Νύξεις για μιὰ κριτική του ριζοσπαστισμού (Burke και Eliot).

Στην ανάρτηση που ακολουθεί παρατίθενται δύο αποσπάσματα από δύο συγγραφείς που θεράπευσαν μία κοινή παράδοση σκέψης. Το πρώτο είναι του Εδμόνδου Μπέρκ (Edmund Burke) από το έργο  του Στοχασμοί για την Επανάσταση στη Γαλλία (μεταφρ. Χ. Γρηγορίου, εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 2010) και το δεύτερο προέρχεται από το κείμενο του Θωμά Έλιοτ (T. S. Eliot) Σημειώσεις για τον ορισμό της Κουλτούρας (μεταφρ. Νανά Ησαΐα, εκδ. Πλέθρον, Αθήνα 1980).

Και τα δύο κινούνται στην προοπτική υπονόμευσης των ριζοσπαστικών τάσεων που αξιώνουν πάσης φύσεως ριζικές αλλαγές, κι ενώ ο πρώτος επικεντρώνεται στον χώρο της πολιτικής, ο δεύτερος αναφέρεται στον χώρο της κουλτούρας.

Αν ο Burke (1729-1797) έχει ενώπιόν του τους Γάλλους επαναστάτες και τους ομοϊδεάτες τους στην Αγγλία, ο Έλιοτ (1888-1965) στην σχετικά εκτεταμένη εισαγωγή του ασκεί κριτική στον διαπρεπή, της εποχής εκείνης, μαρξιστή καθηγητή και διανοούμενο Χάρολντ Λάσκι (Harold Laski, 1893-1950). Ήδη στο απόσπασμα διαβλέπει κανείς την κριτική στον κεντρικό σχεδιασμό, που μπορεί να φθάσει στα όρια του ολοκληρωτισμού, τον τονισμό των αθέλητων συνέπειων του πράττειν, καθώς και την κριτική στην ριζοσπαστική λογική.

Τα παραπάνω δεν σημειώνονται με την πρόθεση να περιοριστούν οι σύντομες αυτές σκέψεις των στοχαστών στα ιστορικά τους συμφραζόμενα. Αντιθέτως η ανάρτηση γίνεται για την αξία που έχουν ίσαμε σήμερα. Δια των λόγων τους, και ασχέτως της προοπτικής υπό την οποία εργάζονται, τίθεται με οξύτητα το πρόβλημα των σχέσεων κράτους και κοινωνίας. Μεγάλης σημασίας για τα καθ’ημάς θα ήταν να ιδωθούν τα παραπάνω σε συνάφεια με προβλήματα όπως ο ρόλος της διοίκησης και η σχέση της με την πολιτική, η κοινωνική λειτουργία της περίφημης, για την οποία συχνά καυχάται, «υπερπολιτικοποίησης» του Έλληνος κ.α.

Ακολουθούν τα αποσπάσματα· το πρώτο είναι του Burke και το δεύτερο του Eliot. Οι αριθμοί στα εισαγωγικά αντιστοιχούν στις σελίδες της έντυπης έκδοσης.

[207] Υπάρχει και κάτι άλλο πέρα από τη μοναδική εναλλακτική ανάμεσα στην απόλυτη καταστροφή, από τη μια, και τη συντήρηση χωρίς καμιά μεταρρύθμιση από την άλλη. Spartam nactus est; Hanc exorna [σ.τ.μ. Σπάρτην ἔλαγχες· κείνην κόσμει]. Αυτός είναι ένας εξαιρετικά συνετός κανόνας και δεν πρέπει να διαφεύγει την προσοχή ενός έντιμου μεταρρυθμιστή. Δεν μπορώ να συλλάβω πως οποιοσδήποτε άνθρωπος είναι δυνατόν να φθάσει σε τέτοιο βαθμό έπαρσης, ώστε να θεωρεί ότι η χώρα του δεν είναι τίποτα παραπάνω από μία carte blanche, ένα λευκό χαρτί, πάνω στο οποίο μπορεί να μουντζουρώσει ό,τι ευαρεστηθεί. Ένας καλοπροαίρετος θεωρητικός μπορεί να φλέγεται από την επιθυμία η κοινωνία του να είναι φτιαγμένη διαφορετικά απ’ ό,τι είναι, μολαταύτα, ένας καλός πατριώτης και ένας πραγματικός πολιτικός εξετάζει πάντα πως θα αξιοποιήσει με τον καλύτερο τρόπο τα υπάρχοντα υλικά της χώρας του.


