Οι Φορσάιθ της Πάφου

Το παρακάτω κείμενο είναι βιβλιοκρισία του λογοτεχνήματος της Αγγελικής Σμυρλή Γαλατείας και Πυγμαλίωνος, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1997.

Η βιβλιοκριτική τονίζει όψεις του όπου συναρθρώνονται η νεοελληνική πολιτική ιστορία, το ιδιαίτερο ήθος της κυπριακής κοινωνίας, η μέριμνα για τη διατήρηση της ελληνικότητας, και η λογοτεχνική εκφραστική.

Ακολουθεί το άρθρο.

Η ιστορία μιας οικογένειας αποτελεί το πλαίσιο για τη δημιουργία μιας μυθιστορηματικής τοιχογραφίας της Κύπρου που καλύπτει έναν ολόκληρο αιώνα.

Του Πασχάλη Μ. Κιτρομηλίδη

Το βιβλίο της Αγγελικής Σμυρλή αποτελεί μια καταπληκτική τοιχογραφία της ιστορίας της Κύπρου, που συνυφαίνεται από πολλαπλές αφηγήσεις. Μια τοιχογραφία της ζωής του νησιού σε μια εποχή κρίσιμη όσο και γοητευτική, που εκτείνεται σε έναν περίπου αιώνα. Η εποχή αυτή είναι άγνωστη στην Ελλάδα και στα ελληνικά γράμματα, που εξακολουθούν στο τέλος του εικοστού αιώνα να διατηρούν μια πολύ θαμπή και αβέβαιη εικόνα της Κύπρου.

Η πρώτη αφήγηση είναι η ιστορία της οικογένειας των Μιχαηλιδών, των απογόνων του Χατζημιχαήλη, προεστού στο μεγάλο κεφαλοχώρι της επαρχίας Πάφου. Οι γιοι του Χατζημιχαήλη σε κάποια στιγμή της πορείας της οικογένειας μετακινούνται από το χωριό στην πρωτεύουσα της επαρχίας για να αρχίσουν μια καινούργια ζωή. Είναι μια υπαρκτή ιστορία μιας υπαρκτής οικογένειας. Πρωταγωνιστεί στη ζωή της Πάφου και σε ορισμένες στιγμές στην πολιτική ζωή της Κύπρου γενικότερα. Αυτή η ιστορία που οριοθετεί την αφήγηση εκτείνεται από τις παραμονές της Αγγλοκρατίας ως το 1964. Στις πρώτες σελίδες του βιβλίου παρακολουθούμε μια πολύ ζωντανή αναπαράσταση της άφιξης του Αγγλικού στόλου στο λιμάνι της Λεμεσού το 1878. Και βλέπουμε τα συναισθήματα που προκαλεί η αλλαγή του καθεστώτος. Από το καθεστώς μιας επαρχίας ξεχασμένης και παραμελημένης, ενός τόπου εξορίας, όπως ήταν η Κύπρος τις τελευταίες δεκαετίες της οθωμανικής κυριαρχίας, σε μια στρατιωτική βάση την οποία καταλαμβάνει η Βρετανία στο πλαίσιο της στρατηγικής για την οικοδόμηση του δρόμου προς τις Ινδίες, προς τον κορμό της αυτοκρατορίας.

Μέσα από το πρίσμα της ιστορίας της οικογένειας παρακολουθούμε δύο άλλες διασταυρούμενες αφηγήσεις.

Η μία ξεδιπλώνει την πολιτική ιστορία της Κύπρου από το τέλος της Τουρκοκρατίας ως την τουρκική ανταρσία του 1964, με έμφαση στις μεγάλες καμπές και διακυμάνσεις της πολιτικής ζωής της Κύπρου. Δύο τέτοιες καμπές παρουσιάζονται με ιδιαίτερη ενάργεια. Η μία καμπή είναι το αρχιεπισκοπικό ζήτημα της δεκαετίας 1900-1910. Μια φαινομενικά περίεργη ως προς το βάθος και την ένταση των παθών διαμάχη, η οποία συγκλονίζει για δέκα ολόκληρα χρόνια την Κύπρο, με σοβαρότατες συνέπειες, ανασταλτικές στην προώθηση, όπως φαίνεται πολύ χαρακτηριστικά από τις σελίδες του βιβλίου, του εθνικού ζητήματος της Κύπρου, μια διαμάχη γύρω από τη διαδοχή στον αρχιεπισκοπικό θρόνο μετά τον θάνατο του Αρχιεπισκόπου Σωφρονίου το 1900. Στη διαμάχη αυτή η οικογένεια παίζει αποφασιστικό ρόλο και για τον λόγο αυτόν εμφανίζεται αναλυτικά στο βιβλίο μαρτυρώντας και την έκταση της έρευνας της συγγραφέως για να αναπαρασταθούν τα γεγονότα.

