[Σκεπτικισμός, συντηρητισμός και θρησκεία στον Montaigne]

Το απόσπασμα που ακολουθεί έχει ληφθεί από τον πρώτο τόμο του έργου του Παναγιώτη Κονδύλη, Ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1998 (2η έκδοση). Ο τίτλος έχει τεθεί από εμάς· δεν υφίσταται ως τέτοιος στο κείμενο. Το απόσπασμα ενδιαφέρει γιατί, ἐπὶ τῇ βάσει του έργου του Μονταίν, τονίζεται μιαν ορισμένη συνάφεια μεταξύ φιλοσοφικής ανθρωπολογίας, πολιτικής και θρησκείας, καθώς και γνωσιολογίας και θρησκευτικής πίστης. Θίγεται η άκρως ενδιαφέρουσα διασύνδεση μεταξύ σκεπτικισμού και θρησκευτικής πίστης. Επιπλέον ας δοθεί έμφαση στην κρίση ότι προκειμένου για τον νεότερο ορθολογισμό «οι χειραφετητικές φιλοδοξίες του τελευταίου μπορούσαν να υπονομευθούν με επιχειρήματα παρμένα όχι πια από τη χριστιανική αποκάλυψη, αλλά από τις ίδιες του τις θύραθεν θέσεις».

Μία βιβλιογραφική αναφορά: κλασικό έργο για τον σκεπτικισμό των Νέων Χρόνων είναι η εργασία του Richard Popkin, The History of Scepticism. From Savonarola to Bayle, Oxford University Press, 2003 (έκδοση αναθεωρημένη με προσθήκες). 

Ακολουθεί το απόσπασμα. Οι αριθμοί στις παρενθέσεις αντιστοιχούν προς αυτές της έντυπης έκδοσης. Οι παραπομπές του συγγραφέα δεν αναρτώνται.

[175] Ο σκεπτικισμός του Montaigne απολήγει σε μιαν αποδοχή των κατεστημένων κοινωνικών εξουσιών γενικά και της θρησκείας ειδικά, πράγμα που δίνει στη σκέψη του συντηρητική χροιά. Το στοιχείο πρέπει να υπογραμμιστεί, γιατί δεν είναι απλώς ζήτημα ιδιοσυγκρασίας, αλλά συναρτάται με τις προϋποθέσεις της σκέψης του Montaigne και συνάμα φωτίζει την αντιφατική υφή του νεότερου ορθολογισμού, εφόσον δείχνει ότι οι χειραφετητικές φιλοδοξίες του τελευταίου μπορούσαν να υπονομευθούν με επιχειρήματα παρμένα όχι πια από τη χριστιανική αποκάλυψη, αλλά από τις ίδιες του τις θύραθεν θέσεις: οι ρίζες του μηδενισμού του 18ου αι. φτάνουν, λοιπόν, ίσαμε την πρώιμη φάση των Νέων Χρόνων. Ο σκεπτικισμός αποκρούει αναγκαστικά την ιδέα της προόδου στην ιστορία ( ο Montaigne το κάνει αυτό ρητά) ήδη επειδή δεν βλέπει μέσα τις προωθητικές δυνάμεις, αφού η ανθρώπινη φύση μένει για πάντα δέσμια των ίδιων παθών. Κι έπειτα, ο παραμερισμός της κανονιστικής θεώρησης σημαίνει ότι δεν μπορεί να υπάρξει μια απόλυτη κανονιστική αρχή ως σκοπός και τέρμα της ιστορικής κίνησης. Η προοπτικότητα της γνώσης και η σχετικότητα των αξιών απαιτούν, από την άλλη πλευρά, για να γίνει δυνατή η κοινωνική ζώη, τη δημιουργία θεσμών οι οποίοι να περιορίζουν ή να διοχετεύουν σε σκοπούς γενιά χρήσιμους τις άλογες δυνάμεις της ανθρώπινης φύσης. Για τον Montaigne η θρησκεία αποτελεί τον κατ’εξοχήν θεσμό με αυτή την έννοια· Θεμέλιό της δεν είναι η αλήθεια, αλλά το «coustume», γι αυτό και θρησκείες διαφορετικές ως προς το περιεχόμενό τους μπορούν να εκπληρώσουν την ίδια κοινωνική λειτουργία. Η θρησκεία πρέπει να υπάρχει για χάρη της κοινωνικής της λειτουργίας· Η παγιότητα των θεσμών αποτελεί το αντίρροπο της ανθρώπινης αστάθειας. Η επιχειρηματολογία αυτή θυμίζει, βέβαια, τον Machiavelli, που ο Montaigne τον γνώριζε καλά. Στον Montaigne βρίσκουμε, όμως, και μια πρόσθετη, ήδη πριν απ’αυτόν συχνά διατυπωμένη, δικαίωση της θρη- [176] σκείας, που δεν είναι πια κοινωνική, αλλά γνωσιοθεωρητική· Αν η ανθρώπινη γνώση είναι περιορισμένη, δεν μπορεί ούτε να αντικρούσει ούτε να αντικαταστήσει τη θρησκευτική πίστη. Αφού δεν μπορούσε να υπάρξει αμφιβολία ότι ο Montaigne πίστευε, σοβαρά τουλάχιστον, στην υπόθεση του παραπάνω υποθετικού λόγου, γι’ αυτό και φαινόταν γενικά αξιόπιστος, όταν χρησιμοποιούσε και την απόδοσή του. Η διαπλοκή κοινωνικής και γνωσιοθεωρητικής δικαίωσης της θρησκείας είχε ως αποτέλεσμα ότι η –υποτιθέμενη τουλάχιστον- ειλικρίνεια της δεύτερης αφαιρούσε –τουλάχιστον στα μάτια του καλοπροαίρετου αναγνώστη- από τον καθαρά χρησιμοθηρικό χαρακτήρα της πρώτης τον κυνικό του τόνο. Είναι, πάντως, αμφίβολο, αν ο Montaigne μπορεί να θεωρηθεί πιστός χριστιανός για τον λόγο αυτόν. Ορθά παρατηρήθηκε ότι το βιβλίο του δεν είναι έργο ευσεβές, ακόμη και αν τυχόν είναι γραμμένο από έναν ευσεβή συγγραφέα· Απ’αυτό συνάγεται ότι ο Montaigne δεν μπορούσε να είναι μακάριος πιστός με την εκκλησιαστική έννοια. Ο ίδιος μας βοηθά να κατανοήσουμε τη στάση του, όταν γράφει ότι ο πιστός οφείλει να ακολουθεί το coustume και να κρατά τις απόψεις του για τον εαυτό του. Αυτό μπορεί να καταλήξει στην υποκρισία –αλλά και σε μια τόσο βαθιά πεποίθηση για την αναγκαιότητα του coustume (ως θρησκείας), ώστε το τελευταίο να ακολουθείται αυτόματα και δίχως συνειδησιακό διχασμό. Στην περίπτωση τούτη, δεν θα είχε αντικείμενο η διάκριση ανάμεσα στο πρακτικά πιστό και στο θεωρητικά σκεπτικιστικό μέρος του εγώ. Εικάζω πως ο Montaigne ήθελε να γεννήσει –στον εαυτό του και στους άλλους- αυτήν ακριβώς την εντύπωση αναφορικά με τη θέση του.

Advertisements
Posted in Παναγιώτης Κονδύλης, Michel de Montaigne | Tagged , , , , , , , , , , , , | Σχολιάστε

Επικίνδυνη Τουρκία

Του Γεώργιου-Στυλιανού Πρεβελάκη

Η σημερινή κρίση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις πρέπει να ερμηνευθεί και με γνώμονα τις γεωπολιτικές απόψεις του Αχμέτ Νταούτογλου, όπως αναπτύσσονται στο Στρατηγικό Βάθος. Η Διεθνής Θέση της Τουρκίας, το βιβλίο που δημοσίευσε το 20011. Συγκρατούμε τα εξής :

  1. Η Τουρκία μπορεί και πρέπει να αποτελέσει μεγάλη γεωπολιτική δύναμη. Aυτο-υποβαθμίστηκε εστιάζοντας στον ελληνοτουρκικό ανταγωνισμό, «σαν να προπονείται ο παλαιστής βαρέων βαρών να αντιμετωπίσει κατηγορίες μεσαίων βαρών» (σ. 235).
  2. Οι Μεγάλες Δυνάμεις χρησιμοποίησαν την Ελλάδα και την Συρία για να περιορίσουν τις τουρκικές φιλοδοξίες: «η Τουρκία, η οποία αφέθηκε να αγωνιστεί με μια κοντινή απειλή που την ενοχλεί, βρέθηκε ανίκανη να ανοίξει τους ορίζοντές της…σε μεγάλης κλίμακας και παγκόσμιας εμβέλειας πολιτικές» (σ. 237).
  3. Η Κύπρος έχει ζωτική σημασία για την Τουρκία, λόγω της κεντρικής της θέσης σε γεωστρατηγικά και γεωπολιτικά δίκτυα: «ακόμη κι αν δεν υπήρχε ούτε ένας μουσουλμάνος Τούρκος εκεί, η Τουρκία όφειλε να διατηρεί ένα κυπριακό ζήτημα» (σ. 279).

Η τουρκική πολιτική ηγεσία αντιμετωπίζει την εντεινόμενη αστάθεια ως ευκαιρία για να καθιερώσει ένα ηγεμονικό γεωπολιτικό τουρκικό ρόλο. Το κενό ισχύος, το οποίο έχει προκύψει από την επιφυλακτικότητα των Ηνωμένων Πολιτειών και από την εγγενή γεωστρατηγική αδυναμία της Ευρώπης, ενισχύει τις τουρκικές ελπίδες. Χάρη στην περιφερειακή αποσταθεροποίηση, το ένα από τα δύο, κατά Νταούτογλου, «εμπόδια» στον δρόμο της ηγεμονίας, το συριακό, έχει ήδη εξουδετερωθεί.

