Λαϊκές φωνές

Το κείμενο που ακολουθεί έχει ληφθεί από το βιβλίο του Βασίλη Καραποστόλη, Προς το παρόν. Κείμενα για τα σύγχρονα ήθη, εκδ. Πλέθρον, Αθήνα 1990.

Βασιζόμενος στη στάση των μουσικών έναντι του κοινού ο Καραποστόλης κατορθώνει να συνοψίσει με τρόπο πυκνό τη θραύση των δεσμών που συγκροτούν το ίδιο το κοινό, τη σχέση των ίδιων των μουσικών με την τέχνη τους αλλά και του κοινού με την μουσική. Κι όλα τούτα υπαινισσόμενος το κοινωνικό υπόβαθρο του μουσικού γεγονότος. Ας μην εμμένει κανείς μόνον στον τραγουδιστή της πίστας. Η «υπερ-εκφραστικότητα» για την οποία κάνει λόγο  ο συγγραφέας χαρακτηρίζει κι άλλες μορφές μουσικής έκφρασης που κι αν ακόμη δεν εμπίπτουν στην αισθητική της πίστας μοιράζονται μαζί της ορισμένα ουσιώδη της γνωρίσματα.

Από μιαν άλλη άποψη τα χαρακτηριστικά που περιγράφονται εδώ διαπερνούν πλήθος εκφάνσεις της κοινωνικής μας ζωής. 

Οι αριθμοί  έχουν τεθεί σε αγκύλες αντιστοιχούν στον αριθμό των σελίδων της έντυπης έκδοσης. Ακολουθεί το κείμενο:

[35] Άλλοτε το μόνο που απασχολούσε τους λαϊκούς τραγουδιστές ήταν το πώς θα αποδώσουν αυτό που ήταν κιόλας διάχυτο γύρω τους. Οι χορδές τους ετοιμάζονταν να μεταγλωττίσουν το οικείο σε μουσική. Απέμενε μόνο η στιγμή της εκφοράς, τα υπόλοιπα ήταν εγγυημένα. Γι αυτό και δεν χρειάζονταν έντονες κινήσεις μετάδοσης. Καθιστοί – όπως και οι οργανοπαίκτες – βιδωμένοι σχεδόν στις καρέκλες, δεν πάσχιζαν να μικρύνουν την απόσταση ανάμεσα σε αυτούς και το κοινό τους. Την απόσταση την κάλυπτε αμέσως η φωνή, χωρίς να καταπονεί το πρόσωπο. Οι φθόγγοι έβγαιναν για να ανακινήσουν το ίζημα του πολιτισμού και έπαιρναν από αυτό την υλική σιγουριά τους.

Παραβάλλοντας τις παλιές φωνές με τις σύγχρονες διαπιστώνουμε πόσο πτητικές είναι οι δεύτερες. Αιωρούνται αναζητώντας αυτιά να τις ακούσουν. Οι ήχοι φεύγουν από το σώμα και το σώμα τους κυνηγά για να τους δώσει αξία δηλώσεως· πρέπει να πουν κάτι. Αλλά πως και σε ποιους; Ο τραγουδιστής της πίστας [36] αμφιβάλλει για τους ακροατές του. Και αφού δεν είναι βέβαιος για το αν υπάρχει κάτι να τους ενώνει αναλαμβάνει να το δημιουργήσει. Όσοι τον ακούν δεν του έχουν αναθέσει τίποτα, αυτός θα πρέπει να τους προτείνει, να βρει τρόπους να τους «εκφράσει». Οφείλει να ανασυστήσει μια συλλογική ταυτότητα από ξεφτισμένους δεσμούς. Να προσποιηθεί πως θρηνεί γι αυτήν και μόνο. Κάμπτεται μπροστά στο ακατόρθωτο και από την άλλη δεν μπορεί παρά να επιμένει. Μέσα στην άρθρωση, τις κυμάνσεις και τις τρίλιες αυτή η ένταση είναι αισθητή: Η φωνή αγκομαχά από τα καθήκοντά της. Είναι αναγκασμένη να υπογραμμίζει τα πάθη για τα οποία μιλούν οι στίχοι, να ξεχειλίζει από πόθο ή συντριβή. Η ελαφρότητα χρειάζεται να βαρύνει με υπερ-εκφραστικότητα. Στο κατόπι της συγκίνησης, χέρια και πόδια σπεύδουν να δείξουν σπασμωδικά πως ο τραγουδιστής που σείεται και μιμείται, ανήκει στις νότες και τα λόγια του τραγουδιού. Κι όλος ο ιδρώτας είναι απ’ αυτές τις κινήσεις που αποσκοπούν αντί να αναδίδουν.

Advertisements
This entry was posted in Βασίλης Καραποστόλης and tagged , , . Bookmark the permalink.

2 Responses to Λαϊκές φωνές

  1. Ο/Η firiki2010 λέει:

    Λεωνίδα, διόλου ειδήμων δεν αισθάνομαι, ίσως και να είναι άσχετη η επισήμανση μου, αλλά έχω την αίσθηση ότι σήμερα βιώνουμε ένα πολιτισμό «της εικόνας» και στην προέκταση του ένα πολιτισμό του «φαίνεσθαι». Παλιότερα ο τραγουδιστής ή ο μουσικός ήταν απλώς τραγουδιστής ή μουσικός Επικοινωνούσε με τη φωνή του ή με το μπουζούκι του όπως κάνει και σήμερα όταν ηχογραφεί στο στούντιο όπου φυσικά δεν έχει καμμιά ανάγκη (ίσα-ίσα πρόβλημα θα του δημιουργήσει) να είναι «υπερεκφραστικός». Σήμερα όμως πρέπει να δείξει, να φανεί, να εντυπωσιάσει «να δώσει σώου», και πολλές φορές το τραγούδι είναι απλώς μια αφορμή. Περισσότερο από το να τον ακούν τον βλέπουν.
    Και μια και μίλησες για φαινόμενο που διαπερνά «πλήθος εκφάνσεις της κοινωνικής μας ζωής» δεν έχεις πολλές φορές την αίσθηση ακούγοντας πολιτικούς, δημοσιογράφους, ηθοποιούς στην τηλεόραση αλλά και σε καθημερινές συναναστροφές ότι περισσότερο παρακολουθείς ένα «σώου» , μια «δηθενιά» παρά μια νορμάλ συμπεριφορά;;;;

    • Ο/Η Λεωνίδας λέει:

      «Φιρίκι» ούτε εγώ είμαι κανένας ειδικός. Στα δικά μου μάτια το κείμενο παρουσιάζει μία εμπειρία κοινή και το ενδιαφέρον είναι ότι προχωρά στην εξήγησή της. Τα όσα περιγράφεις στην τελευταία φράση του σχολίου σου έχουν να κάνουν και με τη δική μου αντίληψη.

      Το χειρότερο όμως είναι η διάδοση αυτών των στάσεων σε όλους. Βλέπεις ανθρώπους να αντιδρούν αισθηματικά μπροστά σε άλλους ανθρώπους και φέρονται λες και έχουν βγεί από την τηλεόραση. Ποικίλοι ψυχαναγκασμοί τους υποχρεώνουν να στέκονται
      «κάπως». Ένας κομφορμισμός της υπερ-εκφραστικότητας. Σκέτη θλίψη.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s