[21] Γιατί εάν πρόκειται να προκύψουν ορισμένα σαφή συμπεράσματα από αυτή τη μελέτη, ένα από αυτά σίγουρα θα είναι ότι η κουλτούρα είναι ακριβώς αυτό το πράγμα στο οποίο κανείς δεν μπορεί να σκοπεύσει εσκεμμένα. Είναι το προϊόν ενός αριθμού λιγότερο ή περισσότερο εναρμονισμένων δραστηριοτήτων, από τις οποίες η κάθε μία έχει το δικό της σκοπό: ο καλλιτέχνης πρέπει να συγκεντρωθεί στο πίνακά του, ο ποιητής στην γραφομηχανή του, ο δημόσιος υπάλληλος στη δίκαιη επίλυση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει καθημερινά στη δουλειά του, ο καθένας ανάλογα με την κατάσταση μέσα στην οποία βρίσκεται. Έστω κι αν ακόμη αυτές οι προϋποθέσεις που με απα- [22] σχολούν είναι δυνατόν να δημιουργήσουν στον αναγνώστη την εντύπωση ευκταίων κοινωνικών σκοπών, ακόμη και τότε δεν θα πρέπει να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αυτοί σκοποί μπορεί να πραγματοποιηθούν αποκλειστικά και μόνο με την προμελετημένη κοινωνική οργάνωση. Μία κοινωνική τάξη που θα είχε προσχεδιασθεί από μία απόλυτη εξουσία θα ήταν κάτι το τεχνητό και το αβάστακτο· μία αποκέντρωση που θα την κατηύθυνε μιὰ κεντρική διοίκηση θα αποτελούσε αντίφαση· μιὰ εκκλησιαστική ενότητα δεν θα είχε νόημα να επιβληθεί με την ελπίδα ότι θα κατέληγε σε μία ενιαία πίστη, και μια θρησκευτική διαφοροποίηση που θα είχε καλλιεργηθεί ως αυτοσκοπός θα ήταν κάτι το γελοίο. Το μόνο συμπέρασμα στο οποίο μπορούμε να καταλήξουμε είναι ότι αυτές οι προϋποθέσεις της κουλτούρας είναι «φυσικές» στον άνθρωπο· και ότι αν και είναι λίγα τα πράγματα που μπορούμε να κάνουμε για να τις ενθαρρύνουμε, ωστόσο, μπορούμε να καταπολεμήσουμε τις λανθασμένες αντιλήψεις και τις προκαταλήψεις που τις εμποδίζουν να υπάρξουν. Ως προς τα υπόλοιπα, θα έπρεπε να επιδιώκουμε την καλυτέρευση της κοινωνίας, όπως επιδιώκουμε τη δική μας προσωπική καλυτέρευση, στις σχετικά μικρές λεπτομέρειες. Όπως δεν μπορούμε να πούμε: «θα γίνω ένας άλλος άνθρωπος» και μπορούμε μόνο να πούμε: «θα κόψω αυτή την κακή συνήθεια και θα προσπαθήσω να αποκτήσω μιαν άλλη καλύτερη», έτσι και για την κοινωνία μπορούμε να πούμε μόνο: «θα προσπαθήσουμε να την καλυτερέψουμε από αυτήν την άποψη ή την άλλη, όπου παρουσιάζει φανερές ελλείψεις ή υπερβολές· συγχρόνως θα πρέπει να κάνουμε μια προσπάθεια να διευρύνουμε το πεδίο της όρασής μας όσο γίνεται περισσότερο, έτσι ώστε να μπορέσουμε να αποφύγουμε, κατά τη διόρθωση κάποιου λάθους, την καταστροφή κάποιου σωστού». Ακόμη και αυτό σημαίνει μια φιλοδοξία που υπερβαίνει τις δυνατότητές μας: γιατί είναι ακριβώς εξαιτίας εκείνων των ενεργειών μας που πραγματοποιούνται τμηματικά χωρίς τη σωστή πρόβλεψη ή κατανόηση των συνεπειών τους, που η κουλτούρα μιας εποχής διαφέρει από αυτή της προηγούμενης.

Advertisements
This entry was posted in Edmund Burke, T. S. Eliot and tagged , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s