Αλέξανδρος Αδαμαντίου Εμμανουήλ. Το σκοτεινό τρυγόνι

Το απόσπασμα που ακολουθεί ανήκει στον Κωστή Παπαγιώργη από το έργο του Αλέξανδρος Αδαμαντίου Εμμανουήλ (Βίος και συγγραφή Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη), εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2002 (Τρίτη έκδοση. Η πρώτη λαμβάνει χώρα το 1997).

Στο απόσπασμα τονίζεται ένας ορισμένος τρόπος προσέγγισης που υπερβαίνει τον αιτιολογικό, επιστημονικό, λεγόμενο, τρόπο προσέγγισης της λογοτεχνίας. Ας είμαστε προσεκτικοί. Ο Παπαγιώργης δεν αναιρεί την επιστήμη (ιστορία, κοινωνιολογία, βιογραφία, ψυχολογία ή όποια άλλη). Δίχως να αναπτύσσει το ζήτημα προσπαθεί να μας υπομνήσει ότι αυτή πρέπει να εμμένει στα όριά της. Το σημαντικότερο είναι ότι μας υπενθυμίζει ότι το λογοτεχνικό έργο έχει μιαν ορισμένη πνευματικότητα, η οποία δεν ανάγεται εξ ολοκλήρου ή, με μιαν άλλη διατύπωση, δεν εξαντλείται στους όρους κάτω από τους οποίους συγγράφεται.

Φυσικά, η αλήθεια αυτή ισχύει για την εν γένει δημιουργία. Και όχι μόνον· αν ανακαλέσουμε ορισμένους στίχους του Ελύτη από τη συλλογή του Μαρία Νεφέλη, θα διαπιστώσουμε ότι ο τρόπος προσέγγισης του έργου που περιγράφεται στα επόμενα μπορεί κάλλιστα να συνδυαστεί, δίχως να ταυτίζεται νοηματικά, με στίχους σαν αυτούς:

(Αντιγράφω από το ποίημα Υπεύθυνη Δήλωση της παραπάνω ποιητικής συλλογής)

«Μου είναι αδύνατον να δώ τον εαυτό μου
αλλιώς
παρά σαν σύνθεση αντιαφηγηματική
χωρίς ιστορική συνείδηση
χωρίς εμβάθυνση τύπου ψυχολογικού
πράγμα που θα’ κανε την καθημερινή ζωή μου
ανιαρή σαν μυθιστόρημα
θνησιγενή σαν έργο του κινηματογράφου
αρνητική σαν χιουμοριστικό ανέκδοτο
αδιάφορη σαν έργο της ζωγραφικής της Αναγεννήσεως
επιβλαβή σαν ενέργεια πολιτική και γενικά
δουλοπρεπή και υποταγμένη στη φυσική του κόσμου τάξη
και στα – κοινώς λεγόμενα – φιλάνθρωπα αισθήματα»

Κάποιες φορές είναι γόνιμο να επιστρέφουμε «στα ίδια τα πράγματα», έξω από αιτιολογήσεις και αναγωγές. Ακριβέστερα, παρόλες τις αιτιολογήσεις και αναγωγές, είναι καλό να μην χάνουμε ποτέ από τα μάτια μας τα «πράγματα» και ακόμη περισσότερο τα πρόσωπα.

Οι αριθμοί στις αγκύλες αντιστοιχούν στον αριθμό των σελίδων της έντυπης έκδοσης. Ακολουθεί το κείμενο:

[80] Η παραλληλία έργου και ζωής, με όλες τις ψυχολογικές μεσιτεύσεις –αναπλήρωση, εκδίκηση, παιδικά σύνδρομα, στερήσεις …–  διεκδικούν την ολότητα της ερμηνείας. Η γεωπονική δεν κάνει τίποτα διαφορετικό· σπουδάζοντας τις κλιματολογικές συνθήκες, το έδαφος και τον σπόρο, μπορεί να κομίσει πολλές διαφωτιστικές πληροφορίες για την ευδοκίμηση ενός άνθους. Το μόνο που της λείπει – και λείπει θορυβωδώς, γιατί είναι το ουσιώδες – αφορά την τελική μορφή, η οποία, παρότι προαπαιτεί τις συνθήκες, αρνείται να αναχθεί σε αυτές. Επειδή σε κάθε δημιούργημα – φυσικό ή ανθρώπινο – μετέχει ένα στοιχείο πνευματικό, η αναγκαία συνθήκη μόνο αυθαιρέτως μπορεί να προαχθεί σε επαρκή. Συμπέρασμα; Η ζωή από μόνη της δεν δωρίζει τη βασική αλήθεια του έργου. Άρα μπορεί να περιττεύει ή να αποτελεί πληροφορία τρίτης κατηγορίας.

Το λογοτέχνημα έχει δικούς του νόμους και ερμηνεύεται αφ’ εαυτού. Δεν παραπέμπει στον άνθρωπο –ακόμα κι αν πρόκειται για αυτοβιογραφία – , όπως ένα μουσικό κομμάτι δεν παραπέμπει στο όργανο που το εκτελεί. Όχι μόνο γιατί το ανώτερο δεν ανάγεται στο κατώτερο ή αλλογενές, αλλά κυρίως, γιατί στο περίπλοκο σχήμα των αλληλεπιδράσεων, κάθε μετάβαση σε άλλη τάξη – από το βίωμα στο έργο, από τον άνθρωπο στη γλώσσα –συνιστά γέφυρα και αυτόχρημα τομή. Σε αντίθεση με την υποβλητική πεποίθηση του Θερβάντες, ότι κάθε πράγμα γεννά το όμοιό του, άρα ότι το παιδί είναι αντιμούτσουνο [81] των γονιών του, το έργο, σαν πνευματικό τέκνο, μεσιτεύεται από παράγοντες που αψηφούν τη φυσική ομοιότητα. Γι’ αυτό, άλλωστε, στη φύση η γέννα είναι τόσο αβίαστη, ενώ στη λογοτεχνία σπανίζει.

Το έκτακτο σε αυτή την περίπτωση είναι ότι το έργο αυτονομείται: διαβάζεται αυτοτελώς, χωρίς να γνωρίζουμε τίποτα για τον δημιουργό του. Εφόσον δεν λείπει κάτι από τα διηγήματα, το οποίο καλούμαστε να βρούμε στην άμεση ζωή, η ευφάνταστη κριτική διατείνεται ότι το έργο χρησιμοποιεί τα βιώματα του συγγραφέα, όπως η φωτιά τα προσανάμματα. Κατά συνέπεια, όχι μόνο δεν μπορούμε να δεχθούμε πλαστούς συλλογισμούς, όπου ο βίος επέχει θέση προκειμένων και το έργο θέση συμπεράσματος, αλλά πρέπει να αναγνωρίσουμε στο έργο την ικανότητα της εμμενούς διαμόρφωσης. Έτσι, άλλωστε, καταρρέει και το σαθρό παραμύθι για κάποιον βασανισμένο Σκιαθίτη που, πειναλέος, και ενδεής, συνέγραψε διηγήματα με άμεσο σκοπό την επιβίωση. Η νηστεία ήταν βέβαια γεγονός, η στέρηση και η αθλιότητα επίσης, αλλά ένα μεγάλο έργο δεν γίνεται ποτέ λόγω νηστείας. Στη λογοτεχνία υπάρχει πάντα ένας πνευματικός παράγοντας που υπερβαίνει απείρως τα δεδομένα του βίου.

Αξίζει λοιπόν, να ανατρέξουμε στον βίο και στην πολιτεία του λογοτέχνη Παπαδιαμάντη χωρίς τους θρήνους, τον οίκτο και τα δάκρυα που μας έχουν συνηθίσει.  Όπου υπάρχει ανώτερη μοίρα, τα υψηλά αισθήματα είναι καθήκον. Στα μικρογεγονότα αυτού του εξόριστου νησιώτη, δεν έχει νόημα να αναγνωρίζουμε μόνο το βάσανο ενός ανθρώπου που κακόπεσε· προτιμότερο είναι να δούμε το ψυχικό δράμα μιας ισχυρής φύσης που, παίζοντας το θέατρο των περιστάσεων, κατάφερε να μην παγιδευτεί σε αυτό που απλώς έζησε, επειδή είχε το σπάνιο προνόμιο να μετατρέψει την ταπεινή ζωή της σε πνευματικό γεγονός πρώτης τάξεως. Μόνο με αυτή τη λογική άλλωστε, μπορούμε, εκ του αποτελέσματος, να αναγνωρίσουμε θετικά χαρακτηριστικά στις αντιξοότητες του βίου. Κάθε δύναμη έχει ανάγκη αγωνισμάτων για να ασκηθεί.

Advertisements
This entry was posted in Κωστής Παπαγιώργης, Οδυσσέας Ελύτης and tagged , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

One Response to Αλέξανδρος Αδαμαντίου Εμμανουήλ. Το σκοτεινό τρυγόνι

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s