Μάιος στην Αθήνα του 2012

Το κείμενο που ακολουθεί είναι του Αντώνη Ζέρβα και δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Δρόμος της Αριστεράς» την 09//06/2012. Σε αυτό τίθενται ζητήσεις που εκφράζονται με όρους όπως Ελληνισμός, εθνική ταυτότητα, Έθνος και Ευρώπη, ευρωσκεπτικισμός και αντιευρωπαϊσμός, με τη σκέψη να καλλιεργεί τις εντάσεις που διασώζουν τον χαρακτήρα της ως πράξης στοχασμού.

Αν τα κριτήρια της σκέψης του εν λόγω άρθρου διατηρούν στο ακέραιο την αξία τους, η ελπίδα που προβάλλεται από τον συγγραφέα στον ΣΥΡΙΖΑ μου είναι προσωπικά (για να μιλήσω σε πρώτο πρόσωπο) ξένη. Ακριβέστερα: θεωρώ ότι η λογική που εκθέτει ο Ζέρβας είναι το λιγότερο ακατανόητη στις τάξεις της ελίτ του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και στις παραδοσιακές, και δυναμικότερες, μερίδες των ψηφοφόρων του.

Ακολουθεί το κείμενο:

 

Γράφει ο Αντώνης Ζέρβας*

καὶ ἐὰν μὴ ἴδω
πρὸ τῆς Ἑλλάδος τοῦ ἱεροῦ
χορῷ συμπεπλεγμένας
Ἐλευθερίαν καὶ Μούσας
θάνατον θέλω.
Ἀνδρέας Κάλβος.
 

Είχα πολλά χρόνια να ζήσω έναν ολόκληρο εργάσιμο μήνα στην Αθήνα. Το παράδοξο είναι ότι η κρίση την μετέτρεψε σε μια από τις πιο ενδιαφέρουσες πρωτεύουσες της Ευρώπης. Από πειραματόζωο, φαίνεται να μεταμορφώνεται σε πολιτικό και πνευματικό εργαστήριο. Γελάω με όσους ανά πάσα στιγμή έχουν στο στόμα τους κινδύνους του εγχειρήματος, τη στιγμή που μόνη τους οπτική ήταν το άκρως παράλογο σύστημα κεφαλαίων κινδύνου.  Υπάρχουν καθυστερήσεις ιαματικές. Το γεγονός ότι μπορείς να βρείς ακόμα στην Αθήνα τη μοναδική αυλή μιας παλιάς ταβέρνας είναι δώρο ανεκτίμητο. Στ’ αυτιά μου, η λιτότητα δεν είναι βρισιά, αλλά αρετή, αρκεί να μην επιβάλλεται, όπως επιβλήθηκε. Το πρόβλημα όπως λέγαμε και παλιότερα δεν είναι η φτώχεια, αλλά η κατάπτωση.  Φτωχές εποχές είχαν υψηλό εγχώριο προϊόν ευδαιμονίας. Ιδού κάτι που δεν θέλει να θυμάται το σημερινό σύστημα.

Η μεγάλη απώλεια της Ευρώπης είναι ο λαϊκός πολιτισμός. Οι αστικές δημοκρατίες στηρίζονται πλέον στις μεσαίες τάξεις και οι τάξεις αυτές είναι δίχως ρίζες. Στην αρχαία Ρώμη, η διεκδίκηση του δικαιώματος του ρωμαίου πολίτη με τα προνόμια που συνεπαγόταν, έκανε τους πολυπληθείς και ποικίλους λαούς της να απεμπολούν προθύμως κάθε διακριτικό τους στοιχείο, έως και το ίδιο το πατρικό τους όνομα. Τηρουμένων των αναλογιών, έτσι έγινε και μ’ εμάς, κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Πρυτάνευσαν τα ευρωπαϊκά δικαιώματα σε βάρος των εθνικών υποχρεώσεων. Πλην έτσι είναι μοιραίο να λειτουργούμε ως επαρχία και όχι ως οργανικό τμήμα μιας ευρωπαϊκής πολιτικής ενότητας. Και γι’ αυτό ο περιβόητος «ευρωπαϊκός προσανατολισμός» είναι νεκρό γράμμα, πρόσχημα και πρόφαση ιδιοτελούς αδράνειας. Ταυτοχρόνως πρέπει να κατανοήσουμε ότι η Ελλάδα δεν είναι αμιγώς ευρωπαϊκό κράτος, ούτε θα γίνει ποτέ. Μπορεί όμως να χωρέσει παντού με τις προσήκουσες προσαρμογές.

