία». Ο αναγνώστης θυμάται πάλι τον Bataille και την αμάχη του για την ανώδυνη «ποίηση».

 


[i] Robert Lowell (1917 – 1977). Η συλλογή του Life Studies [Μελέτες Ζωής] 1959, μετέβαλε ριζικώς το τοπίο της αμερικανικής και αγγλικής ποίησης.

[ii] The Dream Songs, New York, Farrar, Strauss & Giroux, 1969· Faber & Faber, 1990.  Η πρώτη μεταφραστική απόπειρα στα Ελληνικά φιλοξενήθηκε στο περ. Ίνδικτος, τ. 7, χειμώνας 1997. Τα ποίηματα που δημοσιεύονται εδώ, προέρχονται από την εκτενή εκλογή που πρόκειται να κυκλοφορήσει σε χωριστό τόμο με τον τίτλο: Τζων Μπέρρυμαν, Τα Ονειρικά τραγούδια και άλλα ποιήματα.

[iii] Randall Jarrell, Poetry and the Age (1955), Faber 1988, σ.127.

[iv] Το 2001 επανακυκλοφόρησαν σε χωριστή έκδοση από τους Faber & Faber.

[v] Paul Mariani, Dream Song, The Life of John Berryman, William Morrow and Co. Inc.New York 1990, σ. 301.

[vi] Βλ. την εμπεριστατωμένη ανάλυση της Helen Vendler, John Berryman: Freudian Cartoons, The Given and the Made, Harvard University Press, 1995.

Advertisements
This entry was posted in Αντώνης Ζέρβας and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s