«Της δικαιοσύνης προέχει η σωτηρία»

Αναρτάται η συνέντευξη που έδωσε ο Κώστας Κουτσουρέλης στον Σταμάτη Μαυροειδή στην εφημερίδα Δρόμος της Αριστεράς την 4η  Φεβρουαρίου 2012. Η πρώτη εισαγωγική στη συνέντευξη παράγραφος είναι του Μαυροειδή και χρωματίστηκε με σκούρο μπλέ χρώμα για να διακριθεί από την συνέντευξη. Ακολουθούν οι ερωταποκρίσεις. 

Πράγματι, «η κρίση είναι ένα κρεμμύδι» κατά την ωραία διατύπωση που μας προτείνει ο – σημερινός συνομιλητής – δοκιμιογράφος και ποιητής Κώστας Κουτσουρέλης. Ένα πολυστρώματο κρεμμύδι, που όσο το ξεφλουδίζει κάποιος αποκαλύπτεται η μεγαλειώδης σαπουνόφουσκα που νομίσαμε ότι ζήσαμε, τα τελευταία 35 (τουλάχιστον) χρόνια. Το ξετύλιγμα της εξίσου πολυστρώματης αφήγησης του Κουτσουρέλη είναι ελκυστικό, κι αυτό ανεξάρτητα από τη συμφωνία ή τη διαφωνία ενός εκάστου των αναγνωστών με το ανάπτυγμα μέρους των σκέψεών του. Θα ήταν άδικο, πάντως, για τον ίδιο και για μας να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι στην κυοφορία και την εμφάνιση της κρίσης που βιώνουμε, συνεργήσαμε ισότιμα οι πάντες. Η δύναμη και η αδράνεια δεν εξισώνονται, ούτε ο θύτης με το θύμα. Είναι άλλο πράγμα να επινοείς και να υπαγορεύεις ανάγκες και επιθυμίες διαμορφώνοντας συνειδήσεις και διαφορετικό να μην έχεις τη δύναμη ή την ικανότητα να αντιδράσεις. Η αφροσύνη του δήμου, όποια κι αν είναι η έκτασή της, δεν νομιμοποιεί τη διαστροφή της εξουσίας.

Γινόμαστε μάρτυρες ιστορικών στιγμών παγκοσμίως όπου το σύστημα κλονίζεται συνθλίβοντας την πλειονότητα των πολιτών αλλά και μέρος του… εαυτού του. Αυτή η επί θύραις τρομακτική κρίση, είναι κρίση μόνο οικονομικών μεγεθών ή κάτι περισσότερο κ. Κουτσουρέλη;

Η πρόοδος είναι σαλιγκάρι, λέει κάπου ο Γκίντερ Γκρας. Ε, λοιπόν, η παρούσα κρίση είναι κρεμμύδι. Όλοι μας ξεφλουδίζουμε χωρίς σταματημό. Ξεκινήσαμε με την καταβαράθρωση της κτηματαγοράς στις ΗΠΑ, περάσαμε στο ναυάγιο των επενδυτικών τραπεζών, ζήσαμε την πτώση της Ισλανδίας και το δράμα του δημόσιου χρέους σε Ελλάδα, Ιρλανδία, Πορτογαλία. Τώρα ακούμε να τρίζει συθέμελα το οικοδόμημα του ευρώ, ενδεχομένως της Ευρωπαϊκής Ένωσης της ίδιας. Πιο βαθιά, αθέατη στους πολλούς, βρίσκεται η ραγδαία υποχώρηση της Εσπερίας. Γύρω στα 50 τρισεκατομμύρια δολάρια υπολογίζεται το δημόσιο χρέος των χωρών του δυτικού κόσμου. Προσθέστε σ’ αυτό και το ιδιωτικό χρέος τους, το εξωτερικό μάλιστα, που σε κράτη όπως η Βρετανία ξεπερνάει το 300% του ΑΕΠ, και θα έχετε την εικόνα μιας μεγαλειώδους σαπουνόφουσκας που καμιά δέσμη μέτρων, κανένα πρόγραμμα σωτηρίας δεν μπορεί να συμμαζέψει. Η Δύση ζει εδώ και δεκαετίες πάνω από τις δυνάμεις της. Και όλοι πια έχουν αρχίσει να το συνειδητοποιούν.

Στον αντίποδα η συντριπτική πλειοψηφία, το 99% του πληθυσμού της γης δεν έχει βρει ακόμη ένα σταθερό βηματισμό που να οδηγεί σε κάποιο ξέφωτο, σε μια πειστική εναλλακτική πρόταση. Τι νομίζετε ότι χρειάζεται; Μια νέα γλώσσα ίσως, νέες ιδέες, άλλες θεωρήσεις και θεωρίες;

Το κρεμμύδι μας είναι απίθανα πολυστρώματο. Από τη Μόσχα ώς τη Σαγκάη και από το Ρίο ώς το Νέο Δελχί, οι νέοι ισχυροί ακολουθούν κατά πόδας τα βήματα των παλαιών. Ακόμη περισσότερη μεγέθυνση του ΑΕΠ, πιο αλματώδης αύξηση της κατανάλωσης, η υπέρ πάντων ανάπτυξη, αυτοί είναι οι μόνοι τους στόχοι. Η οικουμενική επικράτηση του δυτικού τρόπου ζωής έχει σαρώσει κάθε τι άλλο. Δείτε τι γίνεται π.χ. με την κλιματική αλλαγή, που δεν απασχολεί πια παρά τα μονόστηλα. Κι όμως, οι συνέπειές της θα είναι κατά πολύ δραματικότερες από αυτές της τωρινής οικονομικής αναστάτωσης. Δείτε τι γίνεται με τη διάδοση των όπλων μαζικής καταστροφής, τη δημογραφική έκρηξη, τη βιογενετική βιομηχανία, την «ειρηνική» χρήση της πυρηνικής ενέργειας στη Φουκουσίμα και αλλού, τις μεταναστευτικές ροές. Είναι εύκολο να κάνουμε κριτική στην ύβρι του καπιταλισμού, να χαιρεκακούμε με τον ηθικό του ξεπεσμό, την αυτοκαταστροφική ροπή του. Πίσω του, όμως, κρύβεται η ύβρις της ίδιας της νεωτερικότητας, το πολιτικό, κοινωνικό και πνευματικό αδιέξοδο ενός τρόπου ζωής στον οποίο μετέχουμε και συνεργήσαμε οι πάντες. Προτού αναζητήσουμε, λοιπόν, πρωτόφαντες λύσεις, ας αναλογιστούμε πόσες νέες γλώσσες, πόσες φρέσκιες ιδέες και θεωρίες αντέχει ακόμη ο πλανήτης. Και ποιος θα κληθεί στο τέλος να πληρώσει το κόστος τους.

Όλοι διαπιστώνουν την υποχώρηση της πολιτικής έναντι της οικονομίας. Ληστρικοί χρηματοπιστωτικοί οίκοι χειραγωγούν ασύδοτα το πολιτικό και κοινωνικό «περιβάλλον». Θεωρείτε ότι ήρθε ο καιρός να νοηματοδοτήσουμε εκ νέου την έννοια και το περιεχόμενο της πολιτικής;

Σε κοινωνίες τόσο τεχνοκρατούμενες όσο οι δικές μας, η οικονομία δεν είναι παρά η συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα. Όμως τα ράσα δεν κάνουν τον παπά και όσο υπάρχουν κοινωνίες ανθρώπινες το περιεχόμενο της πολιτικής θα παραμένει σταθερό και αμετάβλητο: ο πορισμός και ο μερισμός της ισχύος. Αλλάζουν μόνο τα πρόσωπα που την ασκούν. Κάποτε αυτά ήταν μονάρχες και στρατηγοί. Άλλοτε προφήτες και καρδινάλιοι. Σήμερα είναι μάνατζερ και χρηματιστές. Όσο για την τάξη των κατ’ επάγγελμα πολιτικών, όντως έχει αποδυναμωθεί ραγδαία τις τελευταίες δεκαετίες. Εν μέρει με δική τους ευθύνη. Αυτοί ήταν π.χ. που επέτρεψαν στο χρηματοπιστωτικό σύστημα να αποχαλινωθεί εντελώς, αναγορεύοντας σε ευαγγέλιο το βλακώδες ιδεολόγημα της ελευθερίας των αγορών. Αυτοί ήταν που ως άλλοι Ληρ παραχώρησαν τα σκήπτρα σε αχάριστες θυγατέρες.

Από την άλλη, η πολιτική υπεροπλία του χρήματος δεν είναι πρωτοφανής. Την διαπίστωνε πολύ γλαφυρά ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα ο Αχιλλέας Παράσχος, π.χ., περιηγούμενος ανά την Ευρώπη: «Κ’ έπεσαν, όλα έπεσαν! Το παν εις τέφραν κείται! / Υψούνται μόνον τράπεζαι και μόνον τραπεζίται!»

Ο «γάμος» της Δημοκρατίας με το νεοφιλελευθερισμό -αν ποτέ υπήρξε κάτι τέτοιο- παίρνει σήμερα διαζύγιο λόγω βιασμού της πρώτης από τον δεύτερο. Συμφωνείτε μ’ αυτήν την άποψη κι αν «ναι» τι νομίζετε ότι πρέπει να γίνει; 
Οι δημοκρατίες τα πήγαιναν μια χαρά με τις τράπεζες και με τον καπιταλισμό, νεοφιλελεύθερο ή κεϊνσιανό, επί δεκαετίες. Και δεν διαμαρτύρονταν ιδιαίτερα όσο τα επιτόκια, π.χ., με τα οποία δανείζονταν, ήταν συμφέροντα. Τώρα, που τα πράγματα άλλαξαν, όλοι θυμήθηκαν τα δίκαια του δήμου. Ποιος, όμως, τον δασκάλευε τόσο καιρό να καταναλώνει μαζικά επί πιστώσει; Και για να κάνω τον συνήγορο του διαβόλου: εσείς, αν είχατε τη δυνατότητα, θα δανείζατε σήμερα το ελληνικό Δημόσιο; Και θα σας αρκούσε ως εγγύηση για τα χρήματά σας, μια διακήρυξη προθέσεων της Βουλής των Ελλήνων;