Σε μια Ευρώπη που κατέληξε να μην είναι κατ’ ουσίαν παρά ένα σύστημα αγορών, είναι προφανές ότι μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ εκφέρει σήμερα έγκυρο λόγο στον τόπο μας. Είναι η μόνη φωνή που βγαίνει από το αίτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης. Οι υπόλοιποι μιλούν περί Ευρώπης με τους αταβισμούς του υποταγμένου στη Μεγάλη Πύλη, χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι έτσι ούτε κατανοείται η ευρωπαϊκή οικοδόμηση, ούτε παρέχεται δυνατότητα συμμετοχής στις διεργασίες της. Η κατάρα της πρόσφατης Ελλάδας ήταν οι δήθεν Ευρωπαϊστές. Ας το καταλάβουμε επιτέλους. Ακόμη και να θέλαμε, δεν θα μας άφηναν να φύγουμε από την Ευρώπη.  Πρώτα πρώτα, κάτι τέτοιο θα σήμαινε ήττα της ευρωζώνης. Και δεύτερο και κρισιμότατο, θα εγκαινίαζε την κατεδάφιση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Πόσες χώρες δεν είπαν Όχι σε κρίσιμες ευρωπαϊκές αποφάσεις.! Το σημαντικότερο γεγονός πριν από την κρίση ήταν το Όχι της Γαλλίας στο ευρωπαϊκό Σύνταγμα. Είναι απαράδεκτο να χαρακτηρίζονται ακόμη και σήμερα ως αντευρωπαϊκές τέτοιες κινήσεις! Δεν θα ήταν λάθος αν ισχυριζόταν κανείς ότι η κρίση μετέβαλε τον Έλληνα σε «ευρωσκεπτικιστή», ενώ επί χρόνια βρισκόταν σε κατάσταση ευρωπαϊκής νάρκης. Πρόκειται για ένα στάδιο ωρίμανσης. Ο ευρωσκεπτικισμός δεν είναι αντευρωπαϊσμός, αλλά υγιής αντίδραση προς την ξεστρατισμένη Ευρώπη των αγορών.

Κατά τα τελευταία χρόνια οικονομικής κατάρρευσης και ψυχικής κατάθλιψης, ο ΣΥΡΙΖΑ είχε το σθένος να αντισταθεί, και αντιστεκόμενος να αναπτερώσει το λαϊκό φρόνημα. Τα «κοστολογημένα» επιχειρήματα εκφοβισμού δεν αντέχουν μπροστά στην τρομερή δυναμική της ελπίδας που έφερε ο ΣΥΡΙΖΑ και ο αρχηγός του. Και όποιος επιζητεί την ενότητα, που κατά βάθος δεν είναι παρά ένα μύθευμα ειδικής χρήσεως, θα έπρεπε να συστρατευθεί στους κόλπους του, γιατί μόνο από την εσωτερική σύγκρουση μπορούν να γεννηθούν ιδέες. Για την ώρα, προέχει η επιβίωση του ελληνικού κράτους. Και δεν μπορεί να επιβιώσει, χωρίς τον κατάλληλο ανασχηματισμό, χωρίς την αναβίωση των θεσμών που θα ρυθμίζουν τη σχέση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, χωρίς το θάρρος αυτοκαθορισμού που επέδειξε ο ΣΥΡΙΖΑ.

Πρώτιστο μέλημα της αριστεράς ήταν ανέκαθεν η κοινωνική δικαιοσύνη. Όλοι μας όμως αντιλαμβανόμαστε ότι αυτό δεν αρκεί. Η βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης, η δικαιότερη κατανομή του πλούτου κλπ. δεν αποτελούν αφ’ εαυτών εχέγγυα ποιοτικού άλματος. Άλλωστε, η σχετική ευημερία των τελευταίων δεκαετιών έδειξε ότι το σύγχρονο άτομο μπορεί να μεταβληθεί σε τέρας. Τέτοιο ήταν και το τέρας του σύγχρονου Έλληνα. Απαίδευτος, ατομικιστής, αναίσθητος, χονδρός, γνήσιο τέκνο των τηλεοπτικών στάρ του Λάιφ Στάιλ. Από την άλλη πλευρά πάλι, μπορεί μεν να στιγματίζεται η κατανάλωση, αλλά το δυτικό πρότυπο ανθρώπου  παραμένει ο χρήστης / καταναλωτής.

Ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να στοχασθεί τί σημαίνει Έλληνας της Ευρώπης, όπως οι Γάλλοι πχ. στοχάζονται τί σημαίνει Γάλλος της Ευρώπης. Παρά τα λάθη τους, οι μεγάλες χώρες δεν ξεκολλούν από τις συνεκτικές τους ιδέες. Ποιά είναι η εθνική μας συνεκτική ιδέα; Ως ευρωπαϊκή χώρα, καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε προβλήματα που δεν γνωρίζαμε, όπως το μεταναστευτικό που δεν είναι απλώς οικονομικής τάξεως. Και όμως, η Ελλάδα ήταν το πλέον αξιοζήλευτο κράτος των Βαλκανίων. Είχε τη δύναμη να εντάσσει και να εξελληνίζει. Από πού την αντλούσε; Είναι τυχαίο άραγες ότι βρεθήκαμε ξαφνικά με 21 βουλευτές της Χρυσής Αυγής, δηλαδή 21 χρόνια πίσω από τη Γαλλία, ενώ μας παίρνουν τ’ αυτιά με το πλανητικό χωριό και τον «πραγματικό χρόνο» της επικοινωνίας;

Ήδη, οι προγραμματικές δηλώσεις  του κ. Τσίπρα στρέφονται προς αυτή την κατεύθυνση. Το ζήτημα της «ανάπτυξης» λόγου χάρη. Όχι στην αδιάκριτη ανάπτυξη. Όχι στο ελληνικό Κατάρ ! Αντίθετα μ’ εκείνους που προσάπτουν στον ΣΎΡΙΖΑ την πολυφωνία του, προσωπικώς εκτιμώ ιδιαιτέρως το γεγονός ότι διαμορφώνει κυβερνητικό πρόγραμμα εν θερμώ μέσα από αντιθέσεις και συγκρούσεις.

Η Ευρώπη ως ορίζοντας της Ελλάδος αποτελεί δεδομένο και δεν χρειάζονται επαναληπτικές γενεαλογίες. Χρειάζεται όμως υπεύθυνη διοίκηση, χρειάζεται νέο σύνταγμα, χρειάζεται νέα ιστορική αντίληψη περί εθνικής και κοινωνικής ταυτότητας. Χρειάζεται νέα παιδεία, εθνική και ευρωπαϊκή ταυτοχρόνως. Χρειάζονται τόσα για να συμμετάσχουμε οργανικά στην Ευρώπη που σε πιάνει ίλιγγος.  Γι’ αυτό έλεγα κάπου αλλού ότι «η ανησυχία μου δεν είναι το μέλλον, αλλά το παρελθόν».

Ο Ελληνισμός είναι μια από τις μεγάλες διάρκειες της Ευρώπης. Έλαβε πολλές και διάφορες πολιτικές μορφές στο πέρασμα της Ιστορίας και οπωσδήποτε θα λάβει και άλλες, ανέκδοτες. Μένει όμως ο λόγος του, ένα ζωντανό και ανακαινιζόμενο ερώτημα περί ανθρώπου μπροστά στις λογής προόδους και επικαιρότητες. Λόγος καθαρά αντιτεχνολογικός. Εκδιπλώνει πάντα μία σύνθετη αντίληψη ζωής: συντήρηση με προοδευτικότητα, αναδίπλωση με εξωστρέφεια, Εκκλησία και εφοπλιστές, αριστερά και δεξιά. Γι’ αυτό και η ενότητα δεν είναι ποτέ προϋπόθεση, αλλά προσωρινός στόχος.

Πλάι στις απαιτούμενες προοδευτικές προσπάθειες, πρέπει να εξασφαλίζεται η ύπαρξη στοχαστικών κέντρων συντήρησης. Αυτός είναι κατά τη γνώμη μου ο πυρήνας του ελληνικού διαλογικού πνεύματος και αλλοίμονο σε όσους το ξεχνάνε.

