Σκηνές από ένα μουσείο

Του Ηλία Παπαγιαννόπουλου*

Όταν στις αρχές Ιανουαρίου βρέθηκα για λίγες μέρες στο Βερολίνο, από τα πολλά και θαυμάσια μουσεία της πόλης, αυτή τη φορά αποφάσισα να επισκεφθώ το Μουσείο Γερμανικής Ιστορίας. Το οποίο βέβαια, είναι εσωτερικά αρθρωμένο σαν ένα μουσείο ευρωπαϊκής Ιστορίας, αφηγημένης από μια γερμανική της σκοπιά, ενσαρκωμένης στη γερμανική της εκδοχή δηλαδή, με κύριο όχημα την τέχνη. Καθώς περιπλανιόμουν στις αίθουσες του μουσείου, την προσοχή μου προσείλκυσε μια μικρή ομάδα μαθητών γύρω στα 10, 12 το πολύ και η νέα δασκάλα τους που τους ξεναγούσε στο μουσείο. Μιλούσαν γερμανικά και παρατηρώντας τους αναρωτήθηκα πώς άραγε μια νεαρή Γερμανίδα δασκάλα μιλάει σήμερα στους μικρούς μαθητές της για τη Γερμανία και την Ευρώπη, για την Ιστορία τους, μέσα από την τέχνη. Αποφάσισα, λοιπόν, μια και γνωρίζω τη γλώσσα, να τους ακολουθήσω για λίγο ως λαθρεπιβάτης, να κρυφακούσω – να δω όχι μόνο τα αντικείμενα, αλλά και το βλέμμα που τα περιεργάζεται.

Σταθήκαμε μπροστά σε έναν πίνακα του όψιμου Μεσαίωνα. Απεικόνιζε μια σκηνή μέσα σε ένα γοτθικό ναό: διάφορα συγκεντρωμένα πρόσωπα, κάποιοι εκπρόσωποι του κλήρου και κάποιοι της πολιτικής εξουσίας, ορισμένοι απλοί λαϊκοί. Κοιτούσα τη δασκάλα. Αφού τοποθέτησε τον πίνακα στο ιστορικό του πλαίσιο, ζήτησε από τα παιδάκια να αναγνωρίσουν τα πρόσωπα και το κοινωνικό τους καθεστώς. Η ίδια συμμετείχε έντονα με το σώμα της, ήταν ενθουσιώδης, χειρονομούσε και ενθάρρυνε, έστηνε θυμικά μια γέφυρα προς τα παιδιά. Κι αυτά ανταποκρίθηκαν στις ερωτήσεις της, αναγνώρισαν τα ιστορικά δεδομένα, τα κατείχαν καλά. Πριν όμως φύγουν για το επόμενο έκθεμα, η δασκάλα έκλεισε την παρουσίαση με μια κρίσιμη υπόμνηση προς αυτά: πως θα πρέπει να γνωρίζουν ότι η απεικόνιση των προσώπων στον πίνακα δεν συμπίπτει με την ιστορική αλήθεια. Ο άρχοντας λ.χ. σκιαγραφείται γενναιόδωρος, ενώ στην πραγματικότητα ήταν πολύ λιγότερο, για τους ιερείς ισχύουν παρόμοια κ.λπ.

Τι να σημαίνει, άραγε, αυτό το περιστατικό; Δείχνει κάτι που έχει ευρύτερη σημασία; Η δασκάλα δεν αναφέρθηκε καθόλου στη συγκινησιακή διάσταση ενός αντικειμένου, που πρωταρχική λειτουργία του και υλικό του είναι μια συγκίνηση που υπερβαίνει κάθε πιθανή ιδεολογική πρόθεση. Δεν μίλησε, ας πούμε, στα παιδιά καθόλου για τα χρώματα, για τη σύνθεση του έργου, δεν τους μετέφερε τίποτα από τη δουλειά και τα εργαλεία ενός καλλιτέχνη. Αυτό που είχε μπροστά της, κι αυτό που επιδίωξε να φωτίσει, δεν ήταν ένα έργο τέχνης, αλλά ένα απόθεμα πληροφοριών για το παρελθόν – ένα ψυχρό, νεκρό αντικείμενο. Στην πραγματικότητα εγκαθιστούσε μέσα στον λόγο της μια εμπειρία κατεξοχήν ενήλικη: την εμπειρία της διάψευσης, της αποκάλυψης ενός παρελθόντος που, εκ των υστέρων, φανερώνεται διαφορετικό από εκείνο που νομίζαμε καθώς το ζούσαμε στον ενεστώτα χρόνο, απογοητευτικό και ψεύτικο. Έτσι, ακόμα κι αν το σώμα της δασκάλας ζητούσε, ή έμοιαζε να ζητάει, την πρόσβαση σε μια συνθήκη ανοιχτή και διαθέσιμη, ο ψυχισμός ωστόσο, η σκέψη και ο λόγος της την απέκλειαν. Η συνείδηση της νέας δασκάλας αντιστοιχούσε σε ό,τι ο Νίτσε ονόμαζε ειρωνική συνείδηση της Ιστορίας. Εδώ ούτε το παρελθόν ούτε και η τέχνη μπορούν πλέον να προσφέρουν συγκίνηση, να μας μάθουν κάτι που δεν ξέρουμε ήδη για τους εαυτούς μας, κάτι που συνδέεται μυστικά με το άδηλο μέλλον μας και τις προοπτικές του. Τα έργα και οι πράξεις των προσώπων εξαντλούνται τότε στις άπειρες παραλλαγές των ψευδαισθήσεων. Και ό,τι απομένει στους κληρονόμους είναι να διαχειριστούν μηχανικά ένα απόθεμα άγονων πληροφοριών, που αφήνει πίσω του τις περιπέτειες της Ιστορίας και τις εκκρεμότητες της ίδιας της ζωής ως κατάλοιπα ενός παρωχημένου κόσμου.

Αν με ρωτούσαν ποια Ευρώπη αφηγείται αυτή η δασκάλα στα παιδιά, ποια Ευρώπη διακινείται σήμερα ψυχικά και πνευματικά στο ίδιο το συμβολικό επίκεντρό της, θα απαντούσα πως πρόκειται για μια νεκρή Ευρώπη. Πιθανώς ένα από τα πρωταρχικά καθήκοντα της σκέψης σήμερα, τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Ελλάδα, είναι να αποφύγουμε το φαύλο δίλημμα ανάμεσα σε μια επαναμυθοποίηση του παρελθόντος και σε έναν αποχαιρετισμό του ως εν γένει μυθικού ή/και άδειου τόπου. Έτσι ώστε η συναστρία που καλείται κρίση να μας επιτρέψει να επανασυνδεθούμε με τις διαθήκες του παρελθόντος ως χρησμούς μαντείου στραμμένους στο μέλλον.

* Ο κ. Ηλίας Παπαγιαννόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Καθημερινή την 17η Φεβρουαρίου 2013

Advertisements
This entry was posted in Ηλίας Παπαγιαννόπουλος and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s