Η άλλη καμπή είναι η εξέγερση του 1931 και οι συνέπειές της. Πρόκειται για τις πολιτικές στιγμές της ιστορίας της Κύπρου που συμπίπτουν με τη μεγάλη πολιτική ακμή της οικογένειας. Όπως φαίνεται στο βιβλίο, τουλάχιστον στην έξοδο από το αρχιεπισκοπικό ζήτημα, η συμβολή της οικογένειας υπήρξε καταλυτική. Στον τελικό συμβιβασμό, που άνοιξε τον δρόμο για τη λύση του ζητήματος, μια από τις τρεις υπογραφές λαϊκών, οι οποίοι καταφέρνουν να βρουν ένα πλαίσιο συμφωνίας για να λυθεί το ζήτημα, είναι η υπογραφή του ηγετικού παράγοντα της οικογένειας, του Νικόλα Μιχαηλίδη.

Όλες οι άλλες δραματικές στιγμές της πολιτικής ιστορίας της Κύπρου εντάσσονται στο ιστορικό περίγραμμα της αφήγησης. Η ανταπόκριση της Κύπρου στους Βαλκανικούς πολέμους, στην έξοδο της Ελλάδας στον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, στον εθνικό διχασμό, στη μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή, αργότερα στην επιβολή της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου, στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, στην κατοχή και στην αντίσταση, τέλος οι εσωτερικές ζυμώσεις που αρχίζουν στην Κύπρο μετά την έκρηξη του δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, την αλλαγή της πολιτικής της Βρετανίας απέναντι στην αποικία, αποτελούν τον άξονα της αφήγησης του τελευταίου μέρους του βιβλίου. Τώρα παρακολουθούμε πια τις εσωτερικές διεργασίες που αρχίζουν με τις εκλογές του 1943 ως τον αγώνα της ΕΟΚΑ, την ανεξαρτησία, τα αβέβαια πρώτα βήματα της Κυπριακής Δημοκρατίας και τη σύγκρουση των δύο εθνικών κοινοτήτων της Κύπρου το 1963-1964.

Παράλληλα προς αυτή τη γενικότερη αφήγηση και αναφορά στην πολιτική ιστορία της Κύπρου ρέει και μια άλλη εξιστόρηση, της τοπικής ιστορίας της Πάφου. Η δεύτερη αυτή αφήγηση δεν έχει τον δραματικό τόνο της γενικότερης ιστορικής αναφοράς στη συλλογική πορεία της Κύπρου, όμως μπροστά μας ξεδιπλώνει την εξέλιξη αυτού του καθυστερημένου χωριού σε συγκροτημένο και διαμορφωμένο αστικό χώρο, χάρη στη δράση και στους οραματισμούς των ηγετών της οικογένειας.

Αν η δομή του βιβλίου περιοριζόταν στην εξιστόρηση πολιτικών γεγονότων και του χρονικού της οικογένειας, το έργο θα ήταν πραγματικά ελλιπές από λογοτεχνικής απόψεως. Θα ήταν ένα έργο εγκεφαλικό. Υπάρχει όμως και ένα άλλο επίπεδο αφήγησης που προσθέτει πραγματικά ανθρώπινο πρόσωπο στο βιβλίο. Είναι η ιστορία της κυπριακής καθημερινότητας: από τον κόσμο του χωριού αρχικά στον κόσμο των πόλεων, της Πάφου αλλά και της Λεμεσού σε κάποιο ποσοστό, από τον οποίο προέρχεται η νύφη του Χατζημιχαήλη, η γυναίκα του μεγάλου γιου του του Δημητρού. Σ’ αυτό το επίπεδο εντάσσονται οι υλικές και κοινωνικές λεπτομέρειες που συνθέτουν την καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Εδώ ξετυλίγεται και ο κόσμος των ανθρώπινων αισθημάτων, τα πάθη, οι φόβοι, οι ελπίδες, ο έρωτας, αλλά και ο πόνος της ανθρώπινης ζωής, που η οικογένεια γνώρισε σε δυσανάλογα μεγάλο βαθμό, με τη σκιά του θανάτου να πέφτει συνεχώς επάνω στον πλούτο, την κοινωνική άνοδο, την πολιτική επιτυχία. Θυμίζει έτσι τα όρια της ανθρώπινης ευτυχίας αλλά και προφυλάσσει συνεχώς από την ύβρι.

Αυτές είναι οι διαπλεκόμενες αφηγήσεις που συνθέτουν το έργο και το καθιστούν κατά τη γνώμη μου ένα ελληνικό αντίστοιχο του Θρύλου των Φορσάιθ του John Gallsworthy ή, στο πλαίσιο των ελληνικών γραμμάτων, ένα κυπριακό αντίστοιχο των Μαυρόλυκων του Θανάση Πετσάλη-Διομήδη.

Η εξιστόρηση της πορείας της οικογένειας προσφέρει ένα πρίσμα για την παρακολούθηση της διαδικασίας της κοινωνικής αλλαγής στην κυπριακή κοινωνία. Από την αγροτική κοινωνία του χωριού με τα κατάλοιπα των ημιφεουδαρχικών σχέσεων και με μια ολοζώντανη πλαισίωση με λαογραφικά στοιχεία τα οποία κάνουν το αρχικό μέρος του βιβλίου πάρα πολύ ενδιαφέρον, παρακολουθούμε το πέρασμα στη συγκρότηση της μεγαλοαστικής κοινωνίας των πόλεων και περαιτέρω την άνοδο μιας μαζικότερης αστικής κοινωνίας, που συνιστά το περιβάλλον οξύτερων κοινωνικών αντιπαραθέσεων με την εμφάνιση, παράλληλα προς τα συμβατικά πολιτικά σχήματα, και των πολιτικών οργανώσεων της Αριστεράς. Είναι χαρακτηριστικό ότι και σ’ αυτόν τον τομέα μετέχει η οικογένεια.

Η αφήγηση της πολιτικής ιστορίας της οικογένειας εστιάζεται κυρίως στη διαμόρφωση της στάσης των πρωταγωνιστών απέναντι στο εθνικό πρόβλημα της Κύπρου. Αποκαλύπτει έναν άλλο σοβαρό προβληματισμό μπροστά στο δίλημμα που θέτει στην οικογένεια η αντιμετώπιση του αγγλικού παράγοντα, η συναίσθηση της ευθύνης, που πηγάζει από την ηγετική της θέση στην κυπριακή κοινωνία. Υπαγορεύει μια τακτική φρόνησης και συνεχούς διαλόγου, διά του οποίου διατυπώνονται διεκδικήσεις και δηλώνονται απερίφραστα αλλά όχι άκαιρα οι εθνικοί πόθοι, χωρίς όμως να εξωθούνται τα πράγματα στα άκρα, πράγμα που μπορεί να επιφέρει ανεξέλεγκτες συνέπειες. Η μέριμνα για το εθνικό μέλλον και το δημόσιο καλό διαφαίνεται συνεχώς και από μια άλλη ενασχόληση της οικογένειας, τη φροντίδα για την παιδεία. Αρχικά η μέριμνα αυτή εκδηλώνεται σε σχέση με τη μόρφωση των παιδιών της οικογένειας, αλλά διευρύνεται με την ίδρυση των σχολείων της Πάφου για τη μόρφωση των παιδιών όλης της επαρχίας. Η μέριμνα για την παιδεία, για τη διάσωση των αρχαιοτήτων και την αξιοπρέπεια της Εκκλησίας συνθέτει το κοινωνικό τους ήθος. Αυτό συνιστούσε το όπλο της οικογένειας για τη διαφύλαξη και καλλιέργεια της ελληνικότητας του τόπου. Αυτή υπήρξε η ισχυρή πεποίθηση των ηγητόρων της, δύο από τους οποίους γίνονται δήμαρχοι της Πάφου για μια περίοδο μισού σχεδόν αιώνα. Ένας εκλέγεται επίσης μέλος του Νομοθετικού Συμβουλίου που λειτουργεί επί Αγγλοκρατίας. Με τη συμμετοχή στα κοινά και την ανάληψη κοινωνικών πρωτοβουλιών πιστεύουν ότι προτάσσουν την αποτελεσματικότερη αντίσταση στον ξένο κυρίαρχο. Το ήθος της πολιτικής φρόνησης, για το οποίο συχνά κατηγορήθηκαν ως συνεργάτες των Αγγλων, αποτελούσε την απάντηση της οικογένειας στον τυχοδιωκτισμό και την ανεύθυνη αδιαλλαξία των πολιτικών της αντιπάλων, που πλειοδοτούσαν σε μεγάλους λόγους χωρίς να παράγουν ανάλογο έργο και πολύ συχνά έβλαπταν την ελληνική υπόθεση.

Το βιβλίο πάντως δεν είναι ούτε ιστορική πραγματεία ούτε κοινωνιολογική έρευνα ούτε πολιτική ανάλυση. Είναι πρωταρχικά έργο λογοτεχνίας. Και ως τέτοιο θα το υποδεχθεί και θα το αποτιμήσει η κριτική. Ως προς το ζήτημα αυτό η δική μου η ανάγνωση δεν μπορεί βέβαια τίποτε να προδικάσει σε σχέση με το πώς θα κρίνουν το έργο οι κριτικοί της λογοτεχνίας. Θα ήθελα όμως, τελειώνοντας, να επισημάνω ορισμένα στοιχεία της λογοτεχνικής υπόστασης του έργου που βρήκα ιδιαίτερα ελκυστικά.

Πρώτον, η σκιαγραφία των χαρακτήρων, ιδίως των γυναικείων χαρακτήρων, είναι πειστική και απολύτως μέσα στα ανθρώπινα μέτρα της εποχής. Μέσα από τη διάπλαση των γυναικείων χαρακτήρων φαίνεται τόσο η καταπίεση της γυναίκας στην πατριαρχική κοινωνία της παλαιότερης Κύπρου, εξίσου όμως και ο κρίσιμος ρόλος της ως του κύριου παράγοντα της συνοχής της οικογένειας και της κοινωνίας γενικότερα.

Δεύτερον, ένα ιδιαίτερα ελκυστικό στοιχείο της μορφής του έργου είναι οι περιγραφές των εσωτερικών χώρων, που συνθέτουν το σκηνικό της ζωής της οικογένειας. Οι περιγραφές αυτές μαρτυρούν προσοχή στη λεπτομέρεια και στις αισθητικές παραμέτρους της ζωής, που είναι αναγκαία στοιχεία για να αποκτήσει η αφήγηση συνάφεια με το περιβάλλον και συγκεκριμένη ιστορική υπόσταση. Πρέπει να ομολογήσω ότι διαβάζοντας αυτές τις περιγραφές των εσωτερικών χώρων, τα εσωτερικά των σπιτιών, την περιγραφή των αντικειμένων, τόσο αντικειμένων πολυτελείας όσο και καθημερινής χρήσης, ξαναζούσα, ανακαλούσα στη μνήμη μου, παλιές αναμνήσεις των παιδικών μου χρόνων, πριν από τη μεγάλη καμπή που αποτέλεσε και στην πορεία της οικογένειας και στην πορεία της Πάφου ο μεγάλος σεισμός του 1953 που γκρέμισε το τρίπατο αρχοντικό της γωνίας των οδών Γαλατείας και Πυγμαλίωνος.

Ένα τρίτο στοιχείο της λογοτεχνικής υπόστασης του έργου που είναι ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτο αφορά τη γλωσσική μορφή. Πρόκειται για τη χρήση του κυπριακού ιδιώματος στους διαλόγους, που προσδίνει στο κείμενο ιδιομορφία και προσωπικότητα. Η χρήση του κυπριακού ιδιώματος πάντως γίνεται με τόλμη αλλά και με μέτρο. Τοποθετείται, ορθά, κυρίως στο στόμα των γυναικείων χαρακτήρων, γιατί οι γυναίκες της οικογένειας εκτίθενται λιγότερο στην παιδεία, εκτίθενται λιγότερο στον δημόσιο βίο και στην ανάγνωση του Τύπου και συνεπώς πολύ πιο πειστικά τις ακούει ο αναγνώστης να μιλούν στο κυπριακό ιδίωμα, συνδέοντας έτσι ακριβώς τα δρώμενα του έργου με τις κοινωνικές ρίζες της οικογένειας και των χαρακτήρων. Έτσι αποκτά χρώμα το κείμενο, αποφεύγοντας τη γραφικότητα, που είναι το φιλί του θανάτου για ένα λογοτεχνικό έργο με αξιώσεις σοβαρότητας.

Ο κ. Πασχάλης Μ.  Κιτρομηλίδης  είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ την 9η Αυγούστου 1998. 

Advertisements
This entry was posted in Βιβλιοκρισίες, Πασχάλης Κιτρομηλίδης and tagged , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s