Ανατομία μιας επίθεσης

Του Στάθη Καλύβα

Πρέπει να ομολογήσω πως δεν ξαφνιάστηκα όταν έμαθα την Τρίτη το βράδυ πως ο Νίκος Μαραντζίδης είχε δεχτεί επίθεση από ομάδα αριστεριστών. Για να είμαι ειλικρινής, αναρωτήθηκα πώς και την είχε γλιτώσει τόσον καιρό. Γιατί η επίθεση αυτή δεν είναι παρά η κορυφή του παγόβουνου, ο ορατός κρίκος μιας μεγαλύτερης αλυσίδας, την οποία γνωρίζω από πρώτο χέρι: με τον Νίκο μας συνδέει στενή φιλία και μακρόχρονη συνεργασία. ‘Oπως είναι γνωστό, εδώ και μια δεκαπενταετία, η έρευνά μας σχετικά με τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο μας έχει βάλει στο στόχαστρο της αριστεράς. Και εγώ μεν ζω και εργάζομαι στο εξωτερικό, ο Νίκος όμως είναι κυριολεκτικά μέσα στο στόμα του λύκου, όπως άλλωστε φάνηκε με πανηγυρικό, θα τολμούσα να πω, τρόπο.

Η έρευνά μας ενόχλησε πολύ γιατί εκτός των άλλων, γκρέμισε μια σειρά μύθων, μεταξύ των οποίων και αυτούς στους οποίους στηρίχτηκε η ιδεολογική ηγεμονία της μεταπολιτευτικής Αριστεράς. Δείξαμε με πληθώρα στοιχείων, πως η Αριστερά της δεκαετίας του ’40 δεν ήταν η άμωμη, άσπιλη, ηθική και καλοπροαίρετη δύναμη που η ίδια ισχυρίζεται για τον εαυτό της. Αντίθετα σκόρπισε απλόχερα στο διάβα της βία και αυθαιρεσία, χύνοντας το αίμα δεκάδων χιλιάδων αθώων με σκοπό την επίτευξη μιας απόλυτης κυριαρχίας. Προφανώς αυθαιρεσίες διέπραξε και η αντίπαλη πλευρά, όμως αντίθετα από την Αριστερά, αυτή ούτε τις αρνείται (έκανε φιλότιμες συμφιλίωσης και συγγνώμης) και το κυριότερο, ούτε έκανε σημαία της την εμφυλιοπολεμική της ταυτότητα (την τελευταία φορά αυτό έγινε από τη Χούντα). Σήμερα, το ιερατείο της μίας, ορθής και μοναδικής ιστορικής αλήθειας του εμφυλίου κατοικοεδρεύει στην Αριστερά.

Γνωρίζω πως η απομυθοποίηση του παρελθόντος δεν είναι ούτε εύκολη ούτε ευχάριστη υπόθεση. Οι ώριμες κοινωνίες, όμως, την αντιμετωπίζουν με ψυχραιμία, επιζητώντας την αυτογνωσία. Και είμαι πεισμένος πως και η κοινωνία μας το ίδιο επιδιώκει, όπως προσωπικά έχω διαπιστώσει μέσα από χρόνια έρευνας και εκατοντάδες ατομικές συζητήσεις. Την απομάγευση αρνείται μόνο μια μερίδα αμετανόητων φανατικών: ορισμένοι ακροδεξιοί (που βρήκαν πρόσφατα στέγη στη Χ.Α.) και, δυστυχώς, μπόλικοι αριστεροί.

Όταν πριν από κάμποσα χρόνια ο Νίκος και εγώ δημοσιεύσαμε τα πρώτα μας ερευνητικά πορίσματα, τα βέλη προήλθαν από τη «λόγια Αριστερά». Στην αρχή η κριτική ήταν επιστημονικοφανής, γρήγορα όμως έγινε ωμή και χυδαία, αμφισβητώντας όχι μόνο τα πορίσματά μας, αλλά την ίδια μας την υπόσταση και τις προθέσεις μας. Μας αποκάλεσαν «αναθεωρητές», έννοια που παραπέμπει στους αρνητές του Εβραϊκού Ολοκαυτώματος. Η βιαιότητα των αντιδράσεων υπήρξε πρωτοφανής και τα ελατήρια ξεπερνούσαν την ιδεολογία. Είναι γνωστό πως ο φθόνος πάντοτε αποζητά μανδύα για να καλυφθεί και η παρέμβασή μας έδωσε αφορμή σε μια κλίκα γερασμένων πανεπιστημιακών με περιορισμένο έργο και μηδενική διεθνή αναγνώριση να βρουν στο πρόσωπό μας το εύκολο άλλοθι που αναζητούσαν για την επαγγελματική τους ανεπάρκεια. Οι επιθέσεις εναντίον μας υπήρξαν επίσης βήμα επαγγελματικής ανέλιξης για τους ατάλαντους μαθητές τους που ονειρεύονταν την αργομισθία ενός περιφερειακού πανεπιστημίου. Αυτός είναι λοιπόν ο πρώτος κρίκος της αλυσίδας.

Ο δεύτερος κρίκος είναι κάποιοι ημιμαθείς και προπετείς «δημοσιογράφοι», ταγοί της φωνακλάδικης αριστεροφροσύνης, κήρυκες του πιο ακραίου λαϊκισμού, πάντοτε βέβαια με το αζημίωτο της προσωπικής τους πολιτικής ανέλιξης. Αυτοί μας είπαν «απολογητές των Γερμανοτσολιάδων» και «υμνητές του Χίτλερ», σερβίροντας γενναίες δόσεις μισαλλοδοξίας σε ένα κοινό περιορισμένης ιστορικής παιδείας αλλά έντονων συναισθηματικών αντανακλαστικών. Από κει και πέρα ανέλαβε ο τρίτος κρίκος, οι ανώνυμοι τραμπούκοι του Διαδικτύου, που χρησιμοποιώντας τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, επιδίδονται σε μπαράζ συκοφαντιών, ύβρεων, ακόμη και προσωπικών απειλών.

