[Σκεπτικισμός, συντηρητισμός και θρησκεία στον Montaigne]

Το απόσπασμα που ακολουθεί έχει ληφθεί από τον πρώτο τόμο του έργου του Παναγιώτη Κονδύλη, Ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1998 (2η έκδοση). Ο τίτλος έχει τεθεί από εμάς· δεν υφίσταται ως τέτοιος στο κείμενο. Το απόσπασμα ενδιαφέρει γιατί, ἐπὶ τῇ βάσει του έργου του Μονταίν, τονίζεται μιαν ορισμένη συνάφεια μεταξύ φιλοσοφικής ανθρωπολογίας, πολιτικής και θρησκείας, καθώς και γνωσιολογίας και θρησκευτικής πίστης. Θίγεται η άκρως ενδιαφέρουσα διασύνδεση μεταξύ σκεπτικισμού και θρησκευτικής πίστης. Επιπλέον ας δοθεί έμφαση στην κρίση ότι προκειμένου για τον νεότερο ορθολογισμό «οι χειραφετητικές φιλοδοξίες του τελευταίου μπορούσαν να υπονομευθούν με επιχειρήματα παρμένα όχι πια από τη χριστιανική αποκάλυψη, αλλά από τις ίδιες του τις θύραθεν θέσεις».

Μία βιβλιογραφική αναφορά: κλασικό έργο για τον σκεπτικισμό των Νέων Χρόνων είναι η εργασία του Richard Popkin, The History of Scepticism. From Savonarola to Bayle, Oxford University Press, 2003 (έκδοση αναθεωρημένη με προσθήκες). 

Ακολουθεί το απόσπασμα. Οι αριθμοί στις παρενθέσεις αντιστοιχούν προς αυτές της έντυπης έκδοσης. Οι παραπομπές του συγγραφέα δεν αναρτώνται.

[175] Ο σκεπτικισμός του Montaigne απολήγει σε μιαν αποδοχή των κατεστημένων κοινωνικών εξουσιών γενικά και της θρησκείας ειδικά, πράγμα που δίνει στη σκέψη του συντηρητική χροιά. Το στοιχείο πρέπει να υπογραμμιστεί, γιατί δεν είναι απλώς ζήτημα ιδιοσυγκρασίας, αλλά συναρτάται με τις προϋποθέσεις της σκέψης του Montaigne και συνάμα φωτίζει την αντιφατική υφή του νεότερου ορθολογισμού, εφόσον δείχνει ότι οι χειραφετητικές φιλοδοξίες του τελευταίου μπορούσαν να υπονομευθούν με επιχειρήματα παρμένα όχι πια από τη χριστιανική αποκάλυψη, αλλά από τις ίδιες του τις θύραθεν θέσεις: οι ρίζες του μηδενισμού του 18ου αι. φτάνουν, λοιπόν, ίσαμε την πρώιμη φάση των Νέων Χρόνων. Ο σκεπτικισμός αποκρούει αναγκαστικά την ιδέα της προόδου στην ιστορία ( ο Montaigne το κάνει αυτό ρητά) ήδη επειδή δεν βλέπει μέσα τις προωθητικές δυνάμεις, αφού η ανθρώπινη φύση μένει για πάντα δέσμια των ίδιων παθών. Κι έπειτα, ο παραμερισμός της κανονιστικής θεώρησης σημαίνει ότι δεν μπορεί να υπάρξει μια απόλυτη κανονιστική αρχή ως σκοπός και τέρμα της ιστορικής κίνησης. Η προοπτικότητα της γνώσης και η σχετικότητα των αξιών απαιτούν, από την άλλη πλευρά, για να γίνει δυνατή η κοινωνική ζώη, τη δημιουργία θεσμών οι οποίοι να περιορίζουν ή να διοχετεύουν σε σκοπούς γενιά χρήσιμους τις άλογες δυνάμεις της ανθρώπινης φύσης. Για τον Montaigne η θρησκεία αποτελεί τον κατ’εξοχήν θεσμό με αυτή την έννοια· Θεμέλιό της δεν είναι η αλήθεια, αλλά το «coustume», γι αυτό και θρησκείες διαφορετικές ως προς το περιεχόμενό τους μπορούν να εκπληρώσουν την ίδια κοινωνική λειτουργία. Η θρησκεία πρέπει να υπάρχει για χάρη της κοινωνικής της λειτουργίας· Η παγιότητα των θεσμών αποτελεί το αντίρροπο της ανθρώπινης αστάθειας. Η επιχειρηματολογία αυτή θυμίζει, βέβαια, τον Machiavelli, που ο Montaigne τον γνώριζε καλά. Στον Montaigne βρίσκουμε, όμως, και μια πρόσθετη, ήδη πριν απ’αυτόν συχνά διατυπωμένη, δικαίωση της θρη- [176] σκείας, που δεν είναι πια κοινωνική, αλλά γνωσιοθεωρητική· Αν η ανθρώπινη γνώση είναι περιορισμένη, δεν μπορεί ούτε να αντικρούσει ούτε να αντικαταστήσει τη θρησκευτική πίστη. Αφού δεν μπορούσε να υπάρξει αμφιβολία ότι ο Montaigne πίστευε, σοβαρά τουλάχιστον, στην υπόθεση του παραπάνω υποθετικού λόγου, γι’ αυτό και φαινόταν γενικά αξιόπιστος, όταν χρησιμοποιούσε και την απόδοσή του. Η διαπλοκή κοινωνικής και γνωσιοθεωρητικής δικαίωσης της θρησκείας είχε ως αποτέλεσμα ότι η –υποτιθέμενη τουλάχιστον- ειλικρίνεια της δεύτερης αφαιρούσε –τουλάχιστον στα μάτια του καλοπροαίρετου αναγνώστη- από τον καθαρά χρησιμοθηρικό χαρακτήρα της πρώτης τον κυνικό του τόνο. Είναι, πάντως, αμφίβολο, αν ο Montaigne μπορεί να θεωρηθεί πιστός χριστιανός για τον λόγο αυτόν. Ορθά παρατηρήθηκε ότι το βιβλίο του δεν είναι έργο ευσεβές, ακόμη και αν τυχόν είναι γραμμένο από έναν ευσεβή συγγραφέα· Απ’αυτό συνάγεται ότι ο Montaigne δεν μπορούσε να είναι μακάριος πιστός με την εκκλησιαστική έννοια. Ο ίδιος μας βοηθά να κατανοήσουμε τη στάση του, όταν γράφει ότι ο πιστός οφείλει να ακολουθεί το coustume και να κρατά τις απόψεις του για τον εαυτό του. Αυτό μπορεί να καταλήξει στην υποκρισία –αλλά και σε μια τόσο βαθιά πεποίθηση για την αναγκαιότητα του coustume (ως θρησκείας), ώστε το τελευταίο να ακολουθείται αυτόματα και δίχως συνειδησιακό διχασμό. Στην περίπτωση τούτη, δεν θα είχε αντικείμενο η διάκριση ανάμεσα στο πρακτικά πιστό και στο θεωρητικά σκεπτικιστικό μέρος του εγώ. Εικάζω πως ο Montaigne ήθελε να γεννήσει –στον εαυτό του και στους άλλους- αυτήν ακριβώς την εντύπωση αναφορικά με τη θέση του.

Advertisements
This entry was posted in Παναγιώτης Κονδύλης, Michel de Montaigne and tagged , , , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s