Οι σχέσεις της δημοκρατίας με τον καπιταλισμό είναι άκρως περίπλοκες. Δεν μας επιτρέπεται να λησμονούμε ότι η επικράτηση του νεοφιλελεύθερου παραδείγματος ήρθε ως συνέπεια της εξάντλησης του κεϊνσιανού μοντέλου τη δεκαετία του 1970. Για την τερατώδη διόγκωση του ελληνικού χρέους ευθύνεται μια πολιτική κεϊνσιανής κοπής, όχι οι νεοφιλελεύθεροι. Σε τελική ανάλυση, και οι δύο αντίθετες σχολές συνέτειναν από την πλευρά τους στη σημερινή κρίση: οι πρώτοι οδήγησαν στην αύξηση του δημόσιου χρέους, οι δεύτεροι του ιδιωτικού. Και οι δύο έθρεψαν τον αλόγιστο καταναλωτισμό. Οι περισσότεροι συμφωνούν ότι χωρίς μια κάποια οικονομία της αγοράς, δημοκρατικά πολιτεύματα δεν μπορούν να υπάρξουν. Το αντίθετο δεν είναι διόλου βέβαιο. Η σημερινή Κίνα δείχνει π.χ. ότι είναι δυνατό να έχουμε αναπτυγμένη κεφαλαιοκρατική οικονομία υπό αυταρχικές πολιτικές δομές. Ήδη οι αρχαίοι γνώριζαν ότι οι δημοκρατίες εκφυλίζονται σε τιμοκρατίες, σε οικονομικές ολιγαρχίες δηλαδή, μόλις οι ισχυροί του πλούτου αποκτήσουν το πάνω χέρι. Αλλά και ότι συχνά είναι η αφροσύνη του ίδιου του δήμου, που θέτει την ελευθερία του σε κίνδυνο. Θα μου πείτε: η πολιτική από το 1980 και μετά δεν φέρει την κύρια ευθύνη για το άνοιγμα της εισοδηματικής ψαλίδας, την υπονόμευση της κοινωνικής δικαιοσύνης, την εμπορευματοποίηση των βιοτικών σχέσεων, του φυσικού περιβάλλοντος και τόσα άλλα; Προφανώς! Ο καπιταλισμός από τον καιρό του Μάντσεστερ δεν άλλαξε, παροδικά μόνο τιθασεύτηκε από τις ιστορικές δυνάμεις του κοινωνικού κέντρου και της σοσιαλδημοκρατίας. Επιπλέον, το αντίπαλο δέος του κομμουνισμού τον απέτρεπε από τις ακρότητες. Ωστόσο, οι υπεραισιόδοξες προβλέψεις πολλών ότι αρκεί να φορολογήσουμε τους πλούσιους ή να περιορίσουμε τις χρηματιστηριακές συναλλαγές για να λύσουμε το πρόβλημα, δεν έχουν βάση. Ο Πολ Κρούγκμαν πρόσφατα υπολόγιζε ότι η επιπλέον φορολόγηση των ευπόρων στις ΗΠΑ θα απέφερε γύρω στα 100 δισ. δολάρια ετησίως. Απογοητευτικά μικρό έσοδο, αν το σκεφτείτε. Μόνο το φετινό ομοσπονδιακό έλλειμμα της Αμερικής είναι δεκατρείς φορές μεγαλύτερο! Στην Ελλάδα, και όλα τα κέρδη των εισηγμένων εταιριών να μαζεύαμε -εννοείται τις καλές χρονιές, πριν από την κρίση, τώρα οι εισηγμένες γράφουν ζημιές- δεν θα καλύπταμε παρά μικρό κλάσμα του ελλείμματος και του χρέους μας. Το πρόβλημα της Δύσης είναι άλλο: με όλα αυτά που καταναλώνει, όπως και να μοιράσει αυτά που βγάζει, δεν φτάνουν!

Ας έρθουμε στο «πειραματόζωο» Ελλάδα. Πώς έγινε, μια χώρα του σκληρού πυρήνα των κρατών της Ευρώπης να μετατρέπεται ξαφνικά σε παράδειγμα προς αποφυγήν; Πώς είναι δυνατόν το σύνολο των δυνάμεων του πολιτικού συστήματος να εμφανίζονται ότι πιάστηκαν στον ύπνο;

Δεν θα σας παραπέμψω στα διδάγματα της αναλυτικής ψυχολογίας ή της ανθρωπολογίας, η Βίβλος αρκεί: θυμηθείτε τον αποδιοπομπαίο τράγο. Όταν η νόσος είναι γενική και η θεραπεία αβέβαιη, μένει ο εξιλασμός – και το εξιλαστήριο θύμα, βεβαίως. Το πρόβλημα της Ευρώπης είναι όμως ότι η Ελλάδα ΔΕΝ είναι ειδική περίπτωση. Ο δικός μας παρασιτικός καταναλωτισμός είναι φυσικά ασυναγώνιστος πανευρωπαϊκά, ωστόσο η παραγωγική αποδιάρθρωση και η αποβιομηχάνιση είναι φαινόμενα γενικευμένα στη Δύση. Για καιρό Ευρώπη και Αμερική πίστευαν σοβαρά ότι οι υπηρεσίες, ο λεγόμενος τριτογενής τομέας, μας φτάνουν και μας περισσεύουν. Μεγαλώσαμε με την ιδέα ότι το να τραπεζώνεις τουρίστες ή το να λανσάρεις τραπεζικά προϊόντα είναι πολύ πιο σικ από το να παράγεις κάτι χειροπιαστό και ωφέλιμο. Ε, τώρα, ξυπνήσαμε απότομα. Δεν είναι τυχαίο ότι οι χώρες που επέμειναν στη βιομηχανία, αντέχουν περισσότερο στην κρίση. Κατά βάθος, η τιμωρητική διάθεση απέναντι στην Ελλάδα είναι μια ιδιοτελής απόπειρα απώθησης της αλήθειας ότι εν τέλει το πρόβλημα είναι κοινό. Όμως το αργότερο με την είσοδο της Ιταλίας στο χορό και η εθελοτυφλία έγινε δύσκολη υπόθεση. Κατά τα λοιπά, δεν θα συμφωνήσω ότι όλες οι δυνάμεις του πολιτικού συστήματος πιάστηκαν στον ύπνο. Υπήρξαν φωνές που εντόπισαν το πρόβλημα εγκαίρως. Και εκτός πολιτικού συστήματος, υπήρξαν αναλυτές που διέβλεψαν με ανατριχιαστική ακρίβεια τις επερχόμενες εξελίξεις και προειδοποίησαν για αυτές. Πρώτος ανάμεσά τους ο Παναγιώτης Κονδύλης. Δεν εισακούστηκαν, όμως, απεναντίας αποσιωπήθηκαν ή θεωρήθηκαν γραφικοί. Το γιατί, είναι μάλλον κοινότοπο και έχει να κάνει με τις δυνάμεις της αδράνειας που παραλύουν μια κοινωνία όταν όλα φαίνεται να της έρχονται δεξιά. Διαβάστε τους Φιλιππικούς του Δημοσθένη! Εκεί φαίνεται καλά πώς ακόμη και ο πιο εύγλωττος και διορατικός πολιτικός δεν μπορεί να ταρακουνήσει το υπνώττον κοινωνικό σώμα. Προειδοποιούσε, τότε, ο ρήτορας για τη μακεδονική απειλή και ζητούσε από τους Αθηναίους αντί να ξοδεύουν τους πόρους τους σε θεατρικές παραστάσεις, τα περίφημα θεωρικά, να εξοπλιστούν για να υπερασπίσουν την ανεξαρτησία τους. Ξέρετε πώς του απάντησαν οι αντίπαλοί του; Απαγορεύοντας επί ποινή θανάτου ακόμη και την υποβολή της πρότασης στην Εκκλησία του Δήμου να καταργηθούν τα θεωρικά! Από τότε, το να θίγεις το κοινωνικό κράτος ήταν ταμπού…

 Είναι αρκετοί εκείνοι που βλέπουν την κρίση ως ευκαιρία. Συμμερίζεστε μια τέτοια άποψη; 

Υπό προϋποθέσεις, και ο πάτος μπορεί να γίνει εφαλτήριο. Φτάνει να έχουμε πιάσει πάτο βέβαια, και φτάνει οι δυνάμεις μας να μας επιτρέψουν κάποια στιγμή να αναδυθούμε από αυτόν. Γιατί υπάρχει και το σοβαρό ενδεχόμενο να σερνόμαστε για πολύ στο βυθό. Το ζήτημα είναι αν υπάρχουν αληθινές δυνάμεις στην ελληνική κοινωνία ικανές να γίνουν το υποκείμενο της αλλαγής. Η χώρα είναι σε δημογραφική κατάπτωση, άρα τις λείπει η ζωτική ικμάδα των νέων. Και αυτοί που μένουν, αντί να το παλέψουν, προτιμούν να μεταναστεύσουν. Επιπλέον, η κοινωνία μας σπαράσσεται από εσωτερικές αντιθέσεις και οι ομάδες και ομαδούλες που τη συναπαρτίζουν συμπεριφέρονται σαν κακομαθημένα παιδιά: όλες επιχειρούν να ρίξουν το βάρος της ευθύνης στις πλάτες των άλλων. Πολλοί, μάλιστα, επενδύουν τα ρέστα τους στην καταστροφή.

Τι νομίζετε ότι πρέπει να γίνει;

Δύο πράγματα. Το πρώτο, να πάψουμε επιτέλους να τρώμε περισσότερα από αυτά που παράγουμε. Και το δεύτερο, να συγκροτήσουμε σοβαρό και αξιόπιστο κράτος. Προσοχή, ούτε να το «επανιδρύσουμε» ούτε να το «μεταρρυθμίσουμε» και τα φαιδρά παρόμοια. Αλλά να το στήσουμε επιτέλους στα πόδια του, να αποκαταστήσουμε την έννοια της κρατικής κυριαρχίας της χώρας, κάτι που από την εποχή της Επανάστασης κατ’ επανάληψη αποτύχαμε να κάνουμε. Κρατική κυριαρχία στη σύγχρονη εποχή σημαίνει, όπως μας δίδαξε ο Νόρμπερτ Ελίας, δύο πράγματα: μονοπώληση των φόρων και μονοπώληση της βίας. Κράτος που οι μείζονες αποφάσεις του στα ζητήματα της φορολογίας και της δημόσιας τάξης και ασφάλειας τελούν διαρκώς υπό αίρεση, δεν νοείται. Κράτος που μοιράζεται τα έσοδά του με εισφοροφυγάδες και φοροκλέπτες, με καταχραστές και επίορκους, δεν νοείται. Ούτε κράτος που ανέχεται την εγκληματικότητα και την ανομία, τους θύλακες της τρομοκρατίας, τους κατ’ επάγγελμα ταραχοποιούς, τους κατά συρροή καταληψίες και βανδαλιστές του δημόσιου χώρου.

Όρος για όλα αυτά είναι να απαλλαγούμε από τις ιδεολογικές μας παρωπίδες. Το κράτος που χρειαζόμαστε δεν είναι ούτε το κράτος-πατερούλης της παλαιοαριστεράς, όπου το Δημόσιο θα αναλαμβάνει να κάνει τα πάντα, ούτε το κράτος-νυχτοφύλακας των αναρχοφιλελεύθερων, που θα κρατάει το φανάρι στους επιχειρηματίες. Χρειαζόμαστε ένα στιβαρό, παρεμβατικό κράτος, με γραφειοκρατία σύγχρονη και ευέλικτη, και εν ταυτώ ένα κράτος επιτελικό, ικανό να σχεδιάζει μακροπρόθεσμα για όλους τους τομείς του δημοσίου συμφέροντος, από την οικονομία ώς την εκπαίδευση και την κοινωνική πολιτική.