Είναι σε θέση ο ΣΥΡΙΖΑ να επιτελέσει το κρίσιμο έργο της βαθύτερης  αριστεροδέξιας σύνθεσης, να συνενώσει δηλαδή το αίτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης με το μέλημα της εθνικής διάρκειας;  Τον φρόνιμο εκσυγχρονισμό με την κριτική της τυφλής προόδου; Αυτό είναι το πρώτο ερώτημα. Ακολουθούν στη σειρά τόσα άλλα που σου έρχεται ζάλη σαν τα σκέπτεσαι. Απoσιωπάται λ.χ. το κρισιμότατο πρόβλημα της τεχνολογικής δημοκρατίας. Τις περισσότερες φορές ακόμη και στην Ευρώπη, οι πολιτικές συζητήσεις έχουν ένα παλιομοδίτικο άρωμα, λες και βρισκόμαστε στον Μεσοπόλεμο.

Όπως καί να έχει όμως, τα μόνα ελπιδοφόρα και δημιουργικά γεγονότα συμβαίνουν στους κόλπους του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν υπάρχει οικονομική κρίση χωρίς πνευματική κρίση.

                                                       

                                                                 Βρυξέλλες, 1η Ιουνίου 2012

 

*Ο Αντώνη Ζέρβας είναι ποιητής, δοκιμιογράφος και μεταφραστής. 

Advertisements
This entry was posted in Αντώνης Ζέρβας and tagged , , , , , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

7 Responses to Μάιος στην Αθήνα του 2012

  1. Ο/Η Emilie Kafe λέει:

    Φαίνεται πως ο Α. Ζέρβας θέλησε να εξηγήσει εκτενέστερα τί εννοούσε στη συζήτηση με τον Μαγκλίνη. Πολύ ωραίο κείμενο, προσωπικό και θαρραλέο, για έναν άνθρωπο που δεν έχει και πολλά κοινά με τους διανοουμένους του Σύριζα ! Και όμως τα περισσότερα άρθρα του είναι σαν να συμμετείχε από την αρχή στη διαμόρφωση της πρότασης Σύριζα. Εκτός κι αν ο κ. Α.Ζ. είναι ένα από τα «κρυφά ποιήματα» του Καμμένου.

    • Ο/Η Λεωνίδας λέει:

      Έμιλυ ο σχολιασμός του σχολίου σου θα είναι λίγο πιο εκτεταμένος. Για τούτο θα καθυστερήσω λίγο.

      Την καλημέρα μου!

    • Ο/Η Λεωνίδας λέει:

      Επίτρεψέ μου Έμιλυ να πιστεύω ότι ο Ζέρβας όχι μόνον δεν έχει κοινά με τους διανοούμενους του ΣΥΡΙΖΑ αλλά βρίσκεται πολύ μακριά τους. Δεν μπορώ να μπώ εδώ σε πλήρη ανάλυση και τεκμηρίωση της θέσης μου. Θέλω να πιστεύω ότι μπορώ να το πράξω αλλά δεν είναι τόπος εδώ για κάτι τέτοιο και απαιτείται χρόνος πολύς. Προς τούτο θα μιλήσω αφοριστικά και σχηματικά.

      Μας λέγει ο Ζέρβας: «Ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να στοχασθεί τί σημαίνει Έλληνας της Ευρώπης, όπως οι Γάλλοι πχ. στοχάζονται τί σημαίνει Γάλλος της Ευρώπης. Παρά τα λάθη τους, οι μεγάλες χώρες δεν ξεκολλούν από τις συνεκτικές τους ιδέες. Ποιά είναι η εθνική μας συνεκτική ιδέα; Ως ευρωπαϊκή χώρα, καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε προβλήματα που δεν γνωρίζαμε, όπως το μεταναστευτικό που δεν είναι απλώς οικονομικής τάξεως. Και όμως, η Ελλάδα ήταν το πλέον αξιοζήλευτο κράτος των Βαλκανίων. Είχε τη δύναμη να εντάσσει και να εξελληνίζει».

      Ποιος στον ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να αναλάβει ένα τέτοιο έργο, όταν η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων που συμπορεύονται διανοητικά με αυτόν έχουν θεμελιώσει τη σκέψη τους, και τη δημόσια παρουσία τους, στην κριτική της ίδια της ιδέας τους Έθνους ή του Ελληνισμού; Θα συνιστούσα επίσης, ως υπόθεση εργασίας, να δούμε αν απαντάται η λέξη «εξελληνισμός» στο λεξιλόγιό τους. Ή ακόμη ποια θα ήταν η αντίδρασή τους ενώπιον αυτού του όρου.

      Στους κόλπους της Αριστεράς η ιδέα του Έθνους υπάρχει όσο υπάρχει εθνικό κράτος. Και τούτο επειδή χρειάζεται το κράτος για την άσκηση της πολιτικής της. Στον Ζέρβα το Έθνος δύναται να υπάρξει και χωρίς κράτος ή εν ετέρα μορφή γιατί σε αυτόν ο ελληνισμός φέρει πολιτισμό τον οποίο αξίζει κανείς να αναστοχάζεται δημιουργικά.

      Το Έθνος για την Αριστερά ήταν πάντοτε ένα ζήτημα τακτικής. Κατά του ιμπεριαλισμού ή του καπιταλιστικού τρόπου ζωής, ο οποίος με τη σειρά του νομιμοποιεί τον καπιταλισμό. Ένα ανάχωμα στην καπιταλιστική επέκταση δηλαδή. Ιδίως για τους ρηχούς κοσμοπολίτες του ΣΥΡΙΖΑ μία σημαία ευκαιρίας. Το ότι διανοούμενοι, λίγοι, προερχόμενοι από την Αριστερά υιοθετούν με ειλικρίνεια μία τέτοια στάση δεν πρέπει να ξεγελά. Ουσιαστικά αυτοί παύουν να είναι αριστεροί με το χρόνο. Ήτοι αλλάζουν ταυτότητα. Κάποιοι από αυτούς το κατάλαβαν κάποιοι άλλοι δεν θέλουν να αποστούν από τις λέξεις-φετίχ των νεανικών τους χρόνων.

      Μόνο κατά τα φαινόμενα, κοινό σημείο, μεταξύ Ζέρβα και ΣΥΡΙΖΑ είναι η κριτική στην Ευρώπη των Αγορών και στην τεχνοκρατία. Κι εδώ όμως το νόημα της κριτικής διαφέρει παρασάγγας. Ιδίως ως προς την τεχνοκρατία ο ΣΥΡΙΖΑ (η Αριστερά δηλαδή) δεν αφορμάται από τη λογική του Πλάτωνα και του Πάουντ αλλά θέλει μία τεχνοκρατία που θα υπηρετεί τις δικές του πολιτικές στοχεύσεις. Η Αριστερά μετέχει εξίσου του ωφελιμισμού και της χρησιμοθηρίας, που είναι η βαθύτερη λογική της «Ευρώπης των Αγορών», με τη διαφορά ότι επιθυμεί να επιτευχθεί αλλιώς, ήτοι δια της κρατικής ισχύος (αν και δεν ξέρω τι απαντήσεις δίδουν στα καθέκαστα μετά την απεμπόληση του κομμουνιστικού προτάγματος –και μάλλον ούτε οι αριστεροί γνωρίζουν)

      Αν τα παραπάνω ισχύουν πως μπορεί να εξηγηθεί η στάση του Ζέρβα; Δεν θα μπώ σε βαθύτερες αιτιάσεις που έχουν να κάνουν με την ιστορία των ιδεών. Θα εμμείνω στη συγκυρία. Με τη στάση του ο ΣΥΡΙΖΑ οδηγεί, εν τοις πράγμασι (ήτοι χωρίς τις θέλησή του και τη συνειδητή του αποδοχή), σε μία κατάσταση που για τον Ζέρβα είναι γόνιμη. Ήτοι στον ευρωσκεπτικισμό και τη συζήτηση γύρω από την επιστροφή σε εθνικό νόμισμα.(Στην προοπτική αυτή, και μόνον αυτή, πιστεύω ότι έχεις δίκιο να τον βλέπεις σαν ένα από τα “κρυφά ποιήματα” του Καμμένου).

      Αφήνω την ιδέα της κοινωνικής δικαιοσύνης και τούτο γιατί θα μας έβαζε σε άλλες ατραπούς. Σε συνάφεια με την κοινωνική δικαιοσύνη, στην προοπτική του Ζέρβα, απλώς σημειώνω την εξαιρετική του διατύπωση από το «Ο “υπαρκτός ευρωπαϊσμός” και η Ελλάδα»

      «Όλοι αναρωτιούνται σε τι οφείλεται η δεξιά στροφή της Ευρώπης. Κατ’ εμέ, το πράγμα είναι απλό. Πρόκειται για την ενστικτώδη νοσταλγία του αριστοτελικού πνεύματος δικαιοσύνης, εντιμότητας, παρρησίας και κυρίως μέτρου με γνώμονα τον κοινό νου. Ούτε συσσώρευση πλούτου ούτε φρικτή φτώχεια. Μια κοινωνία μεσαίων τάξεων και ισορροπίας μεταξύ τεχνικού και πνευματικού πολιτισμού».

      Δεν ξέρω αν ταιριάζει με τον κρατικό Λεβιάθαν που δίδει τη δυνατότητα αυτοπραγμάτωσης σε αντικαταστατά και εναλλάξιμα άτομα που ονειρεύονται πλήθος δυνατοτήτων. (συνειρμός: εδώ θυμάμαι καθηγητή πολιτικής κοινωνιολογίας που αποκαλούσε τον Μάρξ «ριζοσπάστη φιλελεύθερο»)

      Θα σημειώσω αφοριστικά και γενικά: ο Α.Ζ. είναι φορέας ανακαινισμένης συντηρητικής σκέψης, στην προοπτική ενός αντιμοντέρνου μοντερνισμού. Οποιαδήποτε ομοιότητα με τον ΣΥΡΙΖΑ είναι επιφατική και συμπτωματική.

  2. Ο/Η Emilie Kafe λέει:

    Οπως σου έγραφα και τις προάλλες Λεωνίδα, θαυμάζω το κουράγιο που έχεις ν’ απαντάς λεπτομερώς στα σχόλια που γίνονται. Για τον Α. Ζέρβα ιδίως γίνεσαι μαχητικός συνήγορος. Διάβασα κάποια κείμενά του, εκτός απ’ αυτά που έχεις αναρτήσει και κατέληξα στο συμπέρασμα ότι ο άνθρωπος δεν στερείται ταλέντου, παρότι με τα ποιήματά του αμφισβητεί συστηματικά αυτά που γράφει σε δοκίμια και άρθρα. Είναι θάρρος της γνώμης η ακαταστάλακτή σκέψη; Θα μου πείς ότι έχουμε βαρεθεί την κατατασταλαγμένη διανόηση σε μια εποχή όπου όλα είναι ρευστά και αμφίθυμα.

    Ετσι ο κ. Ζέρβας εργάζεται στην «ολόχρυση γραφειοκρατεία των Βρυξελλών» αλλά είναι
    Οπως σου έγραφα τις προάλλες Λεωνίδα, θαυμάζω το κουράγιο που έχεις ν’ απαντάς λεπτομερώς στα διάφορα σχόλια. Για τον Α. Ζέρβα ιδίως γίνεσαι μαχητικός συνήγορος. Διάβασα κάποια κείμενά του, εκτός από αυτά που έχεις βάλει, και κατέληξα στο συμπέρασμα πως ο άνθρωπος έχει ταλέντο, παρότι με τα ποιήματά του αναιρεί συστηματικά αυτά που γράφει σε άρθρα και δοκίμια. Είναι θάρρος της γνώμης η ακαταστάλακτη σκέψη; Θα μου πεις ότι έχουμε βαρεθεί την κατασταλαγμένη διανόηση σε μια εποχή όπου όλα είναι ρευστά και αμφίθυμα.

    Ο κ. Ζέρβας εργάζεται στην «ολόχρυση γραφειοκρατία των Βρυξελλών» αλλά είναι
    αντίθετος με τις Βρυξέλλες. Δεν θέλει να «κολακεύουν τους νέους», αλλά δέχεται να συνομιλεί μ’ ‘εναν τριάντα χρόνια νεότερό του, γιατί τον κολακεύει με τα κειμενά του.

    Ποιός είναι περισσότερο «ευρωσκεπτικιστής» από την κα Μέρκελ και το συνταγματικό δικαστήριο της Γερμανίας; Τί μπορεί να προσφέρει ο Ελληνισμός εκτός από νοσταλγίες σαν κι αυτές του Ζέρβα; Εκτός κι αν όλα αρχίζουν και τελειώνουν στη νοσταλγία, οπότε εσύ και ο Ζέρβας και όλοι εκείνοι που ανήκουν στην ίδια οικογένεια θα είστε πάντα ευχαριστημένοι.

    Ολοι οι ελληνολάτρεις ήταν δυτικοθρεμένοι. Υποψιάζομιαι ότι αυτό τα λέει όλα. Δυτικοθρεμένοι είναι και οι διανοούμενοι του Σύριζα. Αλλά δεν τρέφουν νοσταλγίες η τουλάχιστον «ριζικές» νοσταλγίες, παρά τη συναισθηματική τους εμμονή στο ΚΚΕ. Θέλουν ένα συμμαζεμένο κράτος σε μια πιο συμμαζεμένη Ευρώπη.

    • Ο/Η Λεωνίδας λέει:

      Έμιλυ θα πρέπει να σου πώ ότι δεν είμαι μαχητικός συνήγορος κανενός. Προσπαθώ απλώς να ερμηνεύσω και να κατανοήσω. Οι ερμηνείες μου μπορεί να είναι ορθές ή εσφαλμένες αλλά σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν «συνηγορίες». Τώρα υπάρχουν κείμενα και συγγραφείς που προκρίνω – απλώς του Ζέρβα ανήκουν σε αυτά.

      Στην δική μου προοπτική η «αυτοαναίρεση», όπως την περιγράφεις του Ζέρβα δεν έχει έδαφος. Πρόκειται για εναλλαγή των προοπτικών, που έχει να κάνει με τη μέθοδο κι όχι με τα πράγματα. Με τη σειρά της σημαίνει ότι απέναντι στα πράγματα μπορούν να δοθούν διαφορετικές οπτικές αντίστοιχες με τα διαφορετικά ερωτήματα που τίθενται συνειδητά ή μη.

      Επίσης συγχέεις τη θεωρία με την πράξη. Τα δύο μεγέθη, σε κάθε περίπτωση, δεν συνιστούν ταυτότητα αλλά βρίσκονται σε μία σχέση που για να φωτισθεί πρέπει κατ’ αρχάς να ξεκαθαρίζουμε τα δύο και να μιλούμε με διακριτούς όρους για θεωρία και πράξη. Έτσι δεν καταλαβαίνω τι σημαίνει «εργάζεται στην “ολόχρυση γραφειοκρατία των Βρυξελλών” αλλά είναι αντίθετος με τις Βρυξέλλες». Εσύ τι συμπέρασμα βγάζεις από αυτό; γιατί εγώ δεν βγάζω κανένα. Στην παρούσα συνάφεια εγώ κάνω ερμηνεία κειμένων όχι ψυχανάλυση.

      Πάλι ο ευρωσκεπτικισμός της Μέρκελ είναι διάφορος από αυτόν των Βρετανών ή τον ενδεχόμενο των Ελλήνων. Μία είναι η αρχή που τις συνέχει: η προτεραιότητα για έναν έκαστο των συμφερόντων των εθνικών κρατών. Αλλά όλα τα εθνικά κράτη, όλες οι εθνικές κοινωνίες δεν είναι ίδιες.

      Όλοι οι ελληνολάτρες μπορεί να ήταν δυτικοθρεμμένοι αλλά όλοι οι δυτικοθρεμμένοι δεν είναι ελληνολάτρες. Το τελευταίο ισχύει ιδιαίτερα για τον ΣΥΡΙΖΑ. Τώρα το συμμαζεμένο κράτος του ΣΥΡΙΖΑ ειλικρινά δεν ξέρω που το βρήκες αδυνατώ καν να το δώ. Όπερ δεν έχω βάση για συζήτηση.

      Τέλος, ως προς τη νοσταλγία. Αυτή είναι η ψυχική ύλη για την εμπαθή (με την κυριολεκτική έννοια του όρου) αναπραγμάτευση του παρελθόντος σε συνάφεια με το παρόν. Δεν εξαντλείται στη νοσταλγία (για μένα τουλάχιστον. Δεν ξέρω για τον Ζέρβα αν και από τα κείμενα που γράφει δεν φαίνεται να είναι μία νοσταλγία και μόνον). Γενικόλογο θα μου πείς αυτό το τελευταίο αλλά στην παρούσα συνάφεια μόνον αυτό μπορώ να γράψω. Έπειτα, η νοσταλγία δεν είναι προνόμιο των όσων αναστοχάζονται την παράδοση αλλά κι όσων συνάπτουν μία σχέση νοσταλγική (ας ταυτολογήσω εδώ) με το όποιο παρελθόν. Τώρα αν νοσταλγεί κάποιος τον Λένιν, τον Ζαχαριάδη ή τον Γαλλικό Μάη μου είναι τελείως ξένη η νοσταλγία του. Δεν έχει να κάνει με τα περιεχόμενα της δικής μου.

      Τέλος η νοσταλγία (ή ακόμη και η εξιδανίκευση) της παραδοσιακής κοινωνίας αν είναι γόνιμη γεννά κριτήρια που σχετικεύουν την έπαρση του παρόντος, επιβοηθά στην απόκτηση μιας ορισμένης ιστορικής αίσθησης των πραγμάτων και τέλος, ρέ αδελφέ, προσφέρει μία πνευματική ηδονή γι’ αυτούς που την προσφέρει. Με άλλα λόγια δεν χρειάζεται να «ωφελεί» σε κάτι.

  3. Ο/Η Emilie Kafe λέει:

    Η τελευταία παράγραφος με βρίσκει απολύτως σύμφωνη. Εχουμε ανάγκη από νοσταλγίες και εξιδανικεύσεις, αρκεί να μην προτείνονται ως πολιτικές λύσεις. Συνεπώς ως » λογοτεχνία » πρέπει να αντιμετωπίζουμε παρόμοια κείμενα. Ελληνική, γαλλική, αφρικανική «πνευματική ηδονή», όπως λές. Εγώ δεν είπα ότι δεν μου αρέσουν. Αλλά δεν μπορώ να αποφύγω την κοινωνική ψυχανάλυση στις αναγνώσεις μου γιατί διαφορετικά δεν βγαίνει άκρη με τις νοσταλγίες και τις εξιδανικεύσεις. Οσο πιο προσωπικά είναι τα κείμενα άλλωστε, τόσο περισσότερο επιβάλλεται η κοινωνικο-ψυχαναλυτική μέθοδος.

    Κάτι σημαίνει να κάνεις κάτι και να μη το θέλεις. Να πιστεύεις σε μια αξία και να μη την τηρείς.
    Αν σ’ αυτά τα πράγματα κρύβεται το μυστικό της λογοτεχνίας, είμαστε υποχρεωμένοι να τα φωτίζουμε, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κριτικάρουμε για να κριτικάρουμε.
    Η ψυχανάλυση δεν χωρίζει τη θεωρία από την πράξη. Στο ένα βρίσκει το άλλο. Οσο περισσότερο κρίνουμε το κείμενο του συγγραφέα, τόσο πιο κοντά πηγαίνουμε και στον άνθρωπο και στο έργο. Κάθε έργο αναδεικνύει έναν άνθρωπο. Αυτό μ’ ενδιαφέρει προσωπικά.

    • Ο/Η Λεωνίδας λέει:

      Έμιλυ δεν εξοβελίζω καταστατικά την κοινωνικο-ψυχαναλυτική μέθοδο όπως τη λές. Απλώς λέγω ότι εμμένω για αρχή στα κείμενα. Άλλωστε τα κείμενα που συζητούμε δεν μπορούν να δώσουν επαρκές υλικό για την χρήση της μεθόδου που λές.

      Θα προτιμούσα τον όρο «εργοβιογραφική» προσέγγιση γι’ αυτό που περιγράφεις, όπου μπορεί να χωρέσει και η ψυχολογία.

      Από την άλλη μεριά, ως προς τις σχέσεις θεωρίας και πράξης, εννοούσα ότι, και εδώ, θα πρέπει για αρχή να κρατούμε διακριτά τα πεδία. Πολλές συγχύσεις και μετατοπίσεις των συζητήσεων οφείλεται στις απότομες μεταβάσεις από τη μιά στην άλλη.

      «Κάτι σημαίνει να κάνεις κάτι και να μη το θέλεις. Να πιστεύεις σε μια αξία και να μη την τηρείς»
      Θαυμάσιο πεδίο για «σκάψιμο».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s