Αφήστε τους ποιητές να θάψουν τους ποιητές τους

Του Αντώνη Ζέρβα

Δηλαδή, δεν θα λείψει ποτέ ο θόρυβος που προκαλούν οι μονίμως αγανακτισμένοι και αυτοτιτλοφορούμενοι ποιητές. Το έργο, και μόνο το έργο, κάνει τον ποιητή. Αλλωστε η λέξη ποιητής είχε ανέκαθεν διττή σημασία: ήταν μέγας έπαινος αλλά και λοιδορία.

«Τα έργα που δεν αγαπάμε, δεν υπάρχουν», έλεγε με υπόκωφη κακεντρέχεια ο εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς. Εγραψε για τους περισσότερους από τους συγχρόνους του. Δεν έγραψε για τον Καβάφη, διότι το άγνωστο είναι πάντα απειλητικό. Ο Καβάφης εκτιμούσε τις προσωπικές παρατηρήσεις περισσότερο από τα γενικά συμπεράσματα. Ισως αυτού να έγκειται και μία από τις αρετές που τον κάνουν καθ’ όλα επίκαιρο – η αποκαλυπτική του οξυδέρκεια.

Πλάι στον Παλαμά μαθαίνεις γράμματα, η ποίηση αρχίζει εκεί που τελειώνει ο Παλαμάς. Tο ένα δεν αναιρεί το άλλο, πλην όμως χωρίς ποίηση, δεν υπάρχει ιστορία της ποίησης. Με τον περιβόητο χαρακτηρισμό «καταραμένοι», ο Βερλαίν εννοούσε τους «απόλυτους ποιητές της φαντασίας και της έκφρασης…», τους οποίους θα καταριούνται αιωνίως οι πανίσχυροι της ημέρας!

Στα Ανάλεκτα του Κουμφούκιου που έφερε στη γλώσσα μας ο σινολόγος Σωτήρης Χαλικιάς, ένας αγρότης τραβάει μια λαχανίδα για να γίνει πιο γρήγορα. Γελάω με την ψυχή μου σαν σκέπτομαι όσους τραβάνε την ποίηση απ’ τα μαλλιά για ν’ αποδώσει. Προς τι τόση βιάση; Η ποίηση είναι ίσως η τελευταία φωλιά της σπουδαίας ρήσης: η ομορφιά κάνει τον δρόμο της αργά αργά. Καταραμένη ή όχι, η ομορφιά τελικώς είναι δεσποτική. Η αυθαιρεσία άσχημη.

Πράγματι, μείζον χαρακτηριστικό των κοινωνιών μας είναι η κυριαρχία του «αυθαίρετου λόγου». Ολα δήθεν συμμετέχουν στην αλήθεια, επειδή δεν υπάρχει μία αλήθεια. Κανείς δεν έχει προνόμια ούτε στη σκέψη ούτε στην έκφραση. Ολα είναι σημαντικά, αναλόγως της γωνίας που θεωρούμε τα πράγματα και οι γωνίες είναι πολλές και διάφορες. Ολα εν τέλει, είναι ζήτημα ισχύος. Η μεγαλύτερη σαχλαμάρα, λίγο προκλητική να είναι, αποκτά ισόνομα δικαιώματα προσοχής, εφόσον διαφημισθεί καταλλήλως. Αλλά αυτό που επιβάλλεται με την ισχύ, δεν μακροημερεύει. Ο κυνικός, και δη ελληνομαρξιστικής προέλευσης, το ξέρει και βιάζεται, επειδή κάθε μέρα διαπιστώνει ότι η ηθική της πεποίθησης σπανίως συναντιέται με την ηθική της ευθύνης.

Το ζήτημα της πρόσληψης των έργων, ποιητικών και μη, εμπίπτει μάλλον στην κοινωνιολογία. Οι αναλύσεις που στηρίζονται στις ντετερμινιστικές σχέσεις αιτίου και αιτιατού δεν είναι ό,τι καλύτερο έχει να επιδείξει ο κλάδος. Για να μη μακρηγορούμε, ας σκεφθούμε λοιπόν ότι επί δύο δεκαετίες τουλάχιστον (1980 – 2000), η ποιητικώς στομωμένη Ευρώπη είχε καταγοητευθεί από έναν νεκραναστημένο του Μεσοπολέμου, τον Πορτογάλο Πεσσόα. Ποιος δεν τον διάβασε, ποιος δεν αισθάνθηκε την ιδιαίτερη τέρψη των στίχων του, ποιος ταξίδευσε στη Λισσαβώνα και δεν πήγε να καθίσει σ’ ένα από τα τραπεζάκια που έπινε τον καφέ του. Ούτε καταραμένος γενικά και αόριστα ήταν, ούτε ριμαδόρος. Απλώς είχε εκφράσει με τη θελξίπικρη ιδιοτροπία του νοήματα που θα γίνονταν αισθητά μερικές δεκαετίες αργότερα. Ποιητής τεράστιας παιδείας από πρώτο χέρι, δηλαδή με γνήσιο βιωματικό παίδευμα.

Αγοράσθηκε, όσο και τα κοινά μπεστ σέλερ. Την ίδια περίοδο πάνω κάτω, έστω και για διαφορετικούς λόγους, αντικείμενο ευρείας αναγνωστικότητας αποτέλεσε και ο καθ’ υπερβολήν σκοτεινός Πάουλ Τσέλαν. Μολαταύτα, η εποχή παρέμεινε ελεεινά τραγουδιστική.

Αφελώς ή εντέχνως, παραθεωρείται συχνά ότι κοντά στους καθαυτό δημιουργούς, πρέπει να υπάρχουν και οι δημιουργοί της αξίας των έργων, δηλ. οι σοβαροί αναγνώστες, όσοι κατανοούν τι και γιατί είναι σημαντικό και το αναδεικνύουν. Χωρίς πραγματεύσεις του είδους, ούτε Πεσσόα ούτε Τσέλαν. Ιδού ο κόμπος! Θα έλεγα μάλιστα πως μια εποχή κρίνεται μάλλον από τους ανιδιοτελείς αναγνώστες παρά από τα ίδια τα έργα της που μπορεί και να μείνουν στην άκρη. Μόνο οι αληθινοί αναγνώστες συντηρούν την παράδοση, η οποία δεν είναι επιστροφή στον χρόνο, αλλά διαρκής ανανέωση των φυτουργικών της δυνάμεων.

Τέτοιας δυνάμεως καρπός μου φαίνεται και η πρόσφατη συλλογή του Μάρκου Καλεώδη, «Νέα Νυκτιφανή», στις μαστορικές εκδόσεις Περισπωμένη. Ποιήματα που φέρνουν τα πάνω κάτω, δείχνοντας τι μπορεί όντως να είναι ποίηση στις μέρες μας. Αλλά περί αυτού, σε άλλο άρθρο.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Καθημερινή την 24η Νοεμβρίου 2013. 

Advertisements
This entry was posted in Αντώνης Ζέρβας and tagged , , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

One Response to Αφήστε τους ποιητές να θάψουν τους ποιητές τους

  1. Ο/Η Pietà λέει:

    O Αντώνης Ζέρβας γνωρίζει για τι πράγμα μιλάει. Ωραίο άρθρο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s