Το κράτος που έχουμε, πάντως, δεν γεννήθηκε από το πουθενά. Δεν νομίζετε ότι υπάρχουν τεράστιες ευθύνες στα δύο μεγάλα κόμματα που επί χρόνια εναλλάσσονται στην εξουσία; 

Υπάρχει μια γνώμη διαδεδομένη στην Ελλάδα ότι για όλα φταίνε τα κόμματα. Ότι η διοίκηση και η κοινωνία μας εξαρτώνται από την πολιτική. Ότι την οικονομία μας την έχουν πάρει στον λαιμό τους οι κομματάρχες και οι πολιτευτές. Οι ευθύνες των κομμάτων και των εκπροσώπων τους είναι βεβαίως πρωτεύουσες. Όμως, η εξάρτηση είναι τουλάχιστον αμοιβαία. Η ελληνική πολιτική εξαρτάται με τη σειρά της απελπιστικά από τη διοίκηση, όπως εξαρτάται απελπιστικά από τις φατρίες και τους νεποτισμούς, τους τοπικισμούς και τις συντεχνίες, τις μικρές και μεγάλες ιδιοτέλειες, τις πάσης φύσεως ομάδες πίεσης κ.λπ. Ο Έλληνας πολιτικός, με ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν απόκτησε ποτέ εκείνη τη ζωτική αυτονομία που έχει ο συνάδελφός του στη Δύση. Ήταν εξ αρχής δειλός εκπρόσωπος στενών, μυωπικών συμφερόντων, από τα οποία δεν μπορούσε παρά μόνο επί ποινή αυτοχειριασμού να αποστεί.
Αποτέλεσμα ήταν αυτός ο νοσηρός λαϊκισμός που ενδημεί σε όλο το πολιτικό μας φάσμα, από την άκρα Δεξιά ώς την άκρα Αριστερά. Ο Κονδύλης μίλησε για ένα «επαίσχυντο κοινωνικό συμβόλαιο», βάσει του οποίου οι πολιτικοί χάιδευαν πάντα τα αυτιά του λαού. Κοιτούσαν δηλαδή να ικανοποιήσουν κάθε του βραχυπρόθεσμο αίτημα και δεν τους ένοιαζε αν γι’ αυτό υποθήκευαν τα μακροπρόθεσμα ζωτικά του συμφέροντα.
Με αυτήν την έννοια, θα ήταν ευχής έργο να επικρατήσει, επιτέλους, μια πραγματική κομματοκρατία στην Ελλάδα. Να υπάρξουν, δηλαδή, αληθινές πολιτικές δυνάμεις με ηγετικό κύρος και βούληση να συγκρουστούν ευθέως με όλες αυτές τις διαλυτικές τάσεις. Να συγκροτηθούν κόμματα εξουσίας, με εδραιωμένες πεποιθήσεις, αποφασισμένα και αποτελεσματικά. Το πώς θα λέγονται αυτά, αν θα είναι καινούργια ή τα παλιά μεταλλαγμένα, με γνωστά ή καινούργια πρόσωπα, είναι δευτερεύον. Το πιθανότερο είναι να έχουμε έναν συνδυασμό του παλιού με το καινούργιο. Παρθενογένεση δεν υπάρχει ούτε στην πολιτική. Σε άλλη περίπτωση, το πού θα στραφούν οι πολίτες, προς τα δεξιά ή τα αριστερά, προς τα άκρα ή το κέντρο, δεν θα έχει καμιά σημασία.

Και η γνώμη σας για την Αριστερά και τις προτάσεις που καταθέτει;
Πολλοί γύρω μας μιλούν συνεχώς για τι ΘΑ μπορούσαμε να κάνουμε. Με φλόγα. Με πίστη. Με οργή για την αθλιότητα των δανειστών μας, για την ποταπότητα των καταχθόνιων σχεδίων τους, σχεδόν με απορία για την ηθική κατάντια τους. Μακάρι να κάνω εγώ λάθος, αλλά μου θυμίζουν τους Μηλίους στον Θουκυδίδη. Τα ίδια πίστευαν κι εκείνοι. Ανατρίχιαζαν με την αθηναϊκή χυδαιότητα, ήταν βέβαιοι για την αρωγή των Λακεδαιμονίων, ένιωθαν πάνω από το νησί τους το αγαθό και δίκαιο χέρι των θεών… Στην παρούσα κατάσταση, η ηθικολογία, ο καταγγελτισμός, η ρητορική απόδοση ευθυνών δεν βγάζει πουθενά. Η Αριστερά πολύ καλά κάνει και προτάσσει το αίτημα της δικαιοσύνης, τα βάρη πρέπει να τα σηκώνουν περισσότεροι -και στιβαρότεροι- ώμοι. Δεν μπορεί, όμως, να ξεχνάει ότι της δικαιοσύνης προέχει η σωτηρία. Μακάρι η σωτηρία να είναι και δίκαιη. Όμως ακόμη και μια άδικη λύση είναι προτιμότερη από το ναυάγιο. Και δικαιότερη, έτσι κι αλλιώς! Τα κράτη που συναποτελούν την Ε.Ε. δεν είναι αγαθοεργά σωματεία. Τα εθνικά τους συμφέροντα προασπίζονται, όπως κρίνουν καλύτερα. Αν εμείς θεωρούμε ότι το δικό μας συμφέρον επιτάσσει να βγούμε από την Ένωση και το ευρώ, ας το κάνουμε σήμερα κιόλας.
Προηγουμένως όμως θα πρέπει να έχουμε κάνει μια σοβαρή εκτίμηση των συνεπειών, να έχουμε καταρτίσει μια νέα μακροπρόθεσμη πολιτική συμμαχιών, να εξασφαλίσουμε αλλού γεωπολιτικά ερείσματα. Δεν ανατρέπεις ελαφρά τη καρδία μια εθνική στρατηγική μισού και πλέον αιώνα. Τέτοια νηφάλια ανάλυση των συνεπειών, εγώ τουλάχιστον, δεν έχω δει ακόμη, ούτε από την Αριστερά ούτε από κάποιον άλλον. Το μόνο που ακούω και διαβάζω είναι μεγάλα λόγια που δεν αντέχουν στη λογική βάσανο. Προσωπικά, είμαι πολύ σκεπτικιστής απέναντι στην σημερινή Ευρώπη της κ. Μέρκελ και του κ. Σαρκοζί. Το κοινωνικό και δημοκρατικό της έλλειμμα μου φαίνονται υπέρογκα. Ωστόσο, όλα τα διαθέσιμα δεδομένα με πείθουν ότι οι συνέπειες της εξόδου της χώρας μας από το ευρώ -πολύ δε περισσότερο από την Ε.Ε.- θα έχει βαρύτατες συνέπειες. Ιδίως για τα λιγότερα εύπορα στρώματα των Ελλήνων και τη μεσαία τάξη, οι συνέπειες ίσως αποδειχθούν εξοντωτικές. Επιπλέον, με τον κοινωνικό ιστό της χώρας κατακερματισμένο και τις φυγόκεντρες τάσεις σε έξαρση, η διεθνής απομόνωση θα μας εκθέσει σε αστάθμητους κινδύνους, ακόμη και για την ίδια την εδαφική μας ακεραιότητα. Ρίξτε μια ματιά στα τεκταινόμενα στην περιοχή μας. Δεν είναι αυτός καιρός για λεονταρισμούς.

Το κείμενο έχει ληφθεί από την ιστοσελίδα της εφημερίδας.

Advertisements
This entry was posted in Κώστας Κουτσουρέλης and tagged , , , , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

19 Responses to «Της δικαιοσύνης προέχει η σωτηρία»

  1. Ο/Η firiki2010 λέει:

    Μια εξαιρετική συνέντευξη που αρνείται να χαϊδέψει αυτιά. Ορθολογισμός που μάλλον είναι εκτός κλίματος αφου αυτό φτάχνεται με ατελεύτητες δόσεις, αρνησης, «αντίστασης», αγανάτησης ή «αγανάκτησης» κλπ
    Δυο λόγια παραπάνω με αφορμή την σκέψη που έγινε τίτλος της ανάρτησης σου. Η διακαιοσύνη είναι μια έννοια μεταφυσική , καθένας έχει διαφορετική άποψη για το τι είναι δίκαιο και τι άδικο και εν ονόματι κάποιας » δικαιοσύνης» (που για ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας ταυτίζεται με κάποιου είδους -σχεδόν- ισότητα και μάλιστα «ισότητα αποτελεσμάτων») πολλές φορες παραβλέπεται η σημασία της λειτουργικότητας / αποτελεσματικότητας.Μια δικαιοσύνη που δεν θα έχει αποτελέσματα είναι άνευ νοήματος.
    Ετσι και στην περίπτωση μας. Μια «δικαιοσύνη» που δεν θα είχε σαν αποτέλεσμα αυριο να δούμε μια καλύτερη μέρα … να μου λείπει.

    • Ο/Η Λεωνίδας λέει:

      Κι εγώ νομίζω ότι είναι εξαιρετική Φιρίκι! Πολλά μπορούν να ειπωθούν στα επιμέρους.

      Ο τίτλος της ανάρτησης είναι και ο τίτλος της συνέντευξης στην εφημερίδα που αυτή δόθηκε.

      Η δικαιοσύνη μπορεί να είναι φιλοσοφική έννοια κι ως εκ τούτου μη επιδεχόμενη «επιστημονικής» απάντησης, δηλαδή οριστικής κι αναμφισβήτητης. Όμως υπάρχει μιαν ορισμένη, εν πολλοίς, αντίληψή της που τουλάχιστον είναι πλειοψηφική σε μια συγκεκριμένη κοινωνία. Ίσως θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ένα κοινό περί δικαίου αίσθημα.

      Η ικανοποίηση του αισθήματος δικαιοσύνης είναι συντελεστής της σωτηρίας στο βαθμό που η δικαιοσύνη είναι η κρισιμότερη έννοια της νομιμοποίησης ενός πολιτικού εγχειρήματος. Υπό αυτή την έννοια η επίτευξη δικαιοσύνης επιβοηθά την επίτευξη «σωτηρίας».

      Φυσικά αν είναι κανείς να διαλέξει με ένα «είτε-είτε», σίγουρα θα διαλέξει τη σωτηρία. Από την άλλη πλευρά και η σωτηρία δεν είναι αυτονόητη. Ο Κουτσουρέλης σε κάθε περίπτωση επιχειρηματολογεί πειστικότατα, ιδίως όπως αυτή του η επιχειρηματολογία συνοψίζεται στην τελευταία παράγραφο.

  2. Ο/Η firiki2010 λέει:

    Καλή σου μέρα Λεωνίδα
    Νομίζω ότι τα πολιτικά εγχειρήματα νομιμοποιούνται ή όχι απο τα αποτελέσματα τους. Και μερικές φορές τα αποτελέσματα αλλάζουν και το «κοινό περί δικαίου αίσθημα». Αν δηλαδή «δίκαια» μέτρα οδηγήσουν σε μια καταστροφή ή «άδικα» μέτρα οδηγήσουν σε μια σωτηρία αλλάζει πιθανώς και η αντίληψη μας περί δικαίου..
    Οχι, η σωτηρία δεν είναι καθόλου αυτονόητη. Και στους προβληματισμούς και την επιχειρηματολογία του Κουτσουρέλη δεν έχω να προσθέσω ούτε «ι».

    • Ο/Η Λεωνίδας λέει:

      Καλησπέρα Φιρίκι
      Έχεις δίκιο για τη σχέση μεταξύ αποτελεσματικότητας και πολιτικής νομιμοποίησης. Το πρόβλημα είναι ότι δεν συμβαίνει μόνον έτσι, γιατί πολλές φορές η νομιμοποίηση παίζει ρόλο για το ίδιο το αποτέλεσμα. Η αποδοχή των μέτρων είναι σημαντική για την ευόδωση χωρίς να εγγυάται το αποτέλεσμα και πάλι.

      Πάντως πέρα από το θέμα που έθιξες, και που είναι άκρως σημαντικό, πιστεύω ότι η συνέντευξη έχει πάρα πολλά στοιχεία που σχετικεύουν, αν δεν αναιρούν, πολλές από τις τρέχουσες, και διαδεδομένες, προκαταλήψεις.

  3. Ο/Η Γιάννης λέει:

    Η καταγγελία του δήθεν αρνητισμού των αντιμνημονιακών δυνάμεων και η επίκληση της προτεραιότητας της σωτηρίας έναντι της δικαιοσύνης θα είχαν κάποια βάση, ένα πάτημα υπό μία προϋπόθεση. Αυτή της τιμωρίας των πολιτικών (οι πολιτικοί/οι πολιτικές, γεν. των πολιτικών) οι οποίοι έφεραν την κατάσταση στα πράγματα αυτά. Με δεδομένο ότι ο λαός τιμωρείται (υπερβολικά ή μη, αδιάφορο), η ατιμωρησία των πολιτικών αναιρεί την επίκληση του κονδυλικού «επαίσχυντου κοινωνικού συμβολαίου». Και όταν λέμε για τιμωρία δεν εννούμε την άρνηση παροχής ψήφου ούτε τα γιαουρτώματα ηλίθιων φουκαράδων βουλευτάκων, αλλά τη φυλάκιση, τη δήμευση περιουσίας, τη στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων, και ό,τι χειρότερο προβλέπει ο νόμος. Ακόμη περισσότερο, την αναιρεί το γεγονός της τιμωρίας του λαού από εκείνους τους πολιτικούς οι οποίοι -βάσει της λογικής του «επαίσχυντου πολιτικού συμβολαίου»- είναι άξιοι να τιμωρηθούν αναλογικά και αυτοί. Αν ο λαός τιμωρείται γιατί κατανάλωνε περισσότερο από όσα παρήγαγε, με ενδιάμεσους τιμωρούς τούς πολιτικούς, και αν «μαζί τα φάγαμε», τότε δεν μπορώ να πιστέψω ότι θεωρείται από τον αρθρογράφο ως συνεπής συνέχεια του κονδυλικού σκεπτικού η ατιμωρησία των πολιτικών και η τιμωρία του λαού από τους ατιμώρητους πολιτικούς, από τους πολιτικούς που εκ μέρους τους ανέχτηκαν το ρουσφέτι στη λαϊκή ή ελιτιστική εκδοχή του.

    • Ο/Η Λεωνίδας λέει:

      Γιάννη θέτεις ως αναγκαία προϋπόθεση για να υπάρχει μια κάποια βάση στην καταγγελία του «δήθεν», όπως τον αποκαλείς, αρνητισμού των «αντιμνημονιακών» δυνάμεων και στην αντίληψη που θέλει την σωτηρία να προηγείται της δικαιοσύνης, θα πρέπει πρώτα να έχουν τιμωρηθεί οι υπαίτιοι πολιτικοί.

      Όμως δεν μπορώ να κατανοήσω τη διασύνδεση. Η καταγγελία της στείρας άρνησης της οποία πολιτικής αντίληψης είναι μέγεθος αυτοτελές και κρίνεται από μόνο του. Αν δηλαδή ο «αντιμνημονιακός» έχει ή δεν έχει αντιπρόταση. Από την άλλη πλευρά η τιμωρία των πολιτικών θα έκανε αξιόπιστη την πρόταση της «φιλομνημονιακής» πολιτικής;

      Έπειτα εμμένεις ιδιαίτερα στα του Κονδύλη περί «επαίσχυντου κοινωνικού συμβολαίου» και η προσπάθειά σου, στην ουσία της, έγκειται στην άρνηση να δεχθείς τις αναλύσεις του Κονδύλη ως νομιμοποιητικές της μνημονιακής πολιτικής.

      Συμβαίνει κάτι τέτοιο στο αναρτημένο κείμενο του Κουτσουρέλη; Το πλαίσιο όπου αναφέρεται η εν λόγω έκφραση είναι το ακόλουθο:

      «Ο Κονδύλης μίλησε για ένα “επαίσχυντο κοινωνικό συμβόλαιο”, βάσει του οποίου οι πολιτικοί χάιδευαν πάντα τα αυτιά του λαού. Κοιτούσαν δηλαδή να ικανοποιήσουν κάθε του βραχυπρόθεσμο αίτημα και δεν τους ένοιαζε αν γι’ αυτό υποθήκευαν τα μακροπρόθεσμα ζωτικά του συμφέροντα».

      Συνιστά μία τέτοια κρίση νομιμοποίηση της πολιτικής του μνημονίου; Μόνον αν εκληφθεί με πολύ γενικούς, κι αδιάκριτους όρους.

      Έπειτα, στην ίδια συνέντευξη, η έννοια της δικαιοσύνης είναι πολύ συγκεκριμένη:

      «Η Αριστερά πολύ καλά κάνει και προτάσσει το αίτημα της δικαιοσύνης, τα βάρη πρέπει να τα σηκώνουν περισσότεροι -και στιβαρότεροι- ώμοι. Δεν μπορεί, όμως, να ξεχνάει ότι της δικαιοσύνης προέχει η σωτηρία».

      Μιλάμε λοιπόν για την κατανομή των βαρών, που ο Κουτσουρέλης δεν ισχυρίζεται ότι θα πρέπει να γίνεται ανορθόλογα αλλά ότι αν δεν γίνεται με τρόπο δίκαιο κάτι πρέπει να γίνει -εν προκειμένω να σωθούμε.

      Εν κατακλείδι, Γιάννη, στο επίπεδο που θέτεις το ζήτημα (ευθύνες πολιτικών ή λαού ή και των δύο), η κρίσιμη φράση του Κουτσουρέλη βρίσκεται στο επίπεδο της εξήγησης της άρθρωσης του πολιτικού κι όχι στην ρήση του Κονδύλη:

      «Ο Έλληνας πολιτικός, με ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν απόκτησε ποτέ εκείνη τη ζωτική αυτονομία που έχει ο συνάδελφός του στη Δύση. Ήταν εξ αρχής δειλός εκπρόσωπος στενών, μυωπικών συμφερόντων, από τα οποία δεν μπορούσε παρά μόνο επί ποινή αυτοχειριασμού να αποστεί».

      Στο σημείο αυτό εγώ έχω τη διαφωνία μου την οποία δεν θα την εκθέσω εδώ, αν μου επιτρέπεις, αλλά θα προσπαθήσω να αφιερώσω ξεχωριστή ανάρτηση.

      Θα προϊδεάσω εδώ αν σημείωνα ότι δεν εξαντλείται σε αυτή (την παραπάνω φράση του Κουτσουρέλη) αλλά χρειάζεται ο συνδυασμός περιγραφικών διαπιστώσεων, όπως η παραπάνω, με εκπεφρασμένες ή άρρητες κανονιστικές αντιλήψεις, οι οποίες συμπυκνώνονται στην απάντηση στο πρόβλημα: πώς λαμβάνει χώρα η κοινωνική αλλαγή εν γένει; και ειδικότερα πώς θα λάμβανε χώρα μία κοινωνική αλλαγή προς το καλύτερο στην Ελλάδα; Εδώ πιστεύω ότι πρέπει να αναζητηθούν ευθύνες.

      Τέλος, προς τον επίλογο του κεντρικού, πρώτου σχολίου σου κάνεις χρήση μιας ιδιαίτερα διευρυμένης έννοιας της τιμωρίας. Προσωπικά συμφωνώ με τις ποινές που προτείνεις για όσους έκλεψαν, από κοινού με τους φίλους τους, το ελληνικό δημόσιο, αλλά με τούτο δεν εννοώ τις ρουσφετολογικές πρακτικές ή τις πολιτικές επιλογές του δανεισμού. Έπειτα η σημερινή ασκούμενη πολιτική δεν νομιμοποιείται ως «τιμωρία» αλλά επιβάλλεται ως αναπόφευκτη από τους δανειστές μας. Φυσικά θεωρώ ότι διαμεσολαβείται από την εγχώρια πολιτική ελίτ αλλά τούτο θα με έκανε να πλατειάσω.

      Η τιμωρία που εσύ προκρίνεις θα οδηγούσε σε γενικευμένο εμφύλιο. Και κλείνω εδώ με αυτόν τον αφορισμό για να πώ ότι θα επανέλθω με ένα ενιαίο σχόλιο για το σημείωμα του Commentatore και το δεύτερο δικό σου.

      • Ο/Η Γιάννης λέει:

        Λεωνίδα
        Η καταγγελία της στείρας άρνησης της όποιας πολιτικής αντίληψης είναι μέγεθος αυτοτελές μόνο στο κενό, –δεν λέω ότι οπωσδήποτε δεν πρέπει να καταγγέλλεται ο οποιοσδήποτε αρνητισμός– διαφορετικά έχει σημασία και ποιος κάνει την καταγγελία. Ο δήθεν αρνητισμός του αντιμνημονιακού μετώπου έγκειται απλώς στη δύναμη της αδράνειας. Όποιος δεν ελέγχει την κατάσταση των πραγμάτων, δεν μπορεί να αποδείξει ότι οι ιδέες του είναι εφαρμόσιμες στην πράξη παρά μόνο αφότου ανατρέψει την υπαρκτή κατάσταση, και έτσι εύλογα καταγγέλλεται ως αρνητιστής: Αφού «έτσι έχουν τα πράγματα», είναι λογικό να έχουν έτσι τα πράγματα, και οτιδήποτε άλλο, λύση ή ιδέα, συνιστά παραλογισμό και φανταστική πιθανότητα. Είναι τόσο αρνητικό όσο ήταν παράλογη η ιδέα της αβασίλευτης δημοκρατίας στην προεπαναστατική Γαλλία.

        Η τιμωρία των πολιτικών θα έδινε ένα σοβαρό άλλοθι σε όσους εφαρμόζουν την φιλομνημονιακή πολιτική. Θα έπειθε περισσότερους για την ειλικρίνεια των ελλήνων εκτελεστών της μνημονιακής πολιτικής, όσο κι αν είναι απλώς αναγκαία και όχι ικανή συνθήκη. Αλλά στο πλαίσιο στης συνενοχής και διαπλοκής των πολιτικών, ούτε καν ένα σοβαρό εξιλαστήριο θύμα δεν βρίσκεται μεταξύ τους, γιατί ο ένας θα πάρει μαζί του και τους υπόλοιπους. Συμπέρασμα: τα παίζουν όλα για όλα.

        γράφεις
        Συνιστά μία τέτοια κρίση νομιμοποίηση της πολιτικής του μνημονίου; Μόνον αν εκληφθεί με πολύ γενικούς, κι αδιάκριτους όρους.

        Οι αδιάκριτοι αυτοί όροι υπάρχουν, ίσως και παρά την θέληση του Κουτσουρέλη, είναι η θέση ότι «μαζί τα φάγαμε» που επικαλούνται πολιτικοί οι οποίοι επιβάλλουν τα μέτρα λιτότητας, με άλλα λόγια το γενικό πολιτικό κλίμα, και είναι η εκτίμηση του Κουτσουρέλη ότι αφού η συμμετοχή στην Ε.Ε. είναι σε τελική ανάλυση συμφέρουσα, είναι τέτοια ανεξάρτητα από το ποιος θα πληρώσει. Επίσης, είναι η αντιφατική θέση ότι ναι μεν «όλοι συμμετείχαν στο επαίσχυντο κοινωνικό συμβόλαιο» αλλά «δεν έχει σημασία η αναλογική κατανομή των ευθυνών».

        Γράφεις Έπειτα, στην ίδια συνέντευξη, η έννοια της δικαιοσύνης είναι πολύ συγκεκριμένη:
        «Η Αριστερά πολύ καλά κάνει και προτάσσει το αίτημα της δικαιοσύνης, τα βάρη πρέπει να τα σηκώνουν περισσότεροι -και στιβαρότεροι- ώμοι. Δεν μπορεί, όμως, να ξεχνάει ότι της δικαιοσύνης προέχει η σωτηρία».
        Μιλάμε λοιπόν για την κατανομή των βαρών, που ο Κουτσουρέλης δεν ισχυρίζεται ότι θα πρέπει να γίνεται ανορθόλογα αλλά ότι αν δεν γίνεται με τρόπο δίκαιο κάτι πρέπει να γίνει -εν προκειμένω να σωθούμε.

        Αν της δικαιοσύνης προέχει η σωτηρία, τότε το επόμενο ερώτημα είναι αυτό που έθεσα: τίνων η σωτηρία; Με τη σημερινή πολιτική η σωτηρία είναι των τραπεζών και των πολιτικών υφισταμένων τους. Είναι αναπόφευκτο να τεθεί το ερώτημα αυτό μαζικά, και τότε μαζικά θα υπάρξουν οι αντίστοιχες αντιδράσεις στην αντίληψη περί δικαιοσύνης. Η εναντίωση σε αυτές δεν θα γίνει με την απαξίωσή τους.