Ετσι φθάνουμε στον τέταρτο κρίκο, το χαμηλότερο σκαλί στην ιεραρχία του σαθρού αυτού συστήματος, τους θρασύδειλους μπράβους, φυσικούς αυτουργούς της επίθεσης. Ευελπιστώ πως η αλυσίδα σταματά εδώ, γιατί δυστυχώς η χώρα μας διαθέτει μικρή μεν αλλά ικανή δεξαμενή επίδοξων, νυν και πρώην κουμπουροφόρων της «επαναστατικής Αριστεράς»: από τους κατά συρροή εμπρηστές της Αθήνας και τους δολοφόνους της Μαρφίν (που, υπενθυμίζω, κυκλοφορούν ελεύθεροι και ανενόχλητοι σε πείσμα κάθε έννοιας δικαίου) ώς τους δολοφόνους της «17 Νοέμβρη» (που πλέον διοργανώνουν ανοιχτές εκδηλώσεις μέσα στο πανεπιστήμιο) και τους διάδοχους τους του «Επαναστατικού Αγώνα», των «Πυρήνων» ή της «Σέχτας», φθάνοντας μέχρι και το σκοτεινό πεδίο όσμωσης πληρωμένων αντιεξουσιαστών δολοφόνων και κάθε είδους ποινικών.

Εδώ πρέπει να σημειώσω πως όλα αυτά κρύβουν μιαν υπέρτατη ειρωνεία για μας ως ακαδημαϊκούς ερευνητές: βλέπουμε να αναβιώνει, με μορφή καρικατούρας βέβαια, ένα από τα αντικείμενα της ιστορικής μας έρευνας. Ξεδιπλώνεται μπροστά μας η κλασική μεθοδολογία της εμφυλιακής αριστερής βίας που ξεκινούσε από την προσωπική σπίλωση, πήγαινε στην οργανωμένη εκστρατεία συκοφάντησης και κατέληγε στη δολοφονία, την οποία ακολουθούσε ακόμη περισσότερη συκοφάντηση. Όσο για τις επιθέσεις: όπως και στο παρελθόν, η απάντηση είναι περισσότερη επιστημονική έρευνα. Όπως δείχνει η ιστορία, όταν προχωρά η έρευνα, στο τέλος εξαφανίζονται και οι κραυγές των ιερατείων και οι γροθιές των μπράβων.

* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Καθημερινή την 6η Ιουλίου 2014.

Advertisements
Posted in Στάθης Καλύβας | Tagged , , , , , , , , , | Σχολιάστε

«Ποιοί είμαστε;»

Του Γιώργου-Στυλιανού  Πρεβελάκη

Ως το 2009 μια οιωνεί λογοκρισία εμπόδιζε συστηματικά την όποια συζήτηση για την οικονομική κατάσταση, την πορεία και τις προοπτικές της χώρας. Όποιος ανεδείκνυε τα αδιέξοδα, όποιος υπεδείκνυε τις αναγκαίες τομές επέσυρε την γενική κατακραυγή ως κινδυνολόγος, νεοφιλελεύθερος, εχθρός του λαού. Κάποιοι εξοστρακίστηκαν από τον πολιτικό και πνευματικό βίο· άλλοι αντιμετώπισαν απειλές, ενίοτε και ωμή βία. Έτσι, απροετοίμαστοι πνευματικά, όταν επήλθε η κρίση δεν είχαμε άλλη επιλογή από τις έξωθεν λύσεις, αμετουσίωτες.

Μοιάζει να έχουν αποτραπεί τα χειρότερα, αν και δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι η επιλεγείσα στρατηγική είναι προσαρμοσμένη στις ειδικές ελληνικές συνθήκες. Εν πάση περιπτώσει, στηριχθήκαμε σε ένα σταθερό γεωπολιτικό πλαίσιο. Αποσχιστικές τάσεις και έξωθεν απειλές δεν εμφανίστηκαν, οι συμμαχίες με την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες λειτούργησαν, οι ανταγωνιστικές μεγάλες δυνάμεις δεν άσκησαν καθοριστική επίδραση.

Οι προηγούμενες γενεές δεν είχαν μια τέτοια πολυτέλεια. Παράλληλα με τις οικονομικές κρίσεις, έπρεπε να αντιμετωπίσουν και το ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον το οποίο οδήγησε στους δύο παγκοσμίους πολέμους· έπρεπε να προασπίσουν την εδαφική ακεραιότητα της χώρας, η οποία απειλήθηκε έσωθεν και έξωθεν. Οι προκλήσεις αυτές εξηγούν τον πλούτο των προπολεμικών προβληματισμών γύρω από την εθνική ταυτότητα, καθώς και την επιστημονική, λογοτεχνική και καλλιτεχνική παραγωγική έμπνευση. Η γενεά του Μεσοπολέμου αναδύθηκε και δημιούργησε μέσα σε ένα περιβάλλον με έντονη γεωπολιτική δραστηριότητα.

Όπως μέχρι πρό τινος κυριαρχούσε η ψευδαίσθηση της οικονομικής ασφάλειας, έτσι και σήμερα θεωρούμε ότι οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι απειλούν «τους άλλους». Ζητήματα όπως η επιβίωση του ευρωπαϊκού σχεδίου, η αποσύνθεση του πολιτικού σκηνικού της Μέσης Ανατολής και οι αυξανόμενες φιλοδοξίες της Ρωσίας στην περιοχή μας αντιμετωπίζονται επιφανειακά, σε ένα συνεχές δημοσιογραφικό zapping. Πίσω από την ανεύθυνη ελαφρότητα κρύβεται ο ίδιος πνευματικός συντηρητισμός ο οποίος παρεκώλυσε την συζήτηση για την δύσμορφη και παρασιτική οικονομική ανάπτυξη κατά την περασμένη τριακονταετία.

Ο προβληματισμός για τα γεωπολιτικά ζητήματα έχει πάντα αφετηρία το ερώτημα-τίτλο του τελευταίου βιβλίου του Samuel Huntington : «Ποιοί είμαστε;». Η απάντηση, διαφορετική ανά εποχή και συγκυρία, επιτρέπει την συγκρότηση ενός πολιτικού υποκειμένου το οποίο τοποθετείται έναντι των γεωπολιτικών διακυβευμάτων. Το χαοτικό γεωπολιτικό περιβάλλον αποκτά νόημα και δομή, μόνον όταν η απάντηση στο ερώτημα αυτό καταστεί σαφής, ορθή και λειτουργική. Πρόκειται για ένα ιδιαιτέρως κρίσιμο ζήτημα που αφορά την επιβίωση και την πρόοδο ενός κοινωνικού συνόλου το οποίο μπορεί να συγκροτείται σε διάφορες κλίμακες: τοπική,  περιφερειακή,  εθνική,  υπερεθνική.