Το δεύτερο εμπόδιο, το ελληνικό, έχει αντιθέτως ενεργοποιηθεί. Με άξονα το φυσικό αέριο νοτίως της Κύπρου, σχηματίζεται μια συμμαχία η οποία περιλαμβάνει την Αίγυπτο και το Ισραήλ. Σύμφωνα με την θεώρηση του Αχμέτ Νταούτογλου, συγκαλύπτει δυνάμεις οι οποίες αποσκοπούν να θέσουν φραγμό στις τουρκικές φιλοδοξίες.

Ο ελληνικός παράγων εμφανίζεται, επομένως, ως μείζων όχληση. Με τις πρόσφατες δηλώσεις του, μείγμα απειλής και εξαγοράς, ο Αχμέτ Νταούτογλου ζητεί από το ελληνικό στοιχείο να αυτο-εξουδετερωθεί: διχοτόμηση ή συνεκμετάλλευση. Στο ενδεχόμενο της διχοτόμησης, έναντι της τουρκικής κυριαρχίας στον βορρά, οι Ελληνοκύπριοι θα αποκτούσαν αποκλειστική εκμετάλλευση του ενεργειακού πλούτου και την ασφάλεια ενός «κανονικού» κράτους. Εναλλακτικά, η συνεκμετάλλευση, με δεδομένη πάντα την γεωστρατηγική ισορροπία στον κυπριακό περίγυρο, είναι σαφώς περισσότερο μειονεκτική για την Κύπρο. Και στις δύο περιπτώσεις, η ηθική μείωση της ελληνικής πλευράς αναιρεί το ελληνικό «εμπόδιο».

Η Τουρκία προτείνει, δηλαδή, στην ελληνική πλευρά μια «φινλανδοποίηση», έναντι της ειρήνης και της ευημερίας των Ελληνοκυπρίων. Ακόμη και αν ο προτεινόμενος συμβιβασμός κρινόταν συζητήσιμος, δύσκολα μπορεί να ελπίζει ο Αχμέτ Νταούτογλου ότι το δίκτυο των συμμαχιών, στο οποίο εντάσσονται η Ελλάδα και η Κύπρος, θα τον επιτρέψει. Τι μένει επομένως; Μήπως μια επανάληψη της τουρκικής πολιτικής «της δεκαετίας του 1970», την οποία εξαίρει το Στρατηγικό Βάθος; (σ. 280)

Η τελεσφόρος παραβίαση του διεθνούς δικαίου από την Ρωσία εγείρει απαντοχές· μια ανάλογη τουρκική επιχείρηση έχει πιθανότητες να εξασφαλίσει την διεθνή ανοχή- με απαραίτητη προϋπόθεση, βέβαια, μια κατάλληλη συγκυρία: πολιτική αστάθεια και συνακόλουθη οικονομική αστοχία στην Ελλάδα; συνεπαγόμενη υποβάθμιση της ελληνικής διεθνούς εικόνας; στρατιωτική παρέμβαση της Τουρκίας για λογαριασμό της Δύσης στις ζώνες τις οποίες ελέγχει το «Ισλαμικό Κράτος του Ιράκ και του Λεβάντε»; όλα μαζί;

Αν αυτά ισχύουν, αναμφιβόλως, πρόκειται για τυχοδιωκτικούς σχεδιασμούς. Όμως, ούτως ή άλλως, η Τουρκία λειτουργεί σε ένα κυκεώνα ο οποίος απειλεί να καταλύσει τα θεμέλια του κεμαλικού εδαφικού οικοδομήματος. Η τουρκική ηγεσία μπορεί να επιδιώξει μια παράτολμη στρατηγική φυγής προς τα πρόσω, διαμορφωμένη από ένα Αρχιτέκτονα της Γεωπολιτικής· τον Πρωθυπουργό της.

Οι πρόσφατες τουρκικές κινήσεις συνιστούν την αρχή μιας διαδικασίας, την εξέλιξη της οποίας θα πρέπει να παρακολουθήσουμε προσεκτικά. Παραλλήλως προς την στρατιωτική και διπλωματική οχύρωση, η Ελλάδα οφείλει να αναδείξει διεθνώς και, ει δυνατόν, και εντός της Τουρκίας, τους ευρύτερους κινδύνους από την εφαρμογή θεωρητικών σχημάτων μεγαλοϊδεατικής εμπνεύσεως. Σε μια τέτοια προσπάθεια, το Στρατηγικό Βάθος το οποίο, περιέργως, δεν έχει ακόμη μεταφραστεί στην αγγλική, αποκαλύπτει τον δογματικό και, επομένως, επικίνδυνο χαρακτήρα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Εστία την 4η Νοεμβρίου 2014.

1. Ελληνική μετάφραση: Ν. Ραπτοπουλος, Εκδόσεις Ποιότητα, 2010

Posted in Γιώργος Πρεβελάκης | Tagged , , , , , , , , , , | 2 Σχόλια

Νεοελληνικὴ λογοτεχνία καὶ «σοβαρὴ» μουσική: Ένα συνεχὲς παράδοξο

Το κείμενο που ακολουθεί είναι εισήγηση στα πλαίσια της ημερίδας Μουσική παιδεία καί δημιουργία στή σημερινή Ἑλλάδα: Καημοί παράλληλοι που διοργάνωσε η Εταιρεία Μελέτης Ελληνικού Πολιτισμού καί τό περιοδικό της νέος ΕΡΜΗΣ Ο ΛΟΓΙΟΣ, στίς 2 Νοεμβρίου 2013.  Η εισήγηση πρωτοδημοσιεύθηκε στο περ. νέος ΕΡΜΗΣ Ο ΛΟΓΙΟΣ, τ. 9, Απρίλιος 2014 και αναδημοσιεύεται εδώ δίχως αναφορά στη σελιδαρίθμηση της έντυπης έκδοσης.

Ο συγγραφέας επιλέγει ορισμένους κεντρικούς σταθμούς της νεότερης ελληνικής λογοτεχνίας και μουσικής για να συγκροτήσει το ερμηνευτικό του σχήμα σε αναφορά προς τη σχέση των δύο μεγεθών. Η προβληματική αυτή τέμνεται από το σχήμα Ανατολή-Δύση, Ελληνικότητα-Ευρώπη, κοινότητα-ατομικότητα· και όχι μόνον.

Ακολουθεί το κείμενο.

Του Αντώνη Ζέρβα

Στα Νηπενθή του Καρυωτάκη, υπάρχει ένα ποίημα για μια γυναίκα που παίζει πιάνο, με τον τίτλο Αφιέρωμα. Πάντα μου έκαναν εντύπωση οι στίχοι του, γιατί μοιάζουν με βουβή κινηματογράφηση. Βλέπουμε το πιάνο και την πιανίστρια, παρακολουθούμε τις μεταφορές και τις συγκρίσεις του προσώπου και των χεριών που είναι συγκεντρωμένα στην εκτέλεση, συναισθανόμαστε τη συγκίνηση που προκαλείται στον ποιητή και μεταδίδεται μέσω ενός άλλου είδους μουσικής, σιωπηλής, η οποία εξαρτάται αποκλειστικά από την ανάγνωση

         Ακούαμε. Και τα αισθήματα, δεσμώτες
που την ελευτερία τους εκερδίζαν.

Δεν θα μάθουμε ποτέ τί ακριβώς έπαιζε η γυναίκα που έκανε να ακούγονται τα απελευθερωμένα αισθήματα. Εκ των υστέρων, η μελαγχολική ατμόσφαιρα φέρνει στο νου μια σονάτα του Μπετόβεν, ένα από τα Νυχτερινά του Σοπέν ή κάτι παρόμοιο. Τίποτε δεν πρόκειται να μας το βεβαιώσει. Το γεγονός όμως ότι ενστικτωδώς προσανατολιζόμαστε προς αυτές τις περιοχές, είναι ενδεικτικό.

Ο Καρυωτάκης δεν έχει καμμία έγνοια ελληνικότητας.  Κανένα είδος ιδεολογικής διχοστασίας μεταξύ Ανατολής και Δύσης δεν βαραίνει τα ποιήματά του. Καμμία ενέργεια από την επιστροφή στα χαμένα κέντρα δεν τον χαρακτηρίζει. Είναι ποιητής της πόλης και στην πόλη, αντίθετα με την κοινότητα του χωριού, όλα προσφέρονται ισότιμα και όλα παρέρχονται, εκτός απ’ αυτό που λείπει πάντα.  Εδώ νομίζω έγκειται η γνησιότητά του. Ζούσε την Αθήνα όπως θα ζούσε μια οποιαδήποτε μεγαλούπολη του Μεσοπολέμου, όπου την Κυριακή άκουγε κανείς την μπάντα, έστω κι αν η πόλη του διατηρεί έναν επαρχιώτικο αέρα απομίμησης των μεγάλων ευρωπαϊκών κέντρων.

Δεν φαίνεται να αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στον Μεγάλο Πόλεμο που μόλις είχε τελειώσει, ούτε να τον απορροφά η Μικρασιατική εκστρατεία. To 1921, τη χρονιά που κυκλοφόρησαν τα Νηπνεθή, ο Κεμάλ ανέκοπτε την προέλαση των ελληνικών στρατευμάτων. Τον επόμενο χρόνο θα συντελούνταν η Μικρασιατική καταστροφή.  Ως τότε, ο Καρυωτάκης, όπως άλλωστε και οι περισσότεροι Ελληνες ως επί το πλείστον γαλλοθρεμμένοι ποιητές της εποχής του,  παρακολουθεί τον εξευρωπαϊσμό της πόλης με νοσταλγική μελαγχολία, σαρκαστική κατά τόπους.  Είναι μια μελαγχολία αστικού τύπου, ρωμαντικής προέλευσης βεβαίως, που εξωτερικώς μεν συνδέεται με το αιώνιο θέμα της ματαιότητας των ανθρώπινων πραγμάτων, της χαμένης νεότητας ή της χαμένης αγάπης, ο πυρήνας της όμως παραμένει κάτι τί το απροσδιόριστο, κάτι που «λείπει»,   όπως γράφει σε άλλο ποίημα,  και το οποίο εκ των υστέρων θα μπορούσε να εντοπισθεί στην υπόκωφη διεργασία χωρισμού μεταξύ αλήθειας και πραγματικότητας, σκέψης και πράξης, μεταξύ αξιών και πραγμάτων, δηλαδή στις καίριες διαζεύξεις που επεσήμανε πρώτος ο Άγγελος Σικελιανός των παραγνωρισμένων Πεζών και που ως άξονα έχουν την ολότητα της ύπαρξης, όπου «διατάζουν οι άγγελοι», κατά τη λέξη του ίδιου του Καρυωτάκη.

Δεν έχουμε φθάσει ακόμη στα Ελεγεία και Σάτιρες, όπου ο χωρισμός αυτός μεταξύ παράδοσης και ατόμου, μεταξύ κοινότητας και κοινωνίας, θα συνειδητοποιηθεί με τραγική ένταση και τραγικότερη κατάληξη. Εδώ, μιλάει ακόμη ο άνθρωπος των ποιημάτων, της Τέχνης,  η οποία προοριζόταν να λάβει τη θέση της θρησκείας και των παραμυθιών της. Κοινός παρονομαστής είναι ο «γόνιμος πόνος» που αυτοπεριγράφεται, επιδιώκοντας την αναγνώριση από την πόλη στην οποία δεν πιστεύει.  Το ίδιο κλίμα μεταφέρουν πάνω κάτω και οι ξένοι ποιητές που επέλεξε να μεταφράσει, ενώ την ίδια εποχή η Ευρώπη της τρελλής ελευθεριότητας του Μεσοπολέμου συνταραζόταν ήδη από τις ζόρικες συνειδητοποιήσεις της Νεωτερικότητας :

          Ακούαμε. Και τα αισθήματα, δεσμώτες
που την ελευτερία τους εκερδίζαν.

Αν και δεν θα μάθουμε ποτέ τί άκουσε εκείνη την ημέρα, πάντως η απελευθέρωση των αιχμαλωτισμένων αισθημάτων είναι κάτι πολύ διαφορετικό και από τα αισθήματα που γεννούν οι εκκλησιαστικοί ψαλμοί αλλά και από τα μεράκια που ξυπνάνε στο γλέντι του Μπαταριά. Και πουθενά αλλού δεν γίνεται αισθητό αυτό το διαφορετικό, δηλ. η απελευθέρωση ατομικών αισθημάτων, όσο στη δυτική μουσική, αφού η έννοια του ατόμου ως αυταξίας και ελεύθερης θέλησης που εμφανίζεται δειλά δειλά και στην ελληνική γλώσσα είναι αποκλειστικό δημιούργημα του δυτικού πνεύματος.

Η αποκαλούμενη σοβαρή μουσική δρα στη φαντασία.  Όλο το μυστικό της έγκειται ακριβώς στην ελευθέρωση της φαντασίας, στη γλύκα της ηδονής χωρίς σωματική επαφή, στην αναδημιουργία του κόσμου μες από την ευαισθησία μου:

 Απ’ όλα θέλω ελεύτερος / να πλέω στα χάη του κόσμου,

όπως γράφει στις Στροφές. Ο κόσμος χτίζεται και γκρεμίζεται κατά το θέλημά μου, με τη μελαγχολική παραδοχή ότι ποτέ αυτό που έπρεπε να είναι δεν ταυτίζεται με αυτό που είναι:

 Η πεταλούδα πάντα θα πετάξει
Αφήνοντας στα δάχτυλα τη γύρη.
Θρόισμα το αντίο. Το χέρι σου μετάξι,
κι εχάθηκες. Από το παραθύρι
η πεταλούδα πάντα θα πετάξει

Ο Καρυωτάκης σκέπτεται τη μουσική μιας ορισμένης εποχής  και την κάνει ποίημα. Δεν του περνάει καν απ’ το μυαλό να αναφέρει ποιο έργο ακούει.

Πράγματι, ενώ η ιδέα της Μουσικής είναι διάχυτη στα έργα της Νεοελληνικής λογοτεχνίας, από τη Φλογέρα του Βασιλιά έως τη Σονάτα του Σεληνόφωτος και ώς τις «παράδοξες» ή «νέες» μουσικές τόσων και τόσων ποιητών του Μεσοπολέμου, σπανίως θα συναντήσουμε ρητή αναφορά σε συγκεκριμένο έργο.  Ακόμη και το πιάνο, όταν αναφέρεται, επέχει θέση συμβόλου, όπως η κιθάρα και η άρπα, η χρησιμοποιείται απλώς ως κοινωνιολογικό γνώρισμα. Θά’ λεγε κανείς πως η δυτική μουσική, αυτό το μοναδικό οικοδόμημα του Νεώτερου πνεύματος, είναι παντελώς αποκηρυγμένο στις σελίδες της Νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ενώ οι παραπομπές σε ξένα κείμενα και μάλιστα στο πρωτότυπο, αφθονούν, σπανίως θα συναντήσουμε το όνομα ενός συνθέτη που επηρέασε η συγκίνησε ένα συγγραφέα. Κανένας φανερός διάλογος με τα έργα της μουσικής. Πρόζα και ποίηση ωριμάζουν και αναπτύσσονται εκτός της περιοχής της.  Η μουσική παραμένει κάτι το ακαθόριστο, το συμβολικό. Εχουμε κάθε φορά σύγχρονη Λογοτεχνία,  ποτέ σύγχρονη μουσική.  Η δυτική μουσική είναι τρόπον τινά το ου φωνητόν της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ακόμη και σήμερα, καθ’ όλα επαρκείς αναγνώστες της λογοτεχνίας αντιδρούν έντονα στα φωνητικά τσακίσματα μιας σοπράνο ή ενός τενόρου με το επιχείρημα ότι δεν τους «μιλάνε «.

Πλην όμως η νεοελληνική λογοτεχνία είτε μας αρέσει είτε όχι, είναι θρεμμένη με τη δυτική μουσική, επειδή ακριβώς είναι θυγατέρα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Ιδού ένα από τα ελληνικά παράδοξα. Ο αείμνηστος Παναγιώτης Κονδύλης εξυμνεί κατ’ αποκλειστικότητα τη νεοελληνική ποίηση, λες και πρόκειται για αυτούσιο, ξεχωριστό δημιούργημα και όχι για σκέλος της Ευρωπαϊκής. Λες και ο Λυρισμός δεν υπάρχει παρά μόνο στον τόπο μας. Και το χειρότερο, λες και μπορεί να συγκριθεί η εγχώρια παραγωγή με τα έργα της Δύσης που ήταν ανέκαθεν τα πρότυπά της. Θα τον καταλάβαινα αν εξυμνούσε τη βυζαντινή ποίηση και υμνογραφία, και όχι τα υπόγεια ρεύματα που ξεφεύγοντας από τον ζυγό τους, αποτέλεσαν μέσω της κρητικής αναγέννησης μία συγκεκριμένη ποικιλία της ευρωπαϊκής ποιητικής.

Ο Σεφέρης, ο ποιητής του αυθεντικού βιώματος της δημοτικής παράδοσης, είναι ένας από τους ελάχιστους που θα παραπέμψει σε ένα νεωτερικό μουσικό έργο, όπως η Γυμνοπαιδεία του Ερίκ Σατύ, ελευθερώνοντας έτσι, κάμποσα χρόνια μετά τον Καρυωτάκη, τον αιχμαλωτισμένο αισθησιασμό «του χορού που τελειώνει στη γύμνια».

Όπως και να έχει, αν η νεοελληνική λυρική ποίηση εκφράζει εν πολλοίς τον ελληνικό τρόπο υπάρξεως του σύγχρονου ατόμου, όπως στον Καρυωτάκη, η μουσική παράδοση παραμένει έκφραση της συλλογικότητας.

Το καθεστώς της Μουσικής Τέχνης στην Ελλάδα ήταν ανέκαθεν αμφίβολο. Η μουσική ταυτιζόταν μάλλον με την απλή διασκέδαση. Μόνο μετά τον πόλεμο, με τη δημιουργία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και την Ελληνική Ραδιοφωνία κυρίως αρχίζει μια κάποια εξοικείωση με τα σπουδαία μουσικά έργα της δυτικής παράδοσης. Για την ελληνική συνείδηση πάντως, Μουσική είναι ουσιαστικώς το τραγούδι με την απλή και άμεση μελωδία του. Τόσο μάλιστα που σήμερα είναι πλέον πολύ δύσκολο, αν όχι ακατόρθωτο, να διακρίνει κανείς που αρχίζει η ποίηση και που τελειώνει η μουσική.

Στην Ευρώπη, η νεώτερη ποίηση διαμορφώθηκε σε συνεχή ανταπόκριση με τις μουσικές καινοτομίες που σημειώθηκαν στα μέσα του 19ου αιώνα. Μετά τον Βάγκνερ τίποτε δεν θα είναι πλέον, όπως ήταν στην τέχνη του λόγου και των ήχων. Δεν είναι τυχαίο ότι οι δύο πατριάρχες της νεώτερη ποίησης, ο Μπωντελαίρ και ο Μαλλαρμέ στάθηκαν με ιδιαίτερη επιμονή στο έργο του Βάγκνερ, σε πείσμα της αρνητικής αντίδρασης των συγχρόνων του πρώτου και παρά τον απεριόριστο θαυμασμό, τριάντα χρόνια μετά, των συγχρόνων του Μαλλαρμέ.

Σε μία εποχή όπου το απλό καλλιτεχνικό ένστικτο δεν επαρκούσε πλέον για τη σύλληψη και δημιουργία έργων που να ανταποκρίνονται στον πολυσύνθετο χαρακτήρα της Νεωτερικότητας, και  οι δύο προσπάθησαν να προσδιορίσουν σε τί έγκειται η διαφορά μεταξύ μουσικής και ποίησης. Ποιός είναι ο χώρος της μιας και ποιός ο χώρος της άλλης. Πώς επιτυγχάνεται η αρμονική συνύπαρξη αισθησιασμού ή δαιμονικού και ιερού. Πότε και γιατί είναι ή δεν είναι θεμιτή η σμίξη τους και ποιοί κίνδυνοι ελλοχεύουν για την μεν και για τη δε. Και ο διάλογος συνεχίσθηκε τον επόμενο αιώνα με θαυμαστές διεισδύσεις εκατέρωθεν.  Στις μέρες μας, όλο τούτο το πνευματικό οικοδόμημα διακρίσεων έχει καταρρεύσει. Πώς να μιλήσει κανείς για ποίηση, όταν προορισμός της είναι η μελοποίηση και πώς για μουσική, όταν επιδιώκεται απλώς και μόνο η επιτυχία της μελωδίας !  Οι ψευδοσυγκινήσεις του ευχάριστου και, διασκεδαστικού δεν εμπίπτουν στο σύμπαν της Τέχνης. Η τέχνη έχει πάντα ηθικές αξιώσεις. Και γι’ αυτό άλλωστε εξακολουθούν να συγκινούν τα δημοτικά και λαϊκά άσματα με την αρχαϊκή αμεσότητα της μελωδίας, διότι εκφράζουν τον χαρακτήρα, τα ήθη και τις ροπές ενός ορισμένου λαού.

Οι παλαιές αισθητικές προσεγγίσεις είναι μοιραίο να αντιμετωπίζονται σήμερα σαν κάτι το παρωχημένο και το εγκυκλοπαιδικό. Οι σύγχρονες τεχνολογικές κοινωνίες ισοπεδώνουν τα πάντα. Συνεπώς, οι διακρίσεις πάνω στις οποίες στηρίχθηκε ανέκαθεν το γούστο, η καλλιέργεια και η έκφραση του πάθους, παύουν να έχουν ιδιαίτερη σημασία. Δεν ξέρουμε καν αν όντως υπάρχει ακόμη ανάγκη Τέχνης και αν η Τέχνη μετέχει του Πνεύματος ή αποτελεί κι αυτή έναν από τους πολλούς αταβισμούς μας.  Εφόσον κάθε ιεράρχηση είναι εξοβελιστέα ως αποτέλεσμα ιδεολογικής σύλληψης και κάθε αξιόλογηση ως υποκειμενική και άρα αντεπιστημονική θεώρηση, τότε όλα είναι τέχνη και συνεπώς τίποτε δεν είναι Τέχνη.  Τί δεν είναι όμως ιδεολογία, αφ’ ής στιγμής έχουμε να κάνουμε με τη γλώσσα και τις πολυποίκιλες παραγωγές της; Σ’ αυτά τα ζητήματα, το μόνο σταθερό κριτήριο κατά τη γνώμη μου παραμένει η καλλιεργημένη ευαισθησία, εφόσον συνοδεύεται από την αυτοκριτική της. Αυτός είναι τουλάχιστον ο προσωπικός μου κανόνας.

Τα αποκαλούμενα σπουδαία έργα, τα έργα που εξακολουθούν να εγκαλούν και να προβληματίζουν, γεννήθηκαν όλα από γιγαντομαχίες. Τέτοια ήταν και η γιγαντομαχία γύρω από τη σχέση κοινότητας και κοινωνίας, μεταξύ ομαδικού και ατομικού αισθήματος με τις ανάλογες ηθικές και αισθητικές θεωρήσεις περί Τέχνης. Εδώ εντάσσεται άλλωστε και το περιβόητο ζήτημα της ελληνικότητας.

Ο Βέρντι και ο Βάγκνερ φερ’ ειπείν στάθηκαν οι μεγάλοι δημιουργοί του εθνικού μύθου, εκείνοι που προσπάθησαν να ρυθμίσουν μουσικά την πλέον αντινομική σχέση του Νεώτερου κόσμου, τη σχέση μεταξύ συλλογικότητας και ατομικότητας. Η μουσική τους παραμένει ανυπέρβλητη. Εγινε η κατ’ εξοχήν Τέχνη που εγκλυκλώνει όλες τις άλλες και η μαζί η πηγή του εθνικού νοήματος.

Σε αντίθεση με τις λοιπές ευρωπαϊκές χώρες που εκκοσμικεύθηκαν σταδιακά και μετά από αιματηρές και μακροχρόνιες θρησκευτικές διαμάχες και κοινωνικές επαναστάσεις, το Ελληνικό κράτος δεν φαίνεται να διαθέτει άλλη πηγή εθνικού νοήματος εκτός της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας, για την οποία όμως το εθνικό αποκρυστάλλωμα είναι μάλλον συμβεβηκός και όχι ουσία. Το βυζαντινό μέλος υπήρξε ανέκαθεν η βάση του δημοτικού και του λαϊκού τραγουδιού, δηλαδή της εθνικής ευαισθησίας. Η ζωντανή συνέχεια της εκκλησιαστικής μουσικής έγκειται στο γεγονός ότι δεν έπαψε να εκτελείται προφορικά. Αναπαράγεται εδώ και τώρα, ακαταπαύστως. Και ενώ η Υμνογραφία μας δεν παρουσιάζει σε γενικές γραμμές σημαντική εσωτερική ανέλιξη, εντούτοις δεν έπαψε να ζωογονεί την θύραθεν μουσική, δημοτική και λαϊκή έως και τα ρεμπέτικα που σιγά σιγά  εξευγενίσθηκαν, αριστεροποιήθηκαν και τέλος έσβυσαν μαζί με τη μεταφυσική φλόγα του αμετάλλακτου καημού. Μένει όμως το υπόδειγμα των ιερών ακολουθιών που αποτελούν μοναδικό παράδειγμα σύνθεσης μεταξύ ποιήσεως και μουσικής.

Οι διαφορές της μουσικής παράδοσης του Δυτικού και Ανατολικού κόσμου είναι γνωστές. Είναι γνωστή και αξιολύπητη η αλλοίωση που υπέστη επί δεκαετίες η βυζαντινή υμνολογία.

Ενώ  λοιπόν καθαρίσθηκε σε μεγάλο βαθμό η βυζαντινή μουσική και σήμερα μπορούμε να πούμε ότι χάρη σε σπουδαίους δασκάλους, όπως ο Σίμων Καρράς, έχουμε σαφή γνώση του βυζαντινού μέλους και της αδιάρρηκτης συνέχειάς του με τη μουσική των αρχαίων, εντούτοις η εμβάθυνση και ο καθαρισμός δεν συνοδεύθηκαν από αξιόλογες  δημιουργίες. Δεν βρέθηκε τρόπος να μεταλλαχθούν οι σύνθετες βυζαντινές λειτουργίες σε νεοελληνικά οργανωμένα μουσικά έργα. Οποιος θυμάται κάπως τη Συμφωνία της Λεβεντιάς του Καλομοίρη με το «τη Υπερμάχω», θα συμφωνήσει πως τέτοια μουσική δεν προσφέρει τίποτε παραπάνω, αρκεί και περισσεύει ο Ύμνος στους γνώριμους, παραδοσιακούς ήχους. Αλλά το παράδειγμα του Καλομοίρη είναι μαζί και το αρχέτυπο της διαρκούς αλληλεξόντωσης μουσικής και ποίησης που παρατηρείται στις μέρες μας.

Το Άξιον Εστί του Θεοδωράκη λόγου χάρη είναι ένα από τα αξιομνημόνευτα εγχειρήματα προς την κατεύθυνση της δημιουργικής σύνθεσης. Πλην όμως η μεγάλη διάρκεια του ελληνισμού με όλο τον αισθησιασμό του που θέλησε να αποτυπώσει ο ποιητής, καταλήγει στον θρίαμβο μιας συγκεκριμένης ιδεολογίας και συνεπώς προδίδει το ποίημα. Ανάμεσα στο Αξιον Εστί του Θεοδωράκη και το εκτεταμένο ποίημα του Ελύτη, υπάρχει χάος. Όποιος το γνώρισε στη μουσική του μορφή, θα χρειαστεί χρόνο και κόπο για να φθάσει στο ποίημα, αν φθάσει ποτέ.

Όπως η μεταφορά ενός μυθιστορήματος στην οθόνη εξουδετερώνει το ίδιο το μυθιστόρημα, έτσι και η αδιάκριτη μελοποίηση καταργεί την ενδιάθετη αρχή του λογοτεχνικού έργου, le principe litteraire, όπως επεσήμανε ο Μαλλαρμέ, ένας από τους πρώτους που συναισθάνθηκαν τον τρομερό ανταγωνισμό μεταξύ ποιήσεως και μουσικής, επειδή ακριβώς είχε κατανοήσει την κρίση του ίδιου του λογοτεχνικού φαινομένου. Η λογοτεχνία δεν υπάρχει χωρίς τα απόκρυφα σημεία της γλώσσας. Είναι ένα είδος παρτιτούρας που απευθύνεται στο πνεύμα. Η μουσική της ποιήσεως δεν μπορεί να παιχτεί πουθενά αλλού  παρά στη σιωπή του Πνεύματος. Αυτό είναι το φορητό της Μυστήριο. Η νεώτερη Ποίηση δεν απευθύνεται στην Κοινότητα, είναι το προσωπικό δράμα της ατομικότητας. Τουναντίον τα τραγούδια είναι έκφραση της συλλογικότητας και σ’ αυτήν αναφέρονται.  Εάν το ποίημα πάψει να είναι το πνευματικό ανάχωμα του ατόμου, τότε η συλλογική ανάγκη μεθέξεως που αποτελεί την ουσία της Μουσικής, είναι μοιραίο να μετατρέπεται σε μαζική διασκέδαση με αποτέλεσμα να αίρεται και η ιδέα του ατόμου και η ιδέα της συλλογικότητας. Και έτσι να συνεχίζεται ακάθεκτη η εκκαθάριση του Ιερού και του Μυστηρίου που αναζητούμε στην Τέχνη, η οποία δεν είναι ασφαλώς απλή διασκέδαση, όπως θέλουν να μας πείσουν.

Σήμερα, τελείται ένα γεγονός ανυπολόγιστης σημασίας, κάτι που μόνο αποσπασματικά και κατά τρόπο διαισθητικό μπορούμε να προσεγγίσουμε. Από τη μία επιδιώκεται η υπέρβαση του ατόμου ως ελεύθερης συνείδησης και θέλησης μέσα στο τεχνολογικό σύμπαν και από την άλλη ογκώνεται η ανάγκη συλλογικής, τοπικής ταυτότητας. Διαπιστώνουμε καθημερινά ότι η κατάργηση κάθε υπερβατικού νοήματος στρέφει το συλλογικό υποκείμενο προς την καλλιτεχνική κατανάλωση, προς τη μαζική διασκέδαση. Το αυτί στομώνει, παύει να βλέπει το αόρατο και συνεπώς δεν υφίσταται συγκίνηση.

Το δημοκρατικό πολίτευμα που στέγασε την ιδέα του ελεύθερου, ανεξάρτητου ατόμου αχρηστεύεται σιγά σιγά κάτω από την πίεση της τεχνικής και της οικονομίας. Το καθεστώς της σύγχρονης μαζικής ατομοκρατίας και της καταναλωτικής τέχνης της παραχωρεί αργά πλην σταθερά τη θέση του σε κάτι ακόμα πιο πρωτάκουστο, στον διασυνδεδεμένο άνθρωπο που αντιλαμβάνεται το σώμα του ως συσκευή και που όλη η μέριμνα της υπάρξεώς του περιορίζεται στην ομαλή λειτουργία των οργάνων του.  Πώς να ισχυρισθείς πια ότι το τραγούδι είναι ο καθρέφτης όπου κοιτάζεται και ισορροπεί η ατομική συνείδηση! Είμαστε στα πρόθυρα μιας τρομακτικής μετάλλαξης και γι’ αυτό νομίζω έχει μεγάλη σημασία η αδογμάτιστη πνευματικότητα της καθ’ ημάς ανατολής, διότι διαφυλάσσει σπόρους μιας ουσιαστικής σχέσης μεταξύ ατόμου, κοινότητας και φύσεως που μπορεί στο μέλλον να αποδειχθούν σωτήριοι.

Μιά από τις κορυφές της μουσικής μας παράδοσης είναι για μένα οι αμανέδες, όχι αυτοί που κλαίνε μαζί με τις λατέρνες, όπως έλεγε ο Καρυωτάκης. Ο αμανές ενός Αντώνη Νταλγκά φερ’ ειπείν, μ’ αυτή την  καθηλωτική κορύφωση του αισθήματος που ξεκινάει από δυό λόγια και υπερβαίνει κάθε λόγο. Έχω την αίσθηση ότι εδώ η υμνογραφική παράδοση μεταμορφώνεται σε αυθεντικό ατομικό βίωμα. Είναι μια  εμπειρία που μοναδοποιεί θα έλεγα, διατρέχοντας όλη την έκταση του ψυχικού και θυμικού κόσμου. Αν μετά από μια άρια, ο  δυτικός ξεσπάει σε χειροκροτήματα, οι δικοί μας περιορίζονται στο βαρύ και ασήκωτο «γειά σου αδελφέ, ποτέ να μην πεθάνεις». Ο αμανές είναι το σημείο τομής των δύο καθ’ όλα διαφορετικών ειδών αισθαντικότητας.

Η μουσική αποτελεί τάξη. Το αντίθετο της τάξης, είναι ο τεμαχισμός. Μπορεί να ισχυρισθεί κανείς ότι η ανατολική παράδοση στάθηκε κατά βάθος μονοφωνική, αποκλειστική. Το βυζαντινό μέλος ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατο να εκφράσει τον αισθησιασμό, τη θέση του σώματος στον κόσμο. Η συμφωνική μουσική ή το μελόδραμα είναι τάξις πολυφωνική. Εναρμόνιση των αντιθέτων. Θα φανεί ίσως υπέρογκο, για μένα όμως ο ανατολικός αμανές δεν είναι μακριά από τους αμανέδες ενός Μπαχ, ενός Μόζαρτ, ενός Βέρντι, ενός Βάγκνερ.

                                                                                              Βρυξέλλες 15 Οκτ. 2013.

Posted in Αντώνης Ζέρβας | Tagged , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , | Σχολιάστε

Η Γαλλία μεταξύ ακινησίας και ρήξης

Του Γεώργιου- Στυλιανού Πρεβελάκη

Το δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία της Σκωτίας απέτρεψε, τελικά, την άμεση απειλή για το Ηνωμένο Βασίλειο. Παρά ταύτα, η διεξαγωγή και τα διακυβεύματά του κλόνισαν το ευρωπαϊκό συγκεντρωτικό πολιτικό πρότυπο το οποίο ενσάρκωσε η Γαλλία και το οποίο ενέπνευσε, μεταξύ άλλων, και την Ελληνική Πολιτεία.

Οι βρετανικές εξελίξεις επεσκίασαν τα εξίσου, ίσως, σημαντικά γεγονότα από την άλλη πλευρά της Μάγχης. Ο Γάλλος Πρόεδρος στην εξαμηνιαία συνέντευξη τύπου, την οποία έχει ο ίδιος καθιερώσει, ανέστειλε τρόπον τινά τις όποιες μεταρρυθμίσεις και απέκλεισε την περαιτέρω άμεση μείωση των ελλειμμάτων, καθώς «η Γαλλία χρειάζεται περισσότερο χρόνο». Κι όμως, η κυβέρνηση Vals είχε δημιουργήσει ελπίδες στους φιλομεταρρυθμιστές της γαλλικής κοινωνίας. Η κυβερνητική κρίση τον Αύγουστο, την οποία προκάλεσε η δημόσια διαφοροποίηση του Υπουργού Οικονομικών, ήταν το πρώτο πολιτικό πλήγμα. Ο Σεπτέμβριος, ο μήνας της επανεκκίνησης, ανέδειξε σαφώς τα δομικά προβλήματα της κυβερνητικής παράταξης. Η προϊούσα διάβρωση της εικόνας του Προέδρου, καθώς και η οργανωμένη αντίσταση μιας αντιτιθεμένης ισχυρής ομάδας σοσιαλιστών βουλευτών  κατά την ψήφο εμπιστοσύνης στην Κυβέρνηση, επηρέασαν ήδη την πλειοψηφία στην Βουλή και απειλούν με κυβερνητική ανατροπή. Αν διεξαχθούν πρόωρες εκλογές, η ενδεχόμενη επικράτηση της Marine Le Pen συνεπάγεται δυσπρόβλεπτες συνέπειες για την Γαλλία και για την Ευρώπη.

Ασφαλώς, συνεχίζεται κάποια προσπάθεια για την εξυγίανση της οικονομικής κατάστασης, όπως υποδεικνύουν οι Βρυξέλλες. Όμως, η ενδο-συμπολιτευτική τροχοπέδη αναστέλλει την απαιτούμενη δυναμική. Το διεθνές χρηματοπιστωτικό περιβάλλον ευνοεί: η γαλλική οικονομία επωφελείται από τα ιδιαιτέρως χαμηλά επιτόκια με τα οποία την δανείζουν οι αγορές· δεν γίνεται αντιληπτός, επομένως, ο επείγων χαρακτήρας των αλλαγών. Όπως και στην Ελλάδα πριν από το 2009, η ευχέρεια του δανεισμού λειτουργεί σαν ναρκωτικό. Παγιδευμένος στις αντιφάσεις του και σχετικά εφησυχασμένος, ο Γάλλος Πρόεδρος αποφεύγει τις επώδυνες αποφάσεις. Επενδύει στην μεταφυσική των οικονομικών κύκλων. Θεωρεί ή ελπίζει ότι νομοτελειακά η ανάπτυξη θα διαδεχθεί την ύφεση- θα αρθούν, επομένως, τα σημερινά αδιέξοδα «ανωδύνως».

Αμέσως μετά από την συνέντευξη αυτή, ο Nicolas Sarkozy εξήγγειλε την πρόθεσή του να διεκδικήσει την αρχηγία της Δεξιάς, με στόχο τις προεδρικές εκλογές του 2017. Η Γαλλία βρίσκεται με δύο αντιπαρατιθέμενα πρότυπα πολιτικής συμπεριφοράς. Έναντι του συναινετικού, ισορροπιστή, προσεκτικού και αργού Hollande επανεμφανίζεται ο ανατρεπτικός, αντισυμβατικός, ανυπόμονος και υπερκινητικός Sarkozy. Στις προεδρικές εκλογές του 2012 οι Γάλλοι προτίμησαν τον καθησυχαστικό υποψήφιο των σοσιαλιστών- τον οποίο, όμως, σήμερα απορρίπτουν μαζικά, όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις. Πριν διασωθεί,  όπως ελπίζει, από την κυκλικότητα της Οικονομίας, ο François Hollande κινδυνεύει να παρασυρθεί  από ένα  άλλο κύμα: την κυκλικότητα της Πολιτικής.

Όπως και να είναι, η επιστροφή του Nicolas Sarkozy εγκαινιάζει, ενδεχομένως, μια νέα περίοδο στην ευρωπαϊκή πολιτική. Εάν επιτύχει να αναστρέψει το κλίμα απαισιοδοξίας και το αίσθημα αδιεξόδου το οποίο κυριαρχεί στην Γαλλία, εάν εξασφαλίσει την λαϊκή υποστήριξη για ριζικές τομές, το πολιτικό του ύφος και ήθος θα αποκτήσει μιμητές παντού στην Ευρώπη. Οι αγορές οι οποίες αναζητούν χώρες με σαφή και σταθερή κατεύθυνση και με αποφασιστικές ηγεσίες θα ανταποκριθούν στην νέα τάση, επηρεάζοντας θετικά το επενδυτικό κλίμα.

Η προοπτική Sarkozy ενδέχεται να είναι η τελευταία σανίδα σωτηρίας για την Γαλλία. Αν η προσπάθεια αυτή αποτύχει, τίποτε δεν θα μπορεί να αναστείλει τον ακροδεξιό αντιευρωπαϊσμό. Η συνειδητοποίηση αυτού του κινδύνου είναι, ίσως, το ισχυρό όπλο του Nicolas Sarkozy: εμφανίζεται ως το τελευταίο προπύργιο της οικονομικής και πολιτικής ομαλότητας. Εφ’ όσον αποσταθεροποιηθεί οικονομικά και πολιτικά η Γαλλία, τι θα συγκρατήσει πλέον την Ευρώπη;

Η Σκωτία δεν αποσχίστηκε· παραμένει, τελικά, στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η μακρά ιδεολογική αντιπαράθεση, όμως, η οποία προηγήθηκε, απεικόνισε τους υφέρποντες γεωπολιτικούς κινδύνους σε πολύ ευρύτερη κλίμακα. Στα δυόμισυ χρόνια που μεσολαβούν ώς τις επόμενες προεδρικές εκλογές στην Γαλλία, η Ευρώπη αναμφιβόλως θα βιώσει και άλλες τέτοιες απειλές. Βρίσκεται στην αφετηρία εξελίξεων οι οποίες, στο εγγύς μέλλον, θα καταλάβουν το κέντρο της ευρωπαϊκής προβληματικής.

 Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Εστία»  την 23η Σεπτεμβρίου 2014.

Posted in Γιώργος Πρεβελάκης | Tagged , , , , , , , , , , , , , | Σχολιάστε

Συγκλίνουσες γεωπολιτικές κρίσεις

του Γιώργου-Στυλιανού Πρεβελάκη

Ο Σεπτέμβριος, η de facto έναρξη  του οικονομικού και πολιτικού έτους, δεν προοιωνίζεται τίποτε καλό για την Ευρώπη. Στο κέντρο και στις περιφέρειες της Ευρωπαϊκής Ένωσης συναντώνται τρεις αλληλοσυνδεόμενοι κύκλοι γεωπολιτικών χαμηλών. Γίνονται αντιληπτοί με την αποσταθεροποίηση του γαλλικού πολιτικού σκηνικού, την ουκρανική κρίση και την ανάπτυξη του νέου ισλαμικού κινήματος στα εδάφη του Ιράκ και της Συρίας. Κανένας από τους τρεις κύκλους δεν είναι νέος· έχουν, όμως, διαφορετικές καταβολές. Στο παρελθόν προκαλούσαν γεωπολιτικές αναταράξεις ετεροχρονισμένες· σήμερα συμπίπτουν χρονικά και αλληλοεπηρεάζονται.

Η γαλλική κρίση εντάσσεται στην δυναμική της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Πώς ενοποιείται ένα σύνολο χωρών με διαφορετικές παραδόσεις και οικονομικές συμπεριφορές; Είναι δυνατόν να ευθυγραμμιστεί ο ευρωπαϊκός Νότος με τις νόρμες του ευρωπαϊκού Βορρά, χωρίς να αμφισβητηθεί η ευρωπαϊκή μέθοδος για ειρηνική και συναινετική επίλυση των αντιθέσεων; Η οικονομική κρίση έχει αποκαλύψει διλήμματα τα οποία στο παρελθόν συγκαλύπτονταν από την οικονομική ανάπτυξη ή από τον δανεισμό. Η Γαλλία, σταυροδρόμι Βορρά και Νότου, εσωτερικεύει την θεμελιακή ευρωπαϊκή αντίφαση. Στο προσεχές μέλλον κινδυνεύει να μετατραπεί σε εστία των ευρωπαϊκών τεκτονικών μετασχηματισμών.

Το γαλλικό ζήτημα εντάσσεται σε ένα ιστορικό κύκλο ο οποίος καλύπτει μερικές δεκαετίες· τα δύο άλλα ζητήματα έχουν βαθύτερες ιστορικές ρίζες. Η ουκρανική κρίση επαναφέρει στο προσκήνιο το παλαιό ρωσο-ευρωπαϊκό ζήτημα. Στην μεγάλη ευρωπαϊκή πεδιάδα, όπου η Φύση δεν έχει προβλέψει καμιά ισχυρή γραμμή ανάμεσα στον ρωσικό πόλο και το πολυκεντρικό δυτικο-ευρωπαϊκό σύστημα, πού σταματά η ζώνη επιρροής της Ρωσίας; Αυτό το ερώτημα κατατρύχει την Ευρώπη από την εποχή του Μεγάλου Πέτρου. Επί των ημερών μας, προηγήθηκε η γεωργιανή κρίση το 2008· ακολούθησε η τρέχουσα ουκρανική· θα  προκύψουν, πιθανώς, και άλλες στον ενδιάμεσο χώρο από την Βαλτική ώς την Μαύρη θάλασσα, στις χώρες όπου ζουν μεγάλες ρωσόφωνες μειονότητες. Το ευρωπαϊκό τραύμα έχει αναζωπυρωθεί.

Τέλος, η άνοδος του επιθετικού ισλαμισμού, με πρόσφατη εκδήλωση το «Ισλαμικό Κράτος του Ιράκ και του Λεβάντε»,  αφορά τους Δυτικοασιάτες και Βορειοαφρικανούς κληρονόμους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Με εξαίρεση, και αυτή συζητήσιμη, την Τουρκία, το δυτικό πρότυπο του δημοκρατικού εθνικού κράτους απέτυχε να σταθεροποιηθεί και να ωριμάσει. Eπικρατεί είτε η αναρχία και η βία, με προέλευση από τις διάφορες χαοτικές φυλετικές ή θρησκευτικές ομαδοποιήσεις· είτε η καταπίεση και η βίαιη καταστολή από δικτατορικές κυβερνήσεις. Η αδέξια προσπάθεια των Ηνωμένων Πολιτειών να εισαγάγουν το δικό τους πολιτικό πρότυπο ανέτρεψε τις επισφαλείς προηγούμενες ισορροπίες. Η Ευρώπη, ως γειτονική δυτική παρουσία, βρίσκεται εκτεθειμένη σε σοβαρές απειλές για την ασφάλειά της. Ταυτοχρόνως, είναι καταδικασμένη να παρακολουθεί ανήμπορη την εξαφάνιση της χριστιανικής παρουσίας στην Ανατολή, δηλαδή να απεμπολεί ένα σημαντικό κομμάτι από τις πολιτισμικές της ρίζες.

Η ουκρανική κρίση επιδεινώνει την ευρωπαϊκή οικονομική κατάσταση, όπως διεπίστωσε και η ελληνική οικονομία. Χωρίς συνεργασία Ρωσίας και Δύσης, η επιθετικότητα των ισλαμιστών δύσκολα μπορεί να αναχαιτιστεί. Τα μέτρα εναντίον του ρωσικού επεκτατισμού δεν μπορούν να κλονίσουν την Μόσχα· εκφράζουν μάλλον την αμηχανία, παρά την δύναμη της Δύσης. Όσο, όμως, δεν βρίσκεται συμβιβασμός· όσο, εν όψει κάποιας διαπραγμάτευσης, συνεχίζεται αμοιβαίως η επίδειξη δύναμης, θα επιδεινώνονται και τα άλλα προβλήματα.

Οι επαϊοντες προβλέπουν ένα ταραγμένο χρόνο. Η Ελλάδα βρίσκεται στο σημείο συνάντησης των τριών γεωπολιτικών κύκλων. Η ελληνική οικονομική κρίση προανήγγειλε όσα πρόκειται να εκτυλιχθούν σε γαλλικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Η γεωγραφική θέση και η Ιστορία μάς συνδέουν, όσο καμιά άλλη χώρα, και με το ρωσικό και με το μεσανατολικό πρόβλημα. Στο μάτι του κυκλώνα της πολυδιάστατης γεωπολιτικής κρίσης, η Ελλάδα ενδέχεται είτε να συντριβεί είτε να αξιοποιήσει την θέση της για να αποκομίσει πολλαπλά οφέλη. Η κρίσιμη παράμετρος η οποία θα καθορίσει προς τα πού θα κλίνει η πλάστιγγα είναι η πολιτική σταθερότητα. Στην χώρα μας όλοι λίγο-πολύ αισθάνονται την παράμετρο αυτή ως προϋπόθεση για την έξοδο από την οικονομική κρίση. Οι γεωπολιτικές προοπτικές προσθέτουν ένα ακόμη επιχείρημα, ισχυρό και αδιαμφισβήτητο, εναντίον του πολιτικού τυχοδιωκτισμού.

 

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Εστία την Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2014.

Posted in Γιώργος Πρεβελάκης | Tagged , , , , , , , , , , , | Σχολιάστε

[Φατριασμός και αυταρχισμός στην ελλαδική κοινωνία]

Η συνέντευξη που ακολουθεί δόθηκε από τον Πασχάλη Μ. Κιτρομηλίδη στον δημοσιογράφο Γρηγόρη Μπέκο και δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Το Βήμα την 16/02/2014. Εδώ παραλήφθηκε από την ηλεκτρονική ιστοσελίδα του Βήματος από όπου και αναδημοσιεύεται. Ο πραγματικός τίτλος της είναι «Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης: «Έχουμε προδιάθεση στον φατριασμό και στον αυταρχισμό», με υπότιτλο «Ο καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης μιλάει για τις στρεβλώσεις της ελληνικής κοινωνίας, τον φιλελευθερισμό και τον λαϊκισμό».

Τα ερωτήματα του δημοσιογράφου καθώς και τα εισαγωγικά του σχόλια έχουν τονιστεί με μπλέ χρώμα για το ευανάγνωστο. Ακολουθεί η συνέντευξη:

Ο Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης, καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, επέστρεψε στην Αθήνα ύστερα από δύο εβδομάδες παραμονής στην Αγγλία. Το βιβλίο του «Enlightenment and Revolution: The Making of Modern Greece» (Διαφωτισμός και Επανάσταση: Η διαμόρφωση της νεότερης Ελλάδος), που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις του Χάρβαρντ, παρουσιάστηκε με επιτυχία τόσο στο King’s College του Λονδίνου όσο και στο St. Antony’s College της Οξφόρδης, στο Κέντρο Ευρωπαϊκών Σπουδών που εδρεύει εκεί.

Πρόκειται για την αγγλόφωνη αλλά ουσιαστικά ενισχυμένη έκδοση του «Νεοελληνικού Διαφωτισμού» (ΜΙΕΤ, 1996). Προσφάτως κυκλοφόρησε και το βιβλίο του «Πολιτική επιστήμη – Οι περιπέτειες μιας ιδέας» (εκδόσεις Πόλις), στο οποίο παρακολουθεί τόσο τις εννοιολογικές χρήσεις όσο και την επιστημολογική συγκρότηση του αντικειμένου από την αρχαιότητα ως σήμερα. «Σε όλη μου τη ζωή προσπάθησα να κάνω δύο πράγματα: να συμβάλλω, από τη μια, στην καθιέρωση του ελληνικού υποδείγματος ως αναγνωρίσιμου αντικειμένου της διεθνούς επιστήμης στο πεδίο των πολιτικών ιδεών και ειδικότερα των ιδεών του Διαφωτισμού και, από την άλλη, να μεταφέρω στην Ελλάδα τις ιδέες της φιλελεύθερης δημοκρατικής παράδοσης που αρχίζει με τον Λοκ και κορυφώνεται στον δέκατο ένατο αιώνα με τους Μιλ και Τοκβίλ. Εκανα ό,τι μπορούσα. Νομίζω ότι στη δεύτερη επιδίωξη μάλλον απέτυχα γιατί η κοινωνία μας δυστυχώς διαθέτει δυσανεξία προς αυτές τις ιδέες» είπε ο ίδιος στο «Βήμα» φανερά προβληματισμένος. «Με τη Μεταπολίτευση, την εδραίωση της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου, γεννήθηκε η ελπίδα ότι θα καταφέρουμε επιτέλους να γίνουμε μια κοινωνία πλουραλιστική που θα αναγνωρίζει δύο βασικά πράγματα: την ανοχή και την παραδοχή της διαφωνίας. Δεν τα έχουμε καταφέρει ακόμη. Αυτά που μας λείπουν εκφράζονται χαρακτηριστικά στον πνευματικό μας βίο, όπου επικρατεί ένας ακραίος φατριασμός, και από την προδιάθεση της κοινωνίας να ακολουθεί αυταρχισμούς» υπογράμμισε.

– Υποθέτω ότι οι αυταρχισμοί στους οποίους αναφέρεστε δεν είναι εγγενείς σε κανέναν λαό…

«Προφανώς όχι. Στα καθ’ ημάς αυτό προέκυψε από τους τρόπους με τους οποίους η κοινωνία μας ενσωμάτωσε και διέστρεψε τους θεσμούς και τις αξίες της νεωτερικότητας από τον δέκατο ένατο αιώνα. Η χώρα πράγματι κυβερνήθηκε κοινοβουλευτικά ιδίως την πεντηκονταετία της βασιλείας του Γεωργίου Α’ και με την καθιέρωση της αρχής της δεδηλωμένης άρχισε ο βαθμιαίος εκδημοκρατισμός του δημόσιου βίου. Στον εικοστό αιώνα όμως οδηγηθήκαμε σε μια αλληλουχία αυταρχισμών που εκφράστηκαν με ακραίο τρόπο κατά τον Εθνικό Διχασμό, διευρύνθηκαν από το φοβερό σχίσμα που επέφερε ο Εμφύλιος Πόλεμος, διαιωνίστηκαν από το μετεμφυλιακό κράτος και κορυφώθηκαν με την επιβολή της απριλιανής δικτατορίας. Εδραιώσαμε αναμφιβόλως τα εξωτερικά γνωρίσματα της δημοκρατικής λειτουργίας των θεσμών, όμως η κοινωνία πάσχει ακόμη από τη δυσανεξία προς τις φιλελεύθερες ιδέες που εκδηλώνεται υπό συνθήκες πίεσης. Σήμερα κανείς δεν μπορεί να παίξει με τον κοινοβουλευτισμό, γίνεται ομαλά η εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία. Κι όμως, η ελληνική πολιτική παράδοση, αυτό που άλλοι συνάδελφοί μου αποκαλούν «πολιτική κουλτούρα», έχει ορισμένες ενδιάθετες τάσεις προς τον αυταρχισμό που δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε, τάσεις που έχουν να κάνουν με την ιστορική συγκρότηση και τον χαρακτήρα της κοινωνίας μας».

– Γράφετε ότι «η ελληνική κοινωνία αδυνατεί να προσλάβει τη λογική του φιλελευθερισμού». Σε τι συνίσταται αυτή η αποτυχία;

«Είναι η αποτυχία του Διαφωτισμού στην ελληνική κοινωνία. Συνίσταται, νομίζω, στο γεγονός ότι εδώ ποτέ δεν εδραιώθηκε η διάκριση δημοσίου και ιδιωτικού όπως αυτή αποτυπώνεται στις ιδέες της φιλελεύθερης πολιτικής σκέψης. Λόγω της αποτυχίας αυτής ο ατομικισμός ως ηθικό πρόταγμα δεν γίνεται αποδεκτός. Όμως στους κόλπους μιας ευνομούμενης ελεύθερης κοινωνίας αυτό είναι αυτονόητο, νοουμένου ότι υπάρχουν και πράγματα που δεν επιτρέπονται εφόσον αποβαίνουν εις βάρος των άλλων. Απεναντίας επικράτησαν ως ηθικά νόμιμες μόνο συλλογικές αξίες που υποκρύπτουν τελικώς μιαν αβυσσαλέα υποκρισία. Όλα είναι εκάστοτε ηθικώς αποδεκτά εν ονόματι του έθνους ή του λαού. Όχι, κύριοι! Υπάρχει και ο ατομικός χώρος, ο χώρος των ελευθεριών, ο οποίος πρέπει να εναρμονίζεται με το δημόσιο συμφέρον αλλά να μην εξοντώνεται με την επίκληση του έθνους ή του λαού. Διότι αυτό που οραματίστηκαν οι επαναστατημένοι ‘Eλληνες, πράγμα που προκύπτει από τα συγκλονιστικά συνταγματικά και άλλα κείμενα που κατέλιπαν και που αξίζει να θυμόμαστε πάντα, ήταν ένα ελεύθερο έθνος με ελεύθερους ανθρώπους ως άτομα-φορείς δικαιωμάτων. Όταν άρχισε ωστόσο η ιστορία της ελεύθερης Ελλάδος, άρχισαν και τα προβλήματα με τη σταδιακή απεμπόληση αυτών των διαφωτιστικών προταγμάτων. Ήταν εκείνη η μεταβατική εποχή κατά την οποία η ελληνική κοινωνία προσπάθησε να γίνει μοντέρνο κράτος εσωτερικεύοντας τις ελευθερίες της νεωτερικότητας. Αυτό δεν πήγε καλά. Στην πορεία του χρόνου όμως δημιουργήσαμε παιδεία σημαντική και καλλιεργήσαμε τη γλώσσα μας, επιτεύγματα πάρα πολύ ουσιαστικά. Η παιδεία μας ωστόσο απειλείται σήμερα από την κρίση και τις αλλεπάλληλες μεταρρυθμίσεις, και αυτό με ανησυχεί πολύ».

 – Στη Μεταπολίτευση συγκεκριμένα γιατί χάθηκε η ευκαιρία;

«Η χούντα διέσυρε τις εθνικές αξίες που σφυρηλάτησε ο ελληνικός λαός με τους αγώνες του για ελευθερία. Έκανε ό,τι κάνουν όλοι οι αυταρχισμοί, οχυρώθηκε πίσω από αυτές για να επιβάλει βίαιους καταναγκασμούς στην κοινωνία. Αυτό οδήγησε σε πλήρη αναξιοπιστία τις αξίες εν ονόματι των οποίων ησκείτο η βία επί της κοινωνίας. Εκανε όμως και κάτι άλλο: τις γελοιοποίησε. Δημιουργήθηκε έτσι ένα σοβαρό ιδεολογικό κενό. Αυτό θα μπορούσε να καλυφθεί με την καλλιέργεια ενός ευρωπαϊκού τύπου φιλελευθερισμού που θα έκανε κοινό κτήμα της ελληνικής κοινωνίας τις ιδέες του Γιώργου Θεοτοκά ας πούμε, του πλέον σημαντικού φιλελεύθερου πολιτικού στοχαστή στην Ελλάδα του εικοστού αιώνα. Το αίτημα αυτό δεν εδραιώθηκε στην κοινωνία. Αντ’ αυτού εδραιώθηκε ο λαϊκισμός, από το 1981 και μετά, που έπεισε τον λαό ότι όλα επιτρέπονται επειδή ακριβώς όλα εκπηγάζουν από αυτόν. Από εκεί ξεκίνησε η νέα ιδεολογική εκτροπή που εγκατέστησε έναν νέο αυταρχισμό με άλλη ρητορική. Αυτό συνέβη κατά τη γνώμη μου. Λυπούμαι γιατί η χώρα από το 1974 και εξής είχε πολλές ελπίδες και πάρα πολλές ευκαιρίες ανάπτυξης και προόδου. Σαράντα χρόνια μετά βρισκόμαστε σε κρίση και οι προοπτικές της νεολαίας, που διδάσκουμε στα πανεπιστήμια, ζοφερές».

– Η αποτυχία του φιλελευθερισμού πού φαίνεται εναργέστερα σήμερα;

«Να είμαστε ακριβείς με τις έννοιες και τους όρους που χρησιμοποιούμε. Σε αυτή την κοινωνία επικρατεί μια διάχυτη εχθρότητα προς τον λεγόμενο «νεοφιλελευθερισμό», στον οποίο καταλογίζονται όλα τα δεινά. Είναι, νομίζω, ένας συγκεκαλυμμένος τρόπος για να βάλλεται η ίδια η ιδέα της ελευθερίας. Ο φιλελευθερισμός είναι μια ενιαία κοινωνική και πολιτική θεωρία που περιλαμβάνει τις ατομικές ελευθερίες, την ελευθερία των θεσμών, το κράτος δικαίου δηλαδή, την πνευματική ελευθερία και την ελευθερία της οικονομίας. Δεν μπορείς να διαχωρίζεις τα μεν από τα δε. Προσωπικώς δεν είμαι υπέρ της απόλυτης και ανεξέλεγκτης ελευθερίας της αγοράς, πρέπει το κράτος να παρεμβαίνει και να ρυθμίζει. Η απεμπόληση αυτού του έργου υπήρξε ολέθρια, το κατάλαβαν καλά στην Αμερική, το καταλαβαίνουν πλέον και στην Ευρώπη. Δυστυχώς όμως ισχύει και κάτι άλλο: οι θιασώτες της ελευθερίας της αγοράς δεν καταλαβαίνουν τον φιλελευθερισμό. Ο φιλελευθερισμός είναι και άλλα πράγματα πέραν της ελευθερίας της αγοράς, είναι κυρίως η εξασφάλιση της ακεραιότητας του ατόμου ως φορέα δικαιωμάτων αλλά και υποχρεώσεων. Όλα αυτά πάνε μαζί, δεν μπορούμε να τα διαχωρίζουμε. Η πολεμική κατά του λεγομένου «νεοφιλελευθερισμού» αποπροσανατολίζει επομένως την κοινωνία και τη διδάσκει να μισεί την ελευθερία».

 

Posted in Πασχάλης Κιτρομηλίδης | Tagged , , , , , , , , , , , , , , , , , , , | 3 Σχόλια

Νύξεις για μιὰ κριτική του ριζοσπαστισμού (Burke και Eliot).

Στην ανάρτηση που ακολουθεί παρατίθενται δύο αποσπάσματα από δύο συγγραφείς που θεράπευσαν μία κοινή παράδοση σκέψης. Το πρώτο είναι του Εδμόνδου Μπέρκ (Edmund Burke) από το έργο  του Στοχασμοί για την Επανάσταση στη Γαλλία (μεταφρ. Χ. Γρηγορίου, εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 2010) και το δεύτερο προέρχεται από το κείμενο του Θωμά Έλιοτ (T. S. Eliot) Σημειώσεις για τον ορισμό της Κουλτούρας (μεταφρ. Νανά Ησαΐα, εκδ. Πλέθρον, Αθήνα 1980).

Και τα δύο κινούνται στην προοπτική υπονόμευσης των ριζοσπαστικών τάσεων που αξιώνουν πάσης φύσεως ριζικές αλλαγές, κι ενώ ο πρώτος επικεντρώνεται στον χώρο της πολιτικής, ο δεύτερος αναφέρεται στον χώρο της κουλτούρας.

Αν ο Burke (1729-1797) έχει ενώπιόν του τους Γάλλους επαναστάτες και τους ομοϊδεάτες τους στην Αγγλία, ο Έλιοτ (1888-1965) στην σχετικά εκτεταμένη εισαγωγή του ασκεί κριτική στον διαπρεπή, της εποχής εκείνης, μαρξιστή καθηγητή και διανοούμενο Χάρολντ Λάσκι (Harold Laski, 1893-1950). Ήδη στο απόσπασμα διαβλέπει κανείς την κριτική στον κεντρικό σχεδιασμό, που μπορεί να φθάσει στα όρια του ολοκληρωτισμού, τον τονισμό των αθέλητων συνέπειων του πράττειν, καθώς και την κριτική στην ριζοσπαστική λογική.

Τα παραπάνω δεν σημειώνονται με την πρόθεση να περιοριστούν οι σύντομες αυτές σκέψεις των στοχαστών στα ιστορικά τους συμφραζόμενα. Αντιθέτως η ανάρτηση γίνεται για την αξία που έχουν ίσαμε σήμερα. Δια των λόγων τους, και ασχέτως της προοπτικής υπό την οποία εργάζονται, τίθεται με οξύτητα το πρόβλημα των σχέσεων κράτους και κοινωνίας. Μεγάλης σημασίας για τα καθ’ημάς θα ήταν να ιδωθούν τα παραπάνω σε συνάφεια με προβλήματα όπως ο ρόλος της διοίκησης και η σχέση της με την πολιτική, η κοινωνική λειτουργία της περίφημης, για την οποία συχνά καυχάται, «υπερπολιτικοποίησης» του Έλληνος κ.α.

Ακολουθούν τα αποσπάσματα· το πρώτο είναι του Burke και το δεύτερο του Eliot. Οι αριθμοί στα εισαγωγικά αντιστοιχούν στις σελίδες της έντυπης έκδοσης.

[207] Υπάρχει και κάτι άλλο πέρα από τη μοναδική εναλλακτική ανάμεσα στην απόλυτη καταστροφή, από τη μια, και τη συντήρηση χωρίς καμιά μεταρρύθμιση από την άλλη. Spartam nactus est; Hanc exorna [σ.τ.μ. Σπάρτην ἔλαγχες· κείνην κόσμει]. Αυτός είναι ένας εξαιρετικά συνετός κανόνας και δεν πρέπει να διαφεύγει την προσοχή ενός έντιμου μεταρρυθμιστή. Δεν μπορώ να συλλάβω πως οποιοσδήποτε άνθρωπος είναι δυνατόν να φθάσει σε τέτοιο βαθμό έπαρσης, ώστε να θεωρεί ότι η χώρα του δεν είναι τίποτα παραπάνω από μία carte blanche, ένα λευκό χαρτί, πάνω στο οποίο μπορεί να μουντζουρώσει ό,τι ευαρεστηθεί. Ένας καλοπροαίρετος θεωρητικός μπορεί να φλέγεται από την επιθυμία η κοινωνία του να είναι φτιαγμένη διαφορετικά απ’ ό,τι είναι, μολαταύτα, ένας καλός πατριώτης και ένας πραγματικός πολιτικός εξετάζει πάντα πως θα αξιοποιήσει με τον καλύτερο τρόπο τα υπάρχοντα υλικά της χώρας του.


[21] Γιατί εάν πρόκειται να προκύψουν ορισμένα σαφή συμπεράσματα από αυτή τη μελέτη, ένα από αυτά σίγουρα θα είναι ότι η κουλτούρα είναι ακριβώς αυτό το πράγμα στο οποίο κανείς δεν μπορεί να σκοπεύσει εσκεμμένα. Είναι το προϊόν ενός αριθμού λιγότερο ή περισσότερο εναρμονισμένων δραστηριοτήτων, από τις οποίες η κάθε μία έχει το δικό της σκοπό: ο καλλιτέχνης πρέπει να συγκεντρωθεί στο πίνακά του, ο ποιητής στην γραφομηχανή του, ο δημόσιος υπάλληλος στη δίκαιη επίλυση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει καθημερινά στη δουλειά του, ο καθένας ανάλογα με την κατάσταση μέσα στην οποία βρίσκεται. Έστω κι αν ακόμη αυτές οι προϋποθέσεις που με απα- [22] σχολούν είναι δυνατόν να δημιουργήσουν στον αναγνώστη την εντύπωση ευκταίων κοινωνικών σκοπών, ακόμη και τότε δεν θα πρέπει να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αυτοί σκοποί μπορεί να πραγματοποιηθούν αποκλειστικά και μόνο με την προμελετημένη κοινωνική οργάνωση. Μία κοινωνική τάξη που θα είχε προσχεδιασθεί από μία απόλυτη εξουσία θα ήταν κάτι το τεχνητό και το αβάστακτο· μία αποκέντρωση που θα την κατηύθυνε μιὰ κεντρική διοίκηση θα αποτελούσε αντίφαση· μιὰ εκκλησιαστική ενότητα δεν θα είχε νόημα να επιβληθεί με την ελπίδα ότι θα κατέληγε σε μία ενιαία πίστη, και μια θρησκευτική διαφοροποίηση που θα είχε καλλιεργηθεί ως αυτοσκοπός θα ήταν κάτι το γελοίο. Το μόνο συμπέρασμα στο οποίο μπορούμε να καταλήξουμε είναι ότι αυτές οι προϋποθέσεις της κουλτούρας είναι «φυσικές» στον άνθρωπο· και ότι αν και είναι λίγα τα πράγματα που μπορούμε να κάνουμε για να τις ενθαρρύνουμε, ωστόσο, μπορούμε να καταπολεμήσουμε τις λανθασμένες αντιλήψεις και τις προκαταλήψεις που τις εμποδίζουν να υπάρξουν. Ως προς τα υπόλοιπα, θα έπρεπε να επιδιώκουμε την καλυτέρευση της κοινωνίας, όπως επιδιώκουμε τη δική μας προσωπική καλυτέρευση, στις σχετικά μικρές λεπτομέρειες. Όπως δεν μπορούμε να πούμε: «θα γίνω ένας άλλος άνθρωπος» και μπορούμε μόνο να πούμε: «θα κόψω αυτή την κακή συνήθεια και θα προσπαθήσω να αποκτήσω μιαν άλλη καλύτερη», έτσι και για την κοινωνία μπορούμε να πούμε μόνο: «θα προσπαθήσουμε να την καλυτερέψουμε από αυτήν την άποψη ή την άλλη, όπου παρουσιάζει φανερές ελλείψεις ή υπερβολές· συγχρόνως θα πρέπει να κάνουμε μια προσπάθεια να διευρύνουμε το πεδίο της όρασής μας όσο γίνεται περισσότερο, έτσι ώστε να μπορέσουμε να αποφύγουμε, κατά τη διόρθωση κάποιου λάθους, την καταστροφή κάποιου σωστού». Ακόμη και αυτό σημαίνει μια φιλοδοξία που υπερβαίνει τις δυνατότητές μας: γιατί είναι ακριβώς εξαιτίας εκείνων των ενεργειών μας που πραγματοποιούνται τμηματικά χωρίς τη σωστή πρόβλεψη ή κατανόηση των συνεπειών τους, που η κουλτούρα μιας εποχής διαφέρει από αυτή της προηγούμενης.

Posted in Edmund Burke, T. S. Eliot | Tagged , , , , , , , , | Σχολιάστε