        Μπορεί μεν κατά την εκτίμηση μιας κατάστασης να πρέπει να αποφεύγεται η ηθικολογία και οι ιδεολογικές προτιμήσεις, αλλά δεν πρέπει να αποφεύγεται ο συνυπολογισμός τους στην εκτίμηση μιας κατάστασης ούτε η δυναμική που αυτές έχουν. Η αίσθηση της αδικίας έκανε τους Μηλίους να αντισταθούν, η ίδια αίσθηση της αδικίας έκανε τους Έλληνες να επαναστατήσουν το ’21. Οι ιδέες μπορεί να χρησιμεύσουν για συλλογική αυτοϊκανοποίηση ή για έμπνευση και δράση.

        Γράφεις Η τιμωρία που εσύ προκρίνεις θα οδηγούσε σε γενικευμένο εμφύλιο. .

        Η επίκληση της τάξης είναι μια από τις μεθόδους συσπείρωσης ακόμη κι αν η πολιτική αυτών που την επικαλούνται διευρύνει την αίσθηση της αταξίας. Και, για να ακούγεται πειστικότερα η επίκληση αυτή, θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν έμπρακτοι μέθοδοι μαζικού εκφοβισμού (λ.χ. τυφλές τρομοκρατικές επιθέσεις). Η άποψή μου είναι ότι όσο παρατείνεται η ατιμωρισία και επιτείνεται η αίσθηση της αδικίας –η οποία δεν εξαλείφεται με επικοινωνιακή τακτική των ΜΜΕ, παρά με βόμβες στο Μετρό– τόσο πιο κοντά σε καταστάσεις χάους που μοιάζουν με εμφύλιο πόλεμο θα φθάνουμε.

  4. Ο/Η Γιάννης λέει:

    Συμπλήρωση:

    βέβαια, προκύπτει το ερώτημα, εφόσον οι πολιτικοί έχουν προστατέψει τον εαυτό τους αποτελεσματικότερα από ό,τι ο λαός τον εαυτό του, με τον νόμο περί ευθύνης υπουργών, και συνεπώς θα είναι διαρκείς η ατιμωρησία των «τιμωρών πολιτικών» και η τιμωρία του λαού, πόσο σοβαρές μπορεί να είναι οι καταγγελίες του λαού και η επίκληση του Κονδύλη;

  5. Ο/Η Γιάννης λέει:

    (συμπλήρωση δεύτερη, και ας μου συγχωρεθεί κι αυτή)

    Αν η σωτηρία νοείται ανεξάρτητα από τη δικαιοσύνη, τότε προκύπτουν δυο ερωτήματα
    1. είναι σίγουρα η εθνική σωτηρία αυτού του είδους η σωτηρία ή η σωτηρία ορισμένων;
    2. παραπέμπεται στο αβέβαιο μέλλον η υπόσχεση δικαιοσύνης;

  6. Ο/Η commentatore λέει:

    Τις ενστάσεις του Γιάννη τις συμμερίζονται πολλοί, με αυτή την έννοια είναι αντιπροσωπευτικές, κυριαρχούν στον δημόσιο λόγο.

    Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι όσοι τις προβάλλουν πιστεύουν ή επιδιώκουν τα ίδια πράγματα. Εντελώς χονδρικά θα κατέτασσα τους ενιστάμενους σε τρεις κατηγορίες. Έχουμε πρώτα πρώτα τους ιδιοτελείς. Φωνασκούν για δικαιοσύνη γιατί επιθυμούν να αποπροσανατολίσουν τη λαϊκή αγανάκτηση, να απαξιώσουν εκ προοιμίου κάθε απόπειρα αλλαγής, εν ολίγοις να διατηρήσουν τα κεκτημένα. Συνδικαλιστές και συντεχνίτες, προμηθευτές του Δημοσίου, επαγγελματίες κήνσορες των ΜΜΕ, εκπρόσωποι των καρτέλ και των ολιγοπωλίων ανήκουν σ’ αυτήν την κατηγορία.

    Η δεύτερη ομάδα είναι εκείνοι που θα ονόμαζα ιδεαλιστές. Αυτοί ξεκινούν από μια εικόνα της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας αφηρημένη, εσφαλμένη και βαθιά ξένη προς την δική μας πραγματικότητα. Πιστεύουν λόγου χάρη σοβαρά ότι ο κολοσσιαίος δανεισμός του κράτους μεταπολιτευτικά κατέληξε στην τσέπη λίγων, των επίορκων πολιτικών και της «πλουτοκρατίας». Βλέπουν τη χώρα ως αναξιοπαθές θύμα των ξένων δυνάμεων και ανταγωνισμών. Παλαιοί και νέοι αριστεροί, ηθικολόγοι και παραδοσιολάτρες, προασπιστές των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, πολέμιοι του νεοφιλελευθερισμού, της Δύσης και της Νέας Τάξης είναι οι πιο αξιόλογοι ανάμεσά τους.

    Η τρίτη κατηγορία είναι οι καιροσκόποι. Γι’ αυτούς η λέξη «δικαιοσύνη» (όπως και οι λέξεις «σωτηρία», «πατρίδα», «έθνος» κ.ο.κ.) δεν σημαίνει στην ουσία πολλά. Όλοι τους όμως ξέρουν με βεβαιότητα ότι το κοινωνικό συμβόλαιο στο οποίο είχαν βασίσει τη ζωή τους επί δεκαετίες, ανήκει στο παρελθόν. Δεν διαμαρτύρονται τόσο επειδή κάποιοι τους παρέσυραν σε λάθος δρόμο, αλλά επειδή το λάθος αυτό δεν στάθηκε δυνατό να διαρκέσει περισσότερο. Στην πραγματικότητα είναι ρεαλιστές, τα περί δικαιοσύνης είναι εν μέρει πρόσχημα ανακουφιστικό για τη συνείδησή τους και εν μέρει όπλο διαπραγματευτικό για την επόμενη μέρα.

    Προσωπικά δεν περιμένω τίποτα από τις δύο πρώτες κατηγορίες. Λυπάμαι βαθύτατα τους ιδεαλιστές, πρέπει να πω, παρ’ όλα τα ευγενή τους κίνητρα, τις περισσότερες φορές καταντούν αθέλητα υποχείριο των ιδιοτελών. Στην ουσία παρέχουν ιδεολογική κάλυψη στα άνομα συμφέροντά τους. Παράδειγμα, η μάχη που δίνουν αυτή τη στιγμή που μιλάμε χέρι χέρι με τους φαρμακοβιομήχανους, τους μεγαλογιατρούς και τη συντεχνία των φαρμακείων…

    Όλες μου οι ελπίδες είναι στην τρίτη, σιωπηλότερη, κατηγορία των καιροσκόπων. Νομίζω πώς είναι η πλειοψηφία των Συνελλήνων. Ευπροσάρμοστοι όπως είναι και συμβιβαστικοί, μαζί με μια αποφασιστική μερίδα της πολιτικής και οικονομικής ελίτ, μπορούν να μας βγάλουν από το αδιέξοδο.

  7. Ο/Η Γιάννης λέει:

    Μια και το σχόλιό μου δεν σχολιάστηκε επί της ουσίας, εφόσον χρησιμοποιήθηκε το επιχείρημα «επίκληση για δικαιοσύνη=άκαιρος συναισθηματισμός», αλλά έγινε λόγος από τον commentatore σχετικά με το ποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί όσα ισχυρίστηκα, θα μπορούσε παρομοίως να γίνει λόγος για τα κίνητρα όσων ανήκουν στην άλλη μεριά. Γιατί όταν με διάφορους τρόπους και αντιφατικά επιχειρήματα οι πολιτικοί παραλείπονται από τη λίστα όσων έσφαλαν και αξίζουν μια κάποια τιμωρία ανάλογη με αυτήν που υφίσταται ο λαός, και μάλιστα σε αυτούς τους πολιτικούς επαφίεται η περίεργη αυτή «σωτηρία», τότε μπορεί κανείς να μιλήσει για διάφορες κατηγορίες ανθρώπων που ισχυρίζονται κάτι τέτοιο.

    Σε μια πρώτη κατηγορία βρίσκονται οι ιδιοτελείς. Καταρχήν, οι ίδιοι οι πολιτικοί που μένουν ατιμώρητοι και χλευάζουν ή και τιμωρούν (με την σημασία που έδωσα στο προηγούμενο σχόλιο) το λαό, πολιτικοί που έχουν αντίληψη συλλογικής ευθύνης για τους υπαλλήλους του Δημοσίου ενώ ταυτόχρονα έχει διοριστεί όλο τους το σόι ή το μισό από αυτό. Έπειτα, όσοι βρίσκονται κοντά σε αυτούς, ως δικοί τους άνθρωποι ή ως διαπλεκόμενοι: Αν τιμωρούνταν οι πολιτικοί υπεύθυνοι της κατρακύλας των τελευταίων 30-40 ετών και μάλιστα αυτοί των τελευταίων 10-16 ετών, τότε κάποιοι από τους παρατρεχάμενους θα έχαναν τα προνόμιά τους, άλλοι θα συγκατηγορούνταν, άλλοι (επιχειρήσεις) θα έχαναν το δικαίωμα στην ασυλία και στη διαφθορά.

    Σε μια δεύτερη κατηγορία βρίσκονται οι εύπιστοι. Όσοι αντιλαμβάνονται τα Μνημόνια ως σωτηρία, όσοι πείθονται από τις αλχημείες αναξιόπιστων και ατιμώρητων ανθρώπων, όσοι αρέσκονται στην αυτομαστίγωση, όσοι πιστεύουν ότι η απελευθέρωση των φαρμακείων θα γίνει όχι υπέρ των φαρμακοβιομηχανιών αλλά υπέρ του πολίτη, ότι τα ιδιωτικά ΑΕΙ θα αναβαθμίσουν την ποιότητα της παιδείας. Και η ύπαρξη ενός ποσοστού τέτοιων ανθρώπων είναι φυσιολογική σε κάθε κοινωνία. Σε μια τρίτη κατηγορία βρίσκονται οι κυνικοί: Πατρίδα σημαίνει τράπεζα, σωτηρία της πατρίδας σημαίνει τη λεηλάτησή της, ο σημερινός σωτήρας είναι ο χτεσινός καταστροφέας, η ευθύνη είναι μια έννοια που συστέλλεται και διαστέλλεται σα λάστιχο. Δεν υπάρχει πρόβλημα, πρόβλημα έχουν όσοι αναγνωρίζουν στα παραπάνω ύπαρξη προβλήματος, όντας ηθικολόγοι. Κατά ένα μαγικό τρόπο, όπως η παγκόσμια κρίση αποτέλεσε ευκαιρία όχι για ανατροπή του καζίνο των αγορών αλλά για ισχυροποίησή του, όπως οι υπεύθυνοι πολίτες της χτεσινής ισχυρής Ελλάδας μετατράπηκαν σε τεμπέληδες με απαρχαιωμένη νοοτροπία, έτσι οι λαϊκιστές πολιτικοί μετατρέπονται σε ρηξικέλευθη, σοβαρή ελίτ.

    Όσο κι αν προσπαθώ, δεν μπορώ ούτε να ελπίζω σε κάποια από αυτές τις κατηγορίες ούτε να τις λυπηθώ. Γιατί όπως μερικοί δεν παραδειγματίστηκαν με την περίπτωση του σημιτικού εκσυγχρονισμού και της τοτινής διαπλοκής, άλλο τόσο οι παραπάνω κατηγορίες δεν θέλουν ή δεν μπορούν να αντιληφθούν την ομοιότητα με την σημερινή περίσταση. Θέλω, όμως, να επιχειρήσω μια πρόβλεψη: Ο αριθμός όσων ανήκουν στην πρώτη κατηγορία θα μειωθεί, όπως λέει και η σχετική παροιμία για το πλοίο που βουλιάζει, ενώ ο αριθμός όσων ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία θα μειώνεται με ακόμη ταχύτερο ρυθμό.

    Μέχρι τότε, και γενικότερα μιλώντας, θα βρίσκω εξαιρετικά αβάσιμη κάθε επίκληση του Παναγιώτη Κονδύλη προκειμένου να στηριχτεί το κάθε είδους Μνημόνιο και να παρουσιαστεί ως επώδυνη αλλά αναγκαία αλλαγή νοοτροπιών και ως απόπειρα εξορθολογισμού και εξάλειψης του παρασιτισμού. Το κατεστημένο των «μετριοτήτων, υπομετριοτήτων και ανθυπομετριοτήτων που συναπαρτίζουν τον ελληνικό πολιτικό και παραπολιτικό κόσμο» δεν μπορεί να έγιναν ξαφνικά οι υπεύθυνες και σοβαρές ελίτ που θα σαρώσουν τα σάπια βαλκανικά πρότυπα και θα θέσουν τις βάσεις για τον απαραίτητο εκσυγχρονισμό: Πιο πιθανό είναι ότι ο ελληνικός πολιτικός κόσμος ντύθηκε τη στολή του αναμορφωτή και της σοβαρής ελίτ για να συνεχίσει ως υπεύθυνος ευρωπαϊστής και φιλοδυτικός ό,τι ξεκίνησε ως λαϊκιστής. Και δεν είναι συνεπές η κριτική του Π.Κ. προς τον παρασιτισμό του δανεισμού να χρησιμοποιείται ως αξιολογικά ουδέτερη επιχειρηματολογία υπέρ του μεγαλύτερου και πιο «τοκογλυφικού» δανεισμού από την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Και δεν αποτελεί συνέχεια του κονδυλικού σκεπτικού η αντίληψη όσων «αυταπατώνται ταυτίζοντας τη Δύση με τη δυτική προπαγάνδα».

  8. Ο/Η Λεωνίδας λέει:

    Στη συνέχεια του πρώτου σχολίου μου θα σχολιάσω κατ’ αρχάς στο σημείωμα του Commentatore. Ο ίδιος δεν εμμένει στο σημείωμα του Γιάννη αλλά, με αφορμή αυτό, μεταβαίνει στην χαρτογράφηση των ρευμάτων όλων όσοι προτάσσουν την ιδέα της δικαιοσύνης (όπου προφανώς εντάσσεται και η άποψη του Γιάννη για την τιμωρία των πολιτικών).

    Θα συμφωνήσω με τις κατηγορίες που διακρίνει με μία προσθήκη. Στη δεύτερη ομάδα των «ιδεαλιστών» (ή εκθέτοντας και μία τέταρτη ομάδα, αυτή των «ιδεολόγων») θα ενέτασσα και την κατηγορία των ιδεολόγων της κομμουνιστικής και επαναστατικής (ακρο)αριστεράς που ανάγει την ελλαδική περίπτωση μονοσήμαντα και αδιαφόριστα στην γενική καπιταλιστική κρίση παραβλέποντας την ελληνική ιδιαιτερότητα αλλά και το γεγονός ότι η καπιταλιστική κρίση είναι πρωτίστως κρίση του δυτικού κόσμου – με όποιες συνέπειες, αν έχει, στις αναδυόμενες οικονομικές δυνάμεις της Κίνας, της Ινδίας, της Ρωσίας, της Βραζιλίας. Οι ίδιοι δεν θεωρούν ότι οι πολιτικοί «τα έφαγαν». Το αντίθετο μάλιστα. Τους είναι πλήρως αδιάφορο ένα τέτοιο ζήτημα.

    Όμως η έμφαση που προσδίδει ο Commentatore στην χαρτογράφηση των υπαρκτών τάσεων τον απομακρύνει από το να πάρει προσωπική θέση απέναντι στα καθέκαστα ή να προκρίνει έναν άλλον προσανατολισμό. Με την τελευταία έκφραση δεν επιθυμώ να μεταθέσω τη συζήτηση σε ασαφείς προτροπές. Για παράδειγμα ο Σταύρος Λυγερός έχει προτάξει μία περισσότερο διακριτική αντιμετώπιση του προβλήματος, η οποία προϋποθέτει άλλες ιεραρχήσεις με συγκεκριμένες στοχεύσεις. Απαιτεί όμως σκληρή εργασία προς άλλες κατευθύνσεις.

    Επίσης τον απομακρύνει –ακριβώς επειδή εμμένει στις κυρίαρχες διαμάχες – από το ενδεχόμενο να πούμε «καὶ τοῦτο ποιῆσαι, κἀκεῖνο μὴ ἀφιέναι». Τι εμποδίζει, για παράδειγμα, να μιλήσουμε και για εφαρμογή της υφιστάμενης πολιτικής (για την οποία έχω επιφυλάξεις αλλά θα δεχθώ ότι δεν υπάρχει αντιπρόταση στο γενικό της χαρακτήρα κι ότι δεν έχουμε προσώρας άλλη πολιτική επιλογή) και της τιμωρίας ανθρώπων που αποδεδειγμένα ενεπλάκησαν σε σκάνδαλα (κι εδώ δεν εννοώ μονάχα επαγγελματίες της πολιτικής αλλά και κρατικά στελέχη, επιχειρηματίες. Μάλιστα ένα «πόθεν έσχες» σε υπαλλήλους που υπηρέτησαν σε θέσεις που είχαν να κάνουν με δημόσιες προμήθειες θα είχε, πιστεύω πάντα, να δείξει πολλά αλλά και να οδηγήσει σε πολλούς). Κι εδώ δεν αναφέρομαι σε πολιτικές ευθύνες αλλά σε απτές ποινικές.

    Στο σημείο αυτό αν μου πεί ότι δεν εκφράζεται ρητά και κατηγορηματικά μία τέτοια θέση από οργανωμένη πολιτική δύναμη θα συμφωνήσω. Αλλά τούτο δεν σημαίνει ότι δεν θα πρέπει και να τις συζητάμε.

    Στο σημείωμα του Γιάννη διακρίνεται η απόπειρα να δομήσει μία αντίστοιχη ταξινόμηση αντιστρέφοντας αυτή που προτάσσει ο Commentatore. Όμως το σημαντικότερο γι’ αυτόν μοιάζει να είναι η προσπάθεια να μην επιτρέψει την επίκληση του Κονδύλη σε λογικές σαν αυτές που εκφράζονται στο κείμενο του Κουτσουρέλη.

    Στην ταξινόμηση του Γιάννη έχω περισσότερες ενστάσεις. Η πρώτη και η τρίτη από τις κατηγορίες του αναφέρονται στις ελλαδικές πολιτικές ελίτ. Το μνημόνιο δεν συντάχθηκε από αυτές όμως. Δεν βλέπω τον λόγο που δεν θα συνέχιζαν τη γνωστή δανειοδίαιτη πολιτική αν δεν τους επιβαλλόταν απ’ έξω. Επίσης δεν θεωρώ ότι στην Ελλάδα δημιουργήθηκε το πρόβλημα από τις τράπεζες αλλά το αντίθετο οι ελληνικές τράπεζες απέκτησαν πρόβλημα από το κράτος.

    Ως προς τη δεύτερη (θα μεταγράψω την παρατήρησή του) η ίδια – κακώς νοούμενη – μεταφυσική πίστη στην φιλελεύθερη ιδεολογία απαντάται στους θιασώτες του σοσιαλισμού ή του κράτους ως δεδομένου υπερασπιστή του γενικού συμφέροντος. Βέβαια η αλήθεια της παρατήρησής του(όπως την εκλαμβάνω εγώ τουλάχιστον) παραμένει – για την αφελή προσήλωση στην ευεργετική επίδραση της ελεύθερης οικονομίας.

    Σίγουρα οι πολιτικές ελίτ μπορούσαν, και μπορούν, να διαπραγματευθούν. Χρειάζεται να έχουν όμως θέση που να απορρέει από τη μελέτη της ελλαδικής κοινωνικής πραγματικότητας κάτι που όχι μόνον δεν μπορούν (χρειάζεται το λιγότερο στιβαρή διοίκηση για κάτι τέτοιο) αλλά και δεν θέλουν γιατί ακριβώς θα χάσουν προνόμια αυτοί και οι φίλοι τους. Απόδειξη περί τούτου είναι και η έλλειψη της οποιασδήποτε βούλησης, στα δύο αυτά χρόνια, να προβούν στην όποια διοικητική μεταρρύθμιση που θα επιβοηθούσε και στην εφαρμογή της πολιτικής.

    Υπό αυτή την έννοια θα συμφωνήσω με την πρόταση του Γιάννη ότι «πιο πιθανό είναι ότι ο ελληνικός πολιτικός κόσμος ντύθηκε τη στολή του αναμορφωτή και της σοβαρής ελίτ για να συνεχίσει ως υπεύθυνος ευρωπαϊστής και φιλοδυτικός ό,τι ξεκίνησε ως λαϊκιστής». Με την εξής διαφορά: στην σύνθεση πολιτικού αυταρχισμού (δηλ. μία πολιτική που δεν περιορίζεται ούτε από τη διοίκηση, ούτε από τη δικαιοσύνη) και λαϊκισμού που εξέφραζε το ελλαδικό πολιτικό σύστημα περικόπτεται ο δεύτερος. Από την άλλη πλευρά, δεν βλέπω κανένα άλλο πολιτικό υποκείμενο που δύναται να πάρει τη θέση τους. Το κρίσιμο όπως το σημειώνει και ο Κουτσουρέλης είναι να «συγκροτηθούν κόμματα εξουσίας, με εδραιωμένες πεποιθήσεις, αποφασισμένα και αποτελεσματικά. Το πώς θα λέγονται αυτά, αν θα είναι καινούργια ή τα παλιά μεταλλαγμένα, με γνωστά ή καινούργια πρόσωπα, είναι δευτερεύον. Το πιθανότερο είναι να έχουμε έναν συνδυασμό του παλιού με το καινούργιο». Μέχρι σήμερα δεν βλέπουμε κάτι τέτοιο από τα γνωστά κόμματα. Δεν νομίζω ότι είναι τυχαίο. Συμβαίνει διότι η πολιτική ελίτ επιθυμεί να μεταρρυθμίσει ο,τιδήποτε χρειαστεί εκτός από τον εαυτό της.

    Ως προς τον Κονδύλη θα επανέλθω, ελπίζω, με ξεχωριστή ανάρτηση.

  9. Ο/Η commentatore λέει:

    Η ιστορία είναι ειρωνική, Λεωνίδα. Δεν δρα με τη διπολική λογική του δίκαιου-άδικου ή του άσπρου-μαύρου. Γράφεις, σε μεγάλο βαθμό ορθά, ότι στα γνωστά κόμματα δεν διακρίνεις τάσεις γνησίως μεταρρυθμιστικές. Και συμπεραίνεις ότι «η πολιτική ελίτ επιθυμεί να μεταρρυθμίσει ο,τιδήποτε χρειαστεί εκτός από τον εαυτό της». Όμως η πολιτική ελίτ, όπως κάθε δρων υποκείμενο, ενδιαφέρεται πρωτίστως για την αυτοσυντήρησή της. Στη ριζική αυτομεταρρύθμιση καταφεύγει κανείς μόνο όταν του είναι εντελώς απαραίτητη ώστε να επιβιώσει. Το ερώτημα που δεν θέτεις είναι γιατί ενώ η χώρα έχει φτάσει σε αυτό το σημείο, η πολιτική ελίτ εξακολουθεί να ταλαντεύεται και να παλινωδεί, γιατί δεν επιλέγει αντί για τα διαρκή πισωγυρίσματα τη λυτρωτική φυγή προς τα εμπρός.

    Την απάντηση μας την δίνει ο Κονδύλης. Το πρόβλημα της χώρας δεν είναι (μόνο!) η πολιτική ελίτ. Το πρόβλημα της χώρας είναι ο γενικός παρασιτισμός που χαρακτηρίζει σχεδόν το σύνολο των κοινωνικών στρωμάτων. Αν υπήρχε ένας μέσες-άκρες υγιής εθνικός κορμός, τότε η παλαιά και αμαρτωλή πολιτική ελίτ θα είχε σαρωθεί τάχιστα και σήμερα θα μιλούσαμε με εντελώς άλλους όρους. Το ότι αυτό δεν συνέβη, επαληθεύει τη διάγνωση του Κονδύλη: τέτοιος υγιής κορμός δεν υπάρχει.

    Ερχόμαστε έτσι στο μόνο ουσιώδες, στο μόνο κρίσιμο ερώτημα της παρούσας συγκυρίας. Αν η χώρα δεν διαθέτει τη δυνατότητα να ιαθεί αυτομεταρρυθμιζόμενη, στηριζόμενη δηλαδή στις δικές της δυνάμεις, είναι επειδή κοινωνικό υποκείμενο αυτής της αλλαγής στο εσωτερικό της χώρας ούτε υπάρχει ούτε μπορεί να υπάρξει. Το υποκείμενο της αλλαγής αυτή τη στιγμή είναι εξωτερικό, είναι οι δανειστές μας και ιδίως η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Γερμανία. Η πολιτική ελίτ δεν είναι αφελής: γνωρίζει θαυμάσια ότι πλειοψηφία κοινωνική διατεθειμένη να στηρίξει τις αναγκαίες αλλαγές δεν υπάρχει. Γνωρίζει επίσης θαυμάσια ότι χωρίς τον ριζοσπαστικό μετασχηματισμό οικονομίας και κράτους, η Ελλάδα είναι καταδικασμένη. Εγκλωβισμένα ανάμεσα στον εσωτερικό αντιδραστικό λαϊκισμό και την εξωτερική ανατρεπτική πίεση, τα κυβερνητικά κόμματα είναι καταδικασμένα να παλινωδούν. Αν υποχωρήσουν αδιαμαρτύρητα στις έξωθεν απαιτήσεις, θα αυτοχειριαστούν πλήρως εκλογικά. Αν τις αγνοήσουν, θα αυτοκτονήσει η χώρα. Και στις δύο περιπτώσεις, τα ίδια ακυρώνονται ως ιστορικές παρουσίες. Γι’ αυτό και καιροσκοπούν, ευελπιστώντας ότι η διελκυνστίδα αργά ή γρήγορα θα κριθεί με τον μόνο εθνικά βιώσιμο και ήδη διαφαινόμενο τρόπο: την επιβολή εντέλει της έξωθεν βούλησης.

    Και από εδώ προκύπτει το φοβερό παράδοξο, ένα παράδοξο αφόρητο ψυχολογικά, το καταλαβαίνω, ιδίως για ανθρώπους που σκέφτονται με τη λογική του Γιάννη. Έστω και απρόθυμα, έστω και σπαραζόμενες από τις εσωτερικές τους αντιφάσεις, οι μόνες δυνάμεις που αυτή τη στιγμή μπορούν να προωθήσουν την αλλαγή και να σώσουν τη χώρα δρουν μέσα στα παλαιά αμαρτωλά κυβερνητικά κόμματα. Οι αντίπαλοί τους, όπως κι αν λέγονται (λαϊκή δεξιά, βαθύ ΠΑΣΟΚ, παραδοσιακή αριστερά, ηθικολόγοι του πατριωτικού ή του αντιδυτικού χώρου, θεωρητικοί της ελληνικής «ιδιοπροσωπίας» και του απομονωτισμού), επικαλούνται μεν ρητορικά την αλλαγή και την κάθαρση, στην ουσία όμως συνιστούν την τελική γραμμή αμύνης του μεταπολιτευτικού λαϊκισμού, είναι δυνάμεις αντιδραστικές.

    Οι ερχόμενες εκλογές θα είναι η ώρα της αλήθειας, για όλους. Αν επικρατήσει στον εκλογικό αγώνα το θυμικό ψευδοδίλημμα υπέρ ή κατά του μνημονίου, η χώρα θα περάσει στο περιθώριο της Ευρώπης. Όλη η μεταπολεμική προσπάθεια, όλα τα μεγάλα επιτεύγματα της Ελλάδας τον 20ό αιώνα θα κινδυνεύσουν να ακυρωθούν. Αν επιβληθεί, αντίθετα, το μόνο ρεαλιστικό, το μόνο πραγματικό δίλημμα, εντός ή εκτός της Ευρώπης, τότε η νέα κυβέρνηση που θα προκύψει θα έχει τη δυνατότητα, αν μη τι άλλο, να διεκδικήσει την παραμονή της χώρας στο ευρώ και την Ε.Ε. Χωρίς αυτό να είναι εγγύηση επιτυχίας, θα αποτελέσει ίσως το εφαλτήριο της αναστροφής του κλίματος και μια νέα αρχή.

    Αυτή τη νέα κυβέρνηση θα κληθούν να τη στηρίξουν (φευ και πάλι!) τα παλιά αμαρτωλά κυβερνητικά κόμματα. Διαχρονικά, από τον Τρίτση ώς τον Μάνο, και από τον Αλέκο Παπαδόπουλο ώς τον Τάσο Γιαννίτση, οι λίγοι μεταρρυθμιστές πολιτικοί που ανέδειξαν ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, κατέληγαν πάντα αποσυνάγωγοι, έγραφαν ιστορία και απολύονταν. Ο Σαμαράς και ο Βενιζέλος δεν υπήρξαν ποτέ γνήσιοι μεταρρυθμιστές. Παλαιοκομματικοί και λαϊκιστές, έβλαψαν επανειλημμένα τη χώρα με τις επιλογές τους. Τι μας εγγυάται λοιπόν ότι αυτή τη φορά θα πετύχουν; Τίποτα, εκτός ίσως από τον καιροσκοπισμό τους. Είπαμε, η ιστορία είναι ειρωνική…

    • Ο/Η Λεωνίδας λέει:

      Επανέρχομαι μετά από μέρες Commentatore. Σίγουρα δεν είναι μόνον η πολιτική τάξη το πρόβλημα. Η λογική που εξέθεσες έχει εσωτερική λογική συνέπεια. Έχοντας σαν δεδομένο ότι δεν υπάρχει κοινωνική πλειοψηφία που να στηρίζει τις αλλαγές δεν μπορείς παρά να θεωρήσεις σαν ενδεχόμενο καταλύτη των αλλαγών τις ευρωπαϊκές δυνάμεις.

      Και ίσαμε σήμερα η πραγματικότητα (μοιάζει να) επαληθεύει την κρίση σου. Όμως πολύ φοβούμαι ότι θα δούμε απλώς να περικόπτονται δαπάνες με τρόπο πλήρως αντιλειτουργικό και ανορθόλογο ενώ κράτος δικαίου δεν θα εγκαθιδρυθεί. Γιατί κάτι τέτοιο πιθανόν είναι αδιάφορο στους δανειστές μας, ενώ σε καμία περίπτωση δεν το επιθυμούν οι εγχώριες ελίτ. Κι όταν λέω «κράτος δικαίου» δεν αναφέρομαι στην έννοια της δικαιοσύνης που αναφέρεται το υπό σχολιασμό κείμενο του Κουτσουρέλη αλλά την απλή επιβολή τυπικών κανόνων τους οποίους θα αποδέχονται και υποτάσσονται όλοι. Ένα στοιχειώδη γραφειοκρατικό μηχανισμό με τη βεμπεριανή έννοια του όρου που θα είναι αξιόπιστος στα θεμελιώδη. Δεν είναι τυχαίο ότι όσοι ανέφερες, έστω παραδειγματικά, ως μεταρρυθμιστές δεν έθεσαν ποτέ αυτό το κρίσιμο ζήτημα. Το ζήτημα της παραγωγικότητας το αφήνω έξω γιατί μάλλον είναι πιο περίπλοκο για να το συνοψίσω σε λίγα.

      Ο τρόπος που εφαρμόζεις την έννοια της ειρωνείας -ενώ σχετικεύει την δική μου κριτική για την πολιτική τάξη, η οποία, (κριτική) προτάσσει μία ευθύγραμμη πορεία των πραγμάτων – οδηγεί στην πεποίθηση μιας αίσιας έκβασης. Η ειρωνεία όμως, όπως την καταλαβαίνω εγώ τουλάχιστον, δεν είναι η υπέρβαση των ηθικών διπόλων (και μόνον) αλλά η διαφορετική έκβαση των πραγμάτων εν σχέσει προς τους επιδιωκόμενους σκοπούς των δρώντων. Και ως προς το πρόβλημά μας τούτο δεν σημαίνει, κατ’ ανάγκην θετικό αποτέλεσμα.

      Δεν το λέω για να σε αδικήσω. Γράφεις άλλωστε: «Χωρίς αυτό να είναι εγγύηση επιτυχίας, θα αποτελέσει ίσως το εφαλτήριο της αναστροφής του κλίματος και μια νέα αρχή». Παράλληλα όμως με τον αγώνα για εθνική επιβίωση διαμορφώνονται και οι όροι των αυριανών «κανόνων του παιχνιδιού». Κι εδώ δεν μπορώ να δώ τίποτε καλό να λαμβάνει χώρα.

  10. Ο/Η commentatore λέει:

    Το αν είναι ή δεν είναι αδιάφορη στους δανειστές μας η δημιουργία ενός κράτους δικαίου στην Ελλάδα, Λεωνίδα, φαίνεται καθαρά στα κείμενα των δύο «επάρατων» Μνημονίων. Ιδίως στις προβλέψεις του δεύτερου για την απλούστευση και την ανασύσταση του φορολογικού συστήματος, την λειτουργία του ανταγωνισμού, την τήρηση των περιβαλλοντικών όρων, την επιτάχυνση του κτηματολογίου, την βελτίωση της νομοθέτησης και της απονομής δικαιοσύνης. Για όλα αυτά τίθενται ασφυκτικές αποκλειστικές προθεσμίες.

    Οι κατευθυντήριες γραμμές της Δύναμης Κρούσεως υπό τον Ράιχενμπαχ δείχνουν εξίσου καθαρά τη μορφή που πρόκειται να λάβει η διοικητική μεταρρύθμιση. Οι προτάσεις για μόνιμους γενικούς γραμματείς στα Υπουργεία (ο πρώτος, στο Υπ. Οικονομικών έχει ήδη θεσπιστεί), για διαρκή αξιολόγηση των υπαλλήλων, δραστική μείωση διευθύνσεων και τμημάτων κ.ο.κ. είναι γνωστές. Ώστε έχουμε στοιχεία να κρίνουμε και πράξεις και προθέσεις. Η πολιτική και διοικητική και οικονομική ελίτ της χώρας πόσο μάλλον.

    Αν με τους ενδοιασμούς σου επισημαίνεις απλώς την απροθυμία της πολιτικής τάξης της χώρας να ακολουθήσει με συνέπεια ένα ριζικό μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα, τότε έχει καλώς. Όμως οφείλεις να αναρρωτηθείς ποια άλλη κοινωνική ομάδα της χώρας έχει αυτή τη στιγμή ισχυρότερο κίνητρο να προχωρήσουν οι μεταρρυθμίσεις, πέρα από τους πολιτικούς των κυβερνητικών κομμάτων. Εγώ, το τόνισα ήδη, δεν βλέπω καμμιά. Παρότι οπαδός κι αυτός της εύκολης θεωρίας ότι για όλα φταίνε τα κόμματα, ο Ξυδάκης στην Καθημερινή ομολογεί έντιμα το αδιέξοδο. Εναλλακτική αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει:

    http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathpolitics_1_10/03/2012_432230

    • Ο/Η Λεωνίδας λέει:

      Τα όσα μου αναφέρεις Commentatore αποτελούν, στα μάτια μου γενικές κατευθυντήριες γραμμές – καθόλα νόμιμο να τις επικαλείται κανείς. Όταν μιλάμε για ελλαδικό κράτος θα πρέπει να δούμε και τις συγκεκριμένες εφαρμογές τους.. Δεν θα αναφερθώ στην ανασύσταση του φορολογικού συστήματος, στην λειτουργία του ανταγωνισμού, στην τήρηση των περιβαλλοντικών όρων, στην επιτάχυνση του κτηματολογίου, στην βελτίωση της νομοθέτησης και της απονομής δικαιοσύνης. Και τούτο γιατί δεν έχω τη συγκεκριμένη εικόνα τους.

      Για τη διοίκηση που τυγχάνει να έχω μιαν ορισμένη εικόνα και βλέπω ότι με το νόμο περί του νέου βαθμολογίου – μισθολογίου οι υπηρεσιακές κρίσεις γίνονται από το υπηρεσιακά συμβούλια καθόλα εξαρτώμενα από την κομματική/πολιτική ηγεσία. Προεξάρχουσα βαρύτητα δίνεται στα χρόνια προϋπηρεσίας (να το μεταφράσω: προβάδισμα δίχως καμία σχετίκευση έχουν οι διορισθέντες κατά την περίοδο 1981 έως 1989 – οι προηγούμενοι έχουν συνταξιοδοτηθεί). Στις περιπτώσεις που κενώνονται διευθυντικές θέσεις ευθύνης λόγω συνταξιοδότησης ή εφεδρείας, οι θέσεις αυτές καλύπτονται με απλή υπουργική απόφαση. Οι πρακτικές όμως λαμβάνουν ακόμη πιο απτές κομματοκρατικές διαστάσεις. Έτσι, δημόσιοι υπάλληλοι που υπηρετούν σε αιρετή ή μετακλητή θέση (δηλαδή ως πολιτικές/κομματικές επιλογές) θεωρείται ότι υπηρέτησαν ως διευθυντές!

      Έτερο παράδειγμα είναι ο προηγούμενος νόμος, ο καλούμενος «νόμος Ραγκούση». Επειδή αυτός σχετίκευε την παρουσία της κομματοκρατίας (δηλαδή εισήγαγε με μεγαλύτερη έμφαση τα τυπικά προσόντα και αποκέντρωνε τη λήψη αποφάσεων στα ζητήματα κρίσεων και ανελίξεων εκτός των κομματικών εγκάθετων των υπηρεσιακών συμβουλίων) δεν εφαρμόστηκε ποτέ ή εφαρμόστηκε σε άκρως περιορισμένες περιπτώσεις. Τα τελευταία μάλιστα «επιδιορθώνονται» ήδη με το νέο νόμο περί βαθμολογίου και μισθολογίου που αναφέρθηκα παραπάνω.

      Αναφέρεσαι στη μείωση διευθύνσεων και τμήματων. Αναγκαία σίγουρα. Δεν είναι μικρότερης αξίας το ερώτημα ποιες μειώνονται και με ποια κριτήρια. Δεν το λέγω για να φέρω προσκόμματα στο διάλογο και μεμψίμοιρες αντιλογίες. Όμως σε μία περίπτωση που έχω υπόψη αφήνεται διεύθυνση «ψυγείο» όπου εισάγεται και υποδιευθυντής (αρχισυνδικαλιστές γαρ πληρώνουν τις θέσεις) για να περικοπεί έτερη που έχει αντικείμενο. Σε ένα δημόσιο που δεν έχει γίνει κανένας προσδιορισμός θέσεων, καθηκοντολογίου, οργανογραμμάτων θα γίνει αναδιάταξη και σύμπτυξη διευθύνσεων! Ακόμη περισσότερο θα γίνει αξιολόγηση επί τη βάσει συγκεκριμένης στοχοθεσίας! Να υπενθυμίσω εδώ ότι υφίσταται προεδρικό διάταγμα περί αξιολόγησης από το 1992…

      Δεν γνωρίζω αν ο κ. Ραϊχενμπάχ θα παρέμβει στα παραπάνω. Το εύχομαι. Πάντως ίσαμε σήμερα δεν το έχει πράξει ενώ η Τρόϊκα που στέλνει πίσω νομοσχέδια που δεν πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις απορώ γιατί δεν έπραξε κάτι τέτοιο σε αυτήν. Και πάλι∙ εύχομαι να το πράξει. Η λεπτολογία του σημειώματός μου οφείλεται στον εντοπισμό της διάστασης ανάμεσα σε ονομαστικές διακηρύξεις και πράξεις.

      Άλλωστε, όπως είπες στο προηγούμενο σημείωμά σου: η ιστορία είναι ειρωνική. Η τελική έκβαση διαφεύγει των προθέσεων των δρώντων.

  11. Ο/Η commentatore λέει:

    Δεν έχω καμμία δυσκολία να συνυπογράψω αυτά που επισημαίνεις. Υπερθεματίζω κιόλας. Ωστόσο, πρέπει να κρατάμε προ οφθαλμών τις αναλογίες. Με όλες τις αδυναμίες του, ο Ραγκούσης, που ανέφερες, είναι μεταρρυθμιστής. Από τους λίγους αυτής και της προηγούμενης κυβέρνησης. Ο κ. Ρέππας είναι ακριβώς το αντίθετο, απ’ αυτόν δεν έχουμε τίποτα να περιμένουμε. Ακόμη και τα μεγαλεπήβολα που ανακοινώνει, γίνονται για να ακυρώσουν στην πράξη τις αλλαγές, μεταθέτωντάς τες στο απώτερο μέλλον. Το ενδιαφέρον ερώτημα τώρα είναι ποιος από τους δυο στις επόμενες εκλογές θα βγει βουλευτής και ποιος όχι…

    Η πολιτική τάξη, σε πείσμα του ενδιάθετου αλλά και υποκινούμενου λαϊκισμού που μας δηλητηριάζει διαρκώς, δεν είναι ενιαία στις προθέσεις των υποκειμένων που την συναποτελούν. Διαθέτει όμως και ανθρώπους που προσπαθούν, μερικοί (λίγοι) από πεποίθηση και άλλοι από ανάγκη. Αντιθέτως, άλλοι κοινωνικοί χώροι, με πρώτα ανάμεσά τους τα συνδικάτα και τις επαγγελματικές συντεχνίες, πρωτοστατούν ομοθύμως στον αρνητισμό. Διόλου τυχαία, τα πολιτικά στελέχη που συμμαχούν μαζί τους, εννοώ στο εσωτερικό των κυβερνητικών κομμάτων, έχουν μείνει στο απυρόβλητο. Και επειδή ο λόγος περί διοικήσεως, σε καλώ να σκεφτείς: πού είναι ανάμεσα στη δημοσιοϋπαλληλία οι υγιείς δυνάμεις που θα αντισταθούν στην αφροσύνη του εργατοπατερισμού; Ώς πότε μια χούφτα καταληψίες θα απαγορεύουν στους συναδέλφους τους ακόμη και την προσέλευση στα γραφεία τους; Γιατί 50-100 θερμοκέφαλοι προσέρχονται στις συνελεύσεις και αποφασίζουν και οι λοιποί απέχουν φιλοσοφικά;

    Η κατακλείδα αυτής της συζήτησης θα μπορούσε να είναι η εξής. Το αν η χώρα θα βγει από τα τέλμα, είναι άδηλο. Κάποιοι (οι αφελείς;) έχουνε μπει μέσα και το προσπαθούν. Δίπλα τους, άλλοι (οι ευφυείς;) τους ρίχνουν λάσπη. Και κάποιοι τρίτοι (οι αλέκιαστοι;) κάνουνε κριτική.

  12. Ο/Η Herr K. λέει:

    Λεωνίδα, ως συνήθως, έτσι και σε αυτήν την ανάρτηση τα σχόλια ανοίγουν πολλά μέτωπα ταυτοχρόνως. Το κακό είναι ότι όλα είναι ενδιαφέροντα. Επιλέγω να απαντήσω σε ένα:

    Γιάννη,
    είναι από τις σπάνιες φορές που διαφωνώ μαζί σου ριζικά.

    – κατ αρχάς, νομίζω υπόρρητα, θεωρείς την καλλιέπεια τεκμήριο ποιότητας της επιχειρηματολογίας. Θα μπορούσε ασφαλώς να αποτελεί τεκμήριο, αλλά σίγουρα όχι αμάχητο·

    – ενίστασαι για την αξιοποίηση του Κονδύλη. Μα αγνοείς ότι, ακριβώς λόγω της αξιολογικής του ουδετρότητας, ένας τέτοιος συγγραφέας προσφέρεται για πάσα χρήση;

    – ίσως ερμηνεύεις τη φράση του Κονδύλη «Η σημερινή ψυχοπνευματική εξαθλίωση του ελληνικού λαού στο σύνολο του» κυριολεκτικά, αγνοώντας το ενδεχόμενο το «σημερινή» να είναι μία αβρότητα του συγγραφέα. Ισως λοιπόν ο Κονδύλης να θεωρούσε αυτήν την εξαθλίωση μόνιμο χαρακτηριστικό, ερμηνεία που μας γλυτώνει από πολλές άσκοπες ανησυχίες για το μέλλον της χώρας αυτής· ίσως, επιπλέον, πιστεύεις ότι αυτό που ο Κονδύλης προ εικοσαετίας περιέγραφε ως «ζωτικότατα κατάλοιπα αιώνων ραγιαδισμού» εξακολουθεί να υφίσταται και σήμερα. Δικαίωμά σου, αλλά έχεις αποδείξεις;

    – γράφεις «τίνων η σωτηρία; Με τη σημερινή πολιτική η σωτηρία είναι των τραπεζών και των πολιτικών υφισταμένων τους» Δεν γνωρίζω κάποιον πολιτικό που να τελεί σε υπαλληλική σχέση. Και πάλι, όμως, ακόμα και αν κάτι τέτοιο αποδεικνυόταν, υπάρχει η ελεύθερη προαίρεση, έτσι δεν είναι;

    – συμφωνώ σίγουρα, για να κλείσω με τον τίτλο της ανάρτησης, ότι της δικαιοσύνης προέχει η σωτηρία. Μού φαίνεται περιττό πάντως το ερώτημα «σωτηρία τίνος» Είναι αυτονόητο ότι όποιος μιλάει για σωτηρία εννοεί τη δική του σωτηρία.

  13. Ο/Η Γιάννης λέει:

    Herrk,
    εν συντομία

    Το πρόβλημα για εμένα δεν είναι ότι ως αξιολογικά ουδέτερος μπορεί να χρησιμοποιείται από όλους. αυτό είναι γνωστό. Αλλά πέρα από το γεγονός ότι θα χρειαζόταν και άλλα επιχειρήματα για να φανεί ότι η ανάλυση του κονδύλη ενισχύει ειδικά το μνημονιακό μέτωπο, η άποψη του π.κ. για την ελληνική ηγεσία ακυρώνει την φιλομνημονιακή θέση ότι υπάρχει σύγκρουση εκσυγχρονιστών (έστω και μέσω του επώδυνου μνημονίου) και ανεύθυνων λαϊκιστών, κι ότι η σημερινή ηγεσία που έφερε το μνημόνιο, ακόμη κι αν το μνημόνιο μάς ωφελούσε, θα ήταν επαρκής. με δυο λόγια: αν λαός και ηγεσία είναι «για τ’ ανάθεμα», δεν είναι κονδυλικό συμπέρασμα ότι (αυτή) η ηγεσία θα σώσει τη χώρα.
    Όσο για το θέμα των ελλήνων πολιτικών και τεχνοκρατών, τα δημοσιεύματα εφημερίδων για τις σχέσεις πολιτικών με τράπεζες, cds και λοιπά, υπάρχουν, δίχως να έχει έχει μηνυθεί κανείς για αυτά.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s