Η συζήτηση αυτή έχει προ πολλού ακινητοποιηθεί στην Ελλάδα. Ο δεξιός οπισθοδρομισμός αρνείται τον εξελικτικό χαρακτήρα της ταυτότητας και ασκεί λογοκριτική τρομοκρατία σε όποια προσπάθεια ανανέωσης· ο αριστερός κατεδαφισμός, εξίσου βίαιος, αρνείται την εποικοδομητική λειτουργικότητα των παραδοσιακών συμβόλων και θεσμών. Ανάμεσα στην Σκύλλα και την Χάρυβδη, η επιστράτευση της δημιουργικής φαντασίας ακυρώνεται, πριν οδηγήσει σε συγκροτημένες εναλλακτικές προτάσεις. Η ακινησία δεν ενοχλεί όσο το γεωπολιτικό πλαίσιο είναι σταθερό- όπως συνέβη στα καθ’ημάς από το τέλος του Εμφυλίου ώς σήμερα. Όμως, η παρένθεση αυτή ενδέχεται να κλείσει σύντομα. Εφ’όσον επαναπροκύψουν τα προβλήματα τα οποία συγκλόνισαν τις προηγούμενες γενεές, θα αποκαλυφθεί το πνευματικό κενό.

Αντίθετα με την οικονομική κρίση, έξωθεν έτοιμες λύσεις δεν θα διατίθενται. Θα πρέπει, τότε, να απαντηθεί επειγόντως και εκ των ενόντων το καίριο ερώτημα «ποιοί είμαστε;»· όχι πλέον στο πλαίσιο του εθνικιστικού 19ου ή του ιδεολογικού 20ου, αλλά του πολιτισμικού 21ου αιώνα. Η απάντηση θα επανακαθορίσει τις σχέσεις με τους γείτονές μας και με τις εμπλεκόμενες στην περιοχή μας μεγάλες δυνάμεις, θα επαναπροσδιορίσει τους δεσμούς και τις ισορροπίες ανάμεσα στο ελληνικό Κράτος, το κυπριακό Κράτος και την Διασπορά, θα αναθεωρήσει τις ιεραρχήσεις ανάμεσα στο αθηναϊκό κέντρο και τις περιφερειακές ή τοπικές οντότητες. Τροφοδοτούμενη από τον ιστορικό χρόνο, τις συνέχειες, και από τις γεωγραφικές εμπειρίες, τα τοπία, θα πρέπει να νοηματοδοτήσει και να ανανεώσει την τρωθείσα εθνική υπερηφάνεια, σύμφωνα με τις νέες κυρίαρχες οικουμενικές αξίες και συνθήκες.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Εστία την 17η Ιουνίου 2014.

Posted in Γιώργος Πρεβελάκης | Tagged , , , , , , , , , , , , | 4 Σχόλια

Επαναστατικές σκιαμαχίες

Ο Κώστας Ιορδανίδης είναι ένας σπάνιος, αν όχι μοναδικός, αρθρογράφος του καθημερινού μας τύπου. Γράφει έχοντας την αυτοκατανόηση του συντηρητικού δεξιού, τηρώντας και εκφράζοντας συνάμα γνώμονες της συντηρητικής σκέψης σε συγκεκριμένα καθ’ ύλην ζητήματα. Μας δίδει πάντοτε νύξεις γύρω από τις ελλαδικές ελίτ, ενώ η λέξη «εξουσία» στα γραπτά του δεν έχει τίποτε από τις αρνητικές φορτίσεις της, ολοένα χειραφετούμενης, μαζικοδημοκρατικής εποχής μας. Λεπτολόγος, περιγραφικός, δίχως να αποστασιοποιείται, είρων είναι ένας από τους καλύτερους αρθρογράφους μας.

Μία ένσταση γύρω από μία κρίση στο παρακάτω άρθρο του. Γράφει: «Φιλελευθερισμός και εθνοκεντρική δεξιά είναι έννοιες ασύμβατες». Ιστορικά η ιδέα του πολιτικού φιλελευθερισμού συμπορεύεται με την εμβάθυνση στην εθνική ιδέα. Αν εννοεί τον οικονομικό φιλελευθερισμό, πιθανά ερωτήματα που τίθενται, από τη σκοπιά της εθνοκεντρικής δεξιάς, είναι από ποια συλλογικά υποκείμενα, μέχρι ποιο βαθμό αυτός ασκείται και ποια η λειτουργία του για ένα έκαστο Έθνος.

Με τα παραπάνω δεν εννοείται ότι η συμπόρευση μεταξύ Έθνους και Φιλελευθερισμού είναι δίχως εντάσεις. Αντιθέτως μία σκέψη που θα αξίωνε να τεθεί στην υπηρεσία των δύο μεγεθών πρέπει να εστιάσει στις μεταξύ τους εντάσεις.

Μία σύντομη νύξη εδώ· στην εποχή που διανύουμε θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως βάση διαλόγου στους κόλπους της ελλαδικής Δεξιάς ένα πολύ σημαντικό βιβλίο – σημαντικό και ως προς το ζήτημα που θίγεται εδώ. Το βιβλίο ενός συγγραφέα που αυτοκατανοείται ως κεντροαριστερός· του Αρίστου Δοξιάδη, Το αόρατο ρήγμα. Θεσμοί και συμπεριφορές στην ελληνική οικονομία, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2013.

[Μία παρατήρηση μεταγενέστερη του χρόνου της ανάρτησης· ξαναδιαβάζοντας το κείμενο του Ιορδανίδη καταλαβαίνω ότι με τον όρο «άκρα δεξιά» εννοεί την «εθνοκεντρική δεξιά». Σφάλμα μου ως προς τους τεθέντες από τον συγγραφέα όρους. Όμως, σε άλλο πλαίσιο από αυτό του συγγραφέα, εξαρτάται από τον όρο που προσδίδει κανείς στον όρο «εθνοκεντρική». Από τη σύντομη παρατήρηση μου είναι πρόδηλο ότι δεν τον επιφυλάσσω για την «άκρα δεξιά», αλλά γι’ αυτό που ο συγγραφέας αποκαλεί «κεντροδεξιά», και που θα μπορούσε να αποκληθεί απλώς «δεξιά»]. 

Ακολουθεί το άρθρο:

του Κώστα Ιορδανίδη

Επαναστατική διέγερση σαρώνει την Ελλάδα, εν όψει των εκλογών του προσεχούς Μαΐου. Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ κ. Αλέξης Τσίπρας ως επικεφαλής της ευρωπαϊκής αριστεράς εκήρυξε τον πόλεμο –σε επίπεδο φοιτητικού αμφιθεάτρου μάλλον– εναντίον της Γερμανίδος καγκελαρίου κ. Αγκελα Μέρκελ και της ελληνικής «ολιγαρχίας» στο τοπικό επίπεδο.

Στόχος του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως είναι η συσπείρωση της Αριστεράς προς την οποία πλέον κυρίως απευθύνεται, διότι αντελήφθη προφανώς ότι η όποια διεισδυτικότητα του κόμματός του προς τα υπολείμματα του ΠΑΣΟΚ και προς τη Ν.Δ. έχει ολοκληρωθεί.

Επιδιώκει εν ολίγοις τη δημιουργία «μαζικού κινήματος», με στόχο τη μερική ανατροπή της τοπικής και ευρωπαϊκής καθεστηκυίας τάξεως. Παρόμοιες εμπειρίες εβίωσε η Ελλάς κατά το παρελθόν ― βίαιες στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου και ηπιότερες συγκριτικώς κατά την πρώτη επταετία του ΠΑΣΟΚ, υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου. Υπήρχε η αντίληψη ότι όλα αυτά ανήκαν οριστικά στο παρελθόν, αλλά η εκτίμηση αυτή αναιρείται καθημερινώς.

Η επανάσταση του προέδρου της Ν.Δ. και πρωθυπουργού κ. Αντώνη Σαμαρά έχει ως στόχο να μεταβάλει άρδην τη φυσιογνωμία της Ελλάδος. Κατευθύνεται εκ των άνω, από την ευρωπαϊκή ιθύνουσα τάξη και την ελλαδική της αντανάκλαση, με όλα τα βαλκανικά στοιχεία που τη χαρακτηρίζουν.

Έχει η επανάσταση αυτή περιεχόμενο ακραία φιλελεύθερο, αλλά προωθείται με τρόπο ιδιόρρυθμο, όπως συνήθως συμβαίνει παρ’ ημίν, αφού από τη σάρωση του οικονομικού συστήματος επιχειρείται να διασωθεί η ανωτάτη έκφανσή του. Τα υπόλοιπα επαφίενται στο δημιουργικό δαιμόνιο του Ελληνα.

Και οι δύο επαναστατικές, ούτως ειπείν, ροπές επιχειρούν να διαχειρισθούν τις προσδοκίες και τους φόβους του εκλογικού σώματος. Εξ ου και η αποδιοργάνωση και ο ανορθολογισμός που φαίνεται να κυριαρχούν μεταξύ των πολιτών. Από την άποψη αυτή το θέμα δεν είναι ποιο από τα δύο κόμματα θα εξασφαλίσει την πλειοψηφία –ούτως ή άλλως δεν πρόκειται περί εθνικών εκλογών– αλλά με ποιο τρόπο θα επανακτήσει η κοινωνία τη διασαλευθείσα ισορροπία της.

Προοπτική αναγεννήσεως της Αριστεράς δεν υφίσταται. Παραμένει προσηλωμένη σε μία μαρξιστική θεώρηση των πραγμάτων, παρά το γεγονός ότι η τέταρτη τάξη, που θα υποκαθιστούσε υποτίθεται την αστική, έπαυσε να είναι ο δυναμικός παράγοντας αμφισβητήσεως στις κοινωνίες της Ευρώπης. Το προλεταριάτο βρίσκεται πλέον στην Απω Ανατολή, στην Κίνα, στις Ινδίες, στη Νότια Κορέα και αλλού. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι η Μεγάλη Βρετανία, η χώρα στην οποία έκανε την εμφάνισή της η βιομηχανική επανάσταση, έχει επί της ουσίας αποβιομηχανοποιηθεί.

Η συντηρητική παράταξη έχει απολύτως φιλελευθεροποιηθεί εκ των πραγμάτων, και η προβολή των παραδοσιακών της αξιών γίνεται με τρόπο πρωτόγονο, στρεβλό και αφελή από τα κόμματα της άκρας δεξιάς. Φιλελευθερισμός και εθνοκεντρική δεξιά είναι έννοιες ασύμβατες. Η δίωξη της Χρυσής Αυγής θα οδηγήσει πιθανόν σε μετεξέλιξή της, ως κόμμα εξόχως ευρωσκεπτικιστικό, δίχως αναφορές στα πρότυπα του Γ΄ Ράιχ. Αυτό συνέβη στην Αυστρία, στη Γαλλία και αλλού.

Εάν η παραδοσιακή κεντροδεξιά δεν αναγεννηθεί –εγχείρημα ούτως ή άλλως δυσχερέστατο– δεν θα έχει λόγο υπάρξεως στο μέλλον. Τακτικισμοί, επαναστατικές φρασεολογίες σε κόμματα εξουσίας δεν είναι δυνατόν να δώσουν λύσεις στα ουσιώδη θέματα.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Καθημερινή στο φύλλο της 19ης -20ης Απριλίου 2014.

Posted in Κώστας Ιορδανίδης | Tagged , , , , , , , , , | Σχολιάστε

Ὕμνος εἰς τὴν Ἐλευθερίαν. Η άλωση της Τριπολιτσάς.

Οι στροφές αριθμούνται από την 35η έως την 74η. Η αντιγραφή έγινε από την έκδοση του Στυλιανού Αλεξίου (Διονύσιου Σολωμού, Ποιήματα και Πεζά, επιμέλεια-εισαγωγές Στυλιανός Αλεξίου, εκδ. Στιγμή, Αθήνα 1994).

Ο Αλεξίου μας πληροφορεί ότι ο Ύμνος «κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στο Παρίσι, τον Δεκέμβριο του 1824, ως επίμετρο των Chants populaires de la Grèce moderne, tome II, του C. Fauriel με τον τίτλο “Διονυσίου Σολωμού Ζακύνθιου Ύμνος εις την Ελευθερίαν”. Η έκδοση συνοδευόταν από πεζή γαλλική μετάφραση του Stanislas Julien. Κυκλοφόρησε και ως ανάτυπο. Ξανατυπώθηκε στο Μεσολόγγι στα 1825, με πεζή ιταλική μετάφραση του Gaetano Grassetti». (βλ. ανωτέρω, σ. 79).

Ο Κωστής Παπαγιώργης στο έργο του Κανέλλος Δεληγιάννης (εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2001) σημειώνει: «Σφαγές του άμαχου λαού από εισβολείς είναι συνηθισμένες στα πολεμικά χρονικά. Μόνο που κατά την άλωση της Τριπολιτσάς δεν έχουμε έναν οργανωμένο στρατό που καταλαμβάνει μια πόλη, αλλά μια σπαρακτική εθνοφυλετική εκδίκηση. Τα θύματα αίφνης βρέθηκαν σε απόλυτη θέση ισχύος, τους ανατέθηκε ο ρόλος του δήμιου χωρίς να υπάρχει ανασταλτικός παράγοντας. Η μαύρη τελετή δεν έκανε διάκριση σε ηλικίες, φύλο, θρησκείες, εθνότητα (οι δύο χιλιάδες Εβραίοι της πόλης κατακρεουργήθηκαν με πρωτοφανή ωμότητα)…Εν τούτοις αυτό που θεωρήθηκε εθνική ντροπή ήταν στην πραγματικότητα μια εθνική ανάσταση – έστω και ανόσια. Μόνο με την άλωση της Τριπολιτσάς οι ραγιάδες μυήθηκαν στο βαθύτερο νόημα του πολέμου που είχαν κηρύξει. Δεν υπήρχε πλέον κανένα περιθώριο συμβιβασμού ανάμεσα στους δύο λαούς. Ο πόλεμος θα έφτανε μέχρις εσχάτων». (σ. 123-124). Με αυτόν τον τρόπο η ρήση «Ελευθερία ή Θάνατος» αποκτούσε πλήρες, ατόφυο περιεχόμενο. Η νίκη των Ελλήνων σήμαινε ελευθερία, ενδεχόμενη ήττα συνεπαγόταν την ολοσχερή καταστροφή.

Ακολουθούν οι στίχοι του Σολωμού:

Ἰδοῦ, ἐμπρός σου ὁ τοῖχος στέκει
τῆς ἀθλίας Τριπολιτσᾶς·
τώρα τρόμου ἀστροπελέκι
νὰ τῆς ρίψεις πιθυμᾶς.

Μεγαλόψυχο τὸ μάτι
δείχνει, πάντα ὁπὼς νικεῖ,
κι ἂς εἶν’ἄρματα γεμάτη
καὶ πολέμιαν χλαλοὴ.

Σοῦ προβαίνουνε καὶ τρίζουν
γιὰ νὰ ἰδεῖς πὼς εἶν’πολλὰ·
δὲν ἀκοῦς ποὺ φοβερίζουν
ἄνδρες μύριοι καὶ παιδιὰ;

Λίγα μάτια, λίγα στόματα
θὰ σᾶς μείνουνε ἀνοιχτὰ
γιὰ νὰ κλαύσατε τὰ σώματα
ποὺ θὲ νὰ’βρεῖ ἡ συμφορά!

Κατεβαίνουνε καὶ ἀνάφτει
τοῦ πολέμου ἀναλαμπὴ·
τὸ τουφέκι ἀνάβει, ἀστράφτει,
λάμπει, κόφτει τὸ σπαθί.

Γιατὶ ἡ μάχη ἐστάθη ὀλίγη;
Λίγα τὰ αἴματα γιατί;
Τὸν ἐχθρὸ θωρῶ νὰ φύγει
καὶ στὸ κάστρο ν’ἀνεβεῖ.

Μέτρα! Εἶν’ἀκαρτερεῖτε
τὴν ἀφεύγατη φθορά·
νά, σᾶς φθάνει· άποκριθεῖτε
στῆς νυκτὸς τὴ σκοτεινιά!

Ἀποκρίνονται καὶ ἡ μάχη
ἔτσι ἀρχίζει, ὁπού μακριὰ
ἀπὸ ράχη ἐκεῖ σὲ ράχη
ἀντιβούιζε φοβερά.

Ἀκούω κούφια τὰ τουφέκια,
ἀκούω σμίξιμο σπαθιῶν,
ἀκούω ξύλα, ἀκούω πελέκια,
ἀκούω τρίξιμο δοντιῶν.

Ἄ, τί νύκτα ἦταν ἐκείνη
ποὺ τὴν τρέμει ὁ λογισμὸς!
Ἄλλος ὕπνος δὲν ἐγίνη
πάρεξ θάνατου πικρός.

Τῆς σκηνῆς ἡ ὥρα, ὁ τόπος
οἱ κραυγές, ἡ ταραχὴ,
ὁ σκληρόψυχος ὁ τρόπος
τοῦ πολέμου, καὶ οἱ καπνοί,

καὶ οἱ βροντές, καὶ τὸ σκοτάδι
ὁποὺ ἀντίσκοφτε ἡ φωτιὰ,
ἐπαράστεναν τὸν Ἄδη
ποὺ ἀκαρτέρειε τὰ σκυλιὰ.

Τ’ἀκαρτέρειε. Ἐφαίνοντ’ ἴσκιοι
ἀναρίθμητοι, γυμνοί,
κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,
βρέφη ἀκόμη εἰς τὸ βυζί.

Ὅλη μαύρη μυρμηγκιάζει,
μαύρη ἡ ἐντάφια συντροφιά,
σὰν τὸ ροῦχο ὁποῦ σκεπάζει
τὰ κρεβάτια τὰ στερνά.

Τόσοι, τόσοι ἀνταμωμένοι
ἐπετιοῦντο ἀπὸ τὴ γῆ,
ὅσοι εἶν’ἄδικα σφαγμένοι
ἀπὸ τούρκικην ὀργὴ.

Τόσα πέφτουνε τὰ θερι-
σμένα ἀστάχια εἰς τοὺς ἀγρούς·
σχεδὸν ὅλα ἐκειὰ τὰ μέρη
ἐσκεπάζοντο ἀπ’ αὐτούς.

Θαμποφέγγει κανέν’ ἄστρο,
καὶ ἀναδεύοντο μαζί,
ἀνεβαίνοντας τὸ κάστρο
μὲ νεκρώσιμη σιωπή.

Ἔτσι χάμου εἰς τὴν πεδιάδα,
μὲς στὸ δάσος τὸ πυκνό,
ὅταν στέλνει μίαν ἀχνάδα
μισοφέγγαρο χλωμό,

ἐὰν οἱ ἄνεμοι μὲς στ᾿ ἄδεια
τὰ κλαδιὰ μουγκοφυσοῦν,
σειοῦνται, σειοῦνται τὰ μαυράδια,
ὅπου οἱ κλῶνοι ἀντικτυποῦν.

Μὲ τὰ μάτια τους γυρεύουν
ὅπου εἶν᾿ αἵματα πηχτά,
καὶ μὲς στ᾿ αἵματα χορεύουν
μὲ βρυχίσματα βραχνά·

καὶ χορεύοντας μανίζουν
εἰς τοὺς Ἕλληνες κοντά,
καὶ τὰ στήθια τους ἐγγίζουν
μὲ τὰ χέρια τὰ ψυχρά.

Ἐκειὸ τὸ ἔγγισμα πηγαίνει
βαθιὰ μὲς στὰ σωθικά,
ὅθεν ὅλη ἡ λύπη βγαίνει,
καὶ ἄκρα αἰσθάνονται ἀσπλαχνιά.

Τότε αὐξαίνει τοῦ πολέμου
ὁ χορὸς τρομακτικά,
σὰν τὸ σκόρπισμα τοῦ ἀνέμου
στοῦ πελάου τὴ μοναξιά.

Κτυποῦν ὅλοι ἀπάνου κάτου·
κάθε κτύπημα ποὺ ἐβγεῖ
εἶναι κτύπημα θανάτου,
χωρὶς νὰ δευτερωθεῖ.

Κάθε σῶμα ἱδρώνει, ρέει
λὲς καὶ ἐκεῖθεν ἡ ψυχὴ
ἀπ᾿ τὸ μῖσος ποὺ τὴν καίει
πολεμάει νὰ πεταχθῇ.

Τῆς καρδίας κτυπίες βροντᾶνε
μὲς στὰ στήθια τους ἀργά,
καὶ τὰ χέρια ὁποὺ χουμᾶνε
περισσότερο εἶν᾿ γοργά.

Οὐρανὸς γι᾿ αὐτοὺς δὲν εἶναι,
οὐδὲ πέλαο, οὐδὲ γῆ·
γι᾿ αὐτοὺς ὅλους τὸ πᾶν εἶναι
μαζωμένο ἀντάμα ἐκεῖ.

Τόση ἡ μάνητα καὶ ἡ ζάλη,
ποὺ στοχάζεσαι, μὴ πὼς
ἀπὸ μία μεριὰ καὶ ἀπ᾿ ἄλλη
δὲν μείνῃ ἕνας ζωντανός.

Κοίτα χέρια ἀπελπισμένα
πῶς θερίζουνε ζωές!
Χάμου πέφτουνε κομμένα
χέρια, πόδια, κεφαλές,

καὶ παλάσκες καὶ σπαθία
μὲ ὁλοσκόρπιστα μυαλά,
καὶ μὲ ὁλόσχιστα κρανία
σωθικὰ λαχταριστά.

Προσοχὴ καμία δὲν κάνει
κανείς, ὄχι, εἰς τὴ σφαγὴ
πᾶνε πάντα ἐμπρός. Ὤ, φθάνει,
φθάνει· ἕως πότε οἱ σκοτωμοί;

Ποῖος ἀφήνει ἐκεῖ τὸν τόπο,
πάρεξ ὅταν ξαπλωθῇ;
Δὲν αἰσθάνονται τὸν κόπο
καὶ λὲς κι εἶναι εἰς τὴν ἀρχή.

Ὀλιγόστευαν οἱ σκύλοι,
καὶ «Ἀλλά» ἐφώναζαν, «Ἀλλά»
καὶ τῶν χριστιανῶν τὰ χείλη
«φωτιά» ἐφώναζαν, «φωτιά».

Λεονταρόψυχα ἐκτυπιοῦντο,
πάντα ἐφώναζαν «φωτιά»,
καὶ οἱ μιαροὶ κατασκορπιοῦντο,
πάντα σκούζοντας «Ἀλλά».

Παντοῦ φόβος καὶ τρομάρα
καὶ φωνὲς καὶ στεναγμοί·
παντοῦ κλάψα, παντοῦ ἀντάρα,
καὶ παντοῦ ξεψυχισμοί.

Ἦταν τόσοι! Πλέον τὸ βόλι
εἰς τ᾿ αὐτιὰ δὲν τοὺς λαλεῖ.
Ὅλοι χάμου ἐκείτοντ᾿ ὅλοι
εἰς τὴν τέταρτην αὐγή.

Σὰν ποτάμι τὸ αἷμα ἐγίνη
καὶ κυλάει στὴ λαγκαδιά,
καὶ τὸ ἀθῷο χόρτο πίνει
αἷμα ἀντὶς γιὰ τὴ δροσιά.

Τῆς αὐγῆς δροσάτο ἀέρι,
δὲν φυσᾷς τώρα ἐσὺ πλιὸ
στῶν ψευδόπιστων τὸ ἀστέρι·
φύσα, φύσα εἰς τὸ ΣΤΑΥΡΟ!

Posted in Διονύσιος Σολωμός | Tagged , , , , , , | Σχολιάστε

Αφήστε τους ποιητές να θάψουν τους ποιητές τους

Του Αντώνη Ζέρβα

Δηλαδή, δεν θα λείψει ποτέ ο θόρυβος που προκαλούν οι μονίμως αγανακτισμένοι και αυτοτιτλοφορούμενοι ποιητές. Το έργο, και μόνο το έργο, κάνει τον ποιητή. Αλλωστε η λέξη ποιητής είχε ανέκαθεν διττή σημασία: ήταν μέγας έπαινος αλλά και λοιδορία.

«Τα έργα που δεν αγαπάμε, δεν υπάρχουν», έλεγε με υπόκωφη κακεντρέχεια ο εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς. Εγραψε για τους περισσότερους από τους συγχρόνους του. Δεν έγραψε για τον Καβάφη, διότι το άγνωστο είναι πάντα απειλητικό. Ο Καβάφης εκτιμούσε τις προσωπικές παρατηρήσεις περισσότερο από τα γενικά συμπεράσματα. Ισως αυτού να έγκειται και μία από τις αρετές που τον κάνουν καθ’ όλα επίκαιρο – η αποκαλυπτική του οξυδέρκεια.

Πλάι στον Παλαμά μαθαίνεις γράμματα, η ποίηση αρχίζει εκεί που τελειώνει ο Παλαμάς. Tο ένα δεν αναιρεί το άλλο, πλην όμως χωρίς ποίηση, δεν υπάρχει ιστορία της ποίησης. Με τον περιβόητο χαρακτηρισμό «καταραμένοι», ο Βερλαίν εννοούσε τους «απόλυτους ποιητές της φαντασίας και της έκφρασης…», τους οποίους θα καταριούνται αιωνίως οι πανίσχυροι της ημέρας!

Στα Ανάλεκτα του Κουμφούκιου που έφερε στη γλώσσα μας ο σινολόγος Σωτήρης Χαλικιάς, ένας αγρότης τραβάει μια λαχανίδα για να γίνει πιο γρήγορα. Γελάω με την ψυχή μου σαν σκέπτομαι όσους τραβάνε την ποίηση απ’ τα μαλλιά για ν’ αποδώσει. Προς τι τόση βιάση; Η ποίηση είναι ίσως η τελευταία φωλιά της σπουδαίας ρήσης: η ομορφιά κάνει τον δρόμο της αργά αργά. Καταραμένη ή όχι, η ομορφιά τελικώς είναι δεσποτική. Η αυθαιρεσία άσχημη.

Πράγματι, μείζον χαρακτηριστικό των κοινωνιών μας είναι η κυριαρχία του «αυθαίρετου λόγου». Ολα δήθεν συμμετέχουν στην αλήθεια, επειδή δεν υπάρχει μία αλήθεια. Κανείς δεν έχει προνόμια ούτε στη σκέψη ούτε στην έκφραση. Ολα είναι σημαντικά, αναλόγως της γωνίας που θεωρούμε τα πράγματα και οι γωνίες είναι πολλές και διάφορες. Ολα εν τέλει, είναι ζήτημα ισχύος. Η μεγαλύτερη σαχλαμάρα, λίγο προκλητική να είναι, αποκτά ισόνομα δικαιώματα προσοχής, εφόσον διαφημισθεί καταλλήλως. Αλλά αυτό που επιβάλλεται με την ισχύ, δεν μακροημερεύει. Ο κυνικός, και δη ελληνομαρξιστικής προέλευσης, το ξέρει και βιάζεται, επειδή κάθε μέρα διαπιστώνει ότι η ηθική της πεποίθησης σπανίως συναντιέται με την ηθική της ευθύνης.

Το ζήτημα της πρόσληψης των έργων, ποιητικών και μη, εμπίπτει μάλλον στην κοινωνιολογία. Οι αναλύσεις που στηρίζονται στις ντετερμινιστικές σχέσεις αιτίου και αιτιατού δεν είναι ό,τι καλύτερο έχει να επιδείξει ο κλάδος. Για να μη μακρηγορούμε, ας σκεφθούμε λοιπόν ότι επί δύο δεκαετίες τουλάχιστον (1980 – 2000), η ποιητικώς στομωμένη Ευρώπη είχε καταγοητευθεί από έναν νεκραναστημένο του Μεσοπολέμου, τον Πορτογάλο Πεσσόα. Ποιος δεν τον διάβασε, ποιος δεν αισθάνθηκε την ιδιαίτερη τέρψη των στίχων του, ποιος ταξίδευσε στη Λισσαβώνα και δεν πήγε να καθίσει σ’ ένα από τα τραπεζάκια που έπινε τον καφέ του. Ούτε καταραμένος γενικά και αόριστα ήταν, ούτε ριμαδόρος. Απλώς είχε εκφράσει με τη θελξίπικρη ιδιοτροπία του νοήματα που θα γίνονταν αισθητά μερικές δεκαετίες αργότερα. Ποιητής τεράστιας παιδείας από πρώτο χέρι, δηλαδή με γνήσιο βιωματικό παίδευμα.

Αγοράσθηκε, όσο και τα κοινά μπεστ σέλερ. Την ίδια περίοδο πάνω κάτω, έστω και για διαφορετικούς λόγους, αντικείμενο ευρείας αναγνωστικότητας αποτέλεσε και ο καθ’ υπερβολήν σκοτεινός Πάουλ Τσέλαν. Μολαταύτα, η εποχή παρέμεινε ελεεινά τραγουδιστική.

Αφελώς ή εντέχνως, παραθεωρείται συχνά ότι κοντά στους καθαυτό δημιουργούς, πρέπει να υπάρχουν και οι δημιουργοί της αξίας των έργων, δηλ. οι σοβαροί αναγνώστες, όσοι κατανοούν τι και γιατί είναι σημαντικό και το αναδεικνύουν. Χωρίς πραγματεύσεις του είδους, ούτε Πεσσόα ούτε Τσέλαν. Ιδού ο κόμπος! Θα έλεγα μάλιστα πως μια εποχή κρίνεται μάλλον από τους ανιδιοτελείς αναγνώστες παρά από τα ίδια τα έργα της που μπορεί και να μείνουν στην άκρη. Μόνο οι αληθινοί αναγνώστες συντηρούν την παράδοση, η οποία δεν είναι επιστροφή στον χρόνο, αλλά διαρκής ανανέωση των φυτουργικών της δυνάμεων.

Τέτοιας δυνάμεως καρπός μου φαίνεται και η πρόσφατη συλλογή του Μάρκου Καλεώδη, «Νέα Νυκτιφανή», στις μαστορικές εκδόσεις Περισπωμένη. Ποιήματα που φέρνουν τα πάνω κάτω, δείχνοντας τι μπορεί όντως να είναι ποίηση στις μέρες μας. Αλλά περί αυτού, σε άλλο άρθρο.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Καθημερινή την 24η Νοεμβρίου 2013. 

Posted in Αντώνης Ζέρβας | Tagged , , , , , , , , , , , | 1 σχόλιο

Η απειλή της Νέας Δεξιάς

Του Γ. Σ. Πρεβελάκη

Η 9η Νοεμβρίου στην Γαλλία είναι ημέρα μνήμης De Gaulle. Η σχετική τελετή έχει μεγάλη πολιτική σημασία και απήχηση. Εφέτος, 43 χρόνια μετά τον θάνατό του, επιφανείς πολιτικοί από το Σοσιαλιστικό Κόμμα, όπως επί παραδείγματι ο Δήμαρχος της Πρωτεύουσας, απέτισαν φόρο τιμής στον Γάλλο Στρατηγό -ο οποίος, εντούτοις, είχε χαρακτηριστεί «δικτάτωρ»  από τον François Mitterrand. Για πρώτη φορά παρέστη και μέλος του Front National, ο υπαρχηγός Florian Philipot.

Το γαλλικό ακροδεξιό κόμμα ιδρύθηκε το 1972 από υποστηρικτές της «Algérie Française», μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονταν παλαιά στελέχη του OAS- μια οργάνωση με στόχο την δολοφονία του De Gaulle. Η πρωτοβουλία του Florian Philipot προκάλεσε μεν αντιδράσεις στο κόμμα, δεν καταδικάστηκε, όμως, από την Πρόεδρο Marine Le Pen.

Το επεισόδιο αυτό έχει ευρύτερη σημασία. Εγγράφεται στην τακτική των ακροδεξιών κομμάτων να μετασχηματιστούν, υιοθετώντας τα σύμβολα της παραδοσιακής Δεξιάς. Σε πρώτη φάση, τα κόμματα αυτά εμφανίστηκαν στο πολιτικό σκηνικό με όχημα μια ακραία συνθηματολογία. Τώρα, σε δεύτερη φάση, τροποποιούν τον λόγο και την συμβολική τους, ώστε να κατακτήσουν τους ψηφοφόρους.

Οι κινήσεις της ακροδεξιάς συνάδουν με τους δραματικούς μετασχηματισμούς του πολιτικού σκηνικού μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Η εξαφάνιση του υπαρκτού σοσιαλισμού, η Παγκοσμιοποίηση και η ευρωπαϊκή οικοδόμηση οδήγησαν στην πολιτική σύγκλιση Δεξιάς και Αριστεράς. Ένας ad hoc Ιανός, δηλαδή μία κεντρώα ευρωπαϊστική παράταξη με δύο εναλλασσόμενα πρόσωπα, εγκαταστάθηκε σταθερά στην εξουσία, αποπολιτικοποιώντας την πολιτική.

Διαμορφώθηκε έτσι ένα διπλό κενό: εκ δεξιών και εξ ευωνύμων. Τα παλαιά κομμουνιστικά κόμματα συρρικνώθηκαν· οι ακροδεξιοί παρέμεναν περιθωριακοί. Η κρίση του 2008, της οποίας οι συνέπειες εξακολουθούν, ανέτρεψε την ασταθή αυτήν ισορροπία. Στα αριστερά και στα δεξιά, το πολιτικό κενό επέσυρε τον πολιτικό τυχοδιωκτισμό. Το πολιτικό τοπίο τείνει να αποκαταστήσει την τριγωνική του μορφή. Κινήματα ασθενή και ανήμπορα πριν από την κρίση διεκδικούν την εξουσία. Οι ηγέτες τους αντιλαμβάνονται ότι η « ομαλοποίηση » συνιστά αναγκαία συνθήκη, ώστε να αρθεί το διαχωριστικό ψυχολογικό σύνορο. Από «ακρο-αριστερά» και «ακρο-δεξιά» επιδιώκουν να μετασχηματίσουν τα κόμματα σε «Νέα Αριστερά» και «Νέα Δεξιά», αντιστοίχως.

Η «Νέα Αριστερά» μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή αποσταθεροποίηση της οικονομικής ζωής, εφ’όσον αναρριχηθεί στην εξουσία· όμως, δεν διαθέτει εναλλακτικό πολιτικό πρόγραμμα. Είτε θα απορροφηθεί τελικά από την ευρωπαϊστική παράταξη είτε θα επανέλθει στο περιθώριο μετά από παταγώδη αποτυχία. Η «Νέα Δεξιά», όμως, διαθέτει σοβαρά ιδεολογικά όπλα: όλα όσα εγκατέλειψε, καλώς ή κακώς, η Δεξιά, υπό την επίδραση του  αντιδεξιού συνδρόμου και του κακώς νοουμένου εξευρωπαϊσμού.

Το εκκρεμές της Ιστορίας αναβαθμίζει τα όπλα αυτά. Η αποτυχία της Ευρώπης να εξασφαλίσει απασχόληση και ευημερία αναδεικνύει το συμβολικό της έλλειμμα και τροφοδοτεί τον αντι-ευρωπαϊσμό. Αναβαπτισμένος ως πατριωτισμός, ο εθνικισμός αποτελεί το ιδεολογικό θέμα το οποίο διαπερνά όλες τις προσπάθειες για διεύρυνση της ακροδεξιάς προς τα δεξιά. Η δυναμική αυτή θεμελιώνεται στην νοσταλγία για μια εποχή η οποία έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Σε αντίθεση με την Νέα Αριστερά, η Νέα Δεξιά διαθέτει, επομένως, εναλλακτικό πολιτικό πρόγραμμα: την διάλυση της Ευρώπης.

Δεν ωφελεί η δαιμονοποίηση. Η αντιμετώπιση του κινδύνου οφείλει να είναι συλλογική και ευρωπαϊκή. Η τρέχουσα επιχειρηματολογία, αριστερής εμπνεύσεως, είναι φθαρμένη και αναποτελεσματική. Λειτουργεί υπέρ του αντιπάλου, όπως ο αντικομμουνισμός της Δικτατορίας, ο οποίος έστρεψε ολόκληρη την γενεά του Πολυτεχνείου προς τον κομμουνισμό. Ο μόνος τρόπος για να σταματήσει η ανοδική πορεία της Νέας Δεξιάς είναι να πληρωθεί το ιδεολογικό και πνευματικό κενό, να δοθούν πειστικές απαντήσεις στα ερωτήματα τα οποία ανέδειξε η κρίση.

Η Ευρώπη υφίσταται τις συνέπειες των αδυναμιών της. Οι τεχνοκράτες-υπεύθυνοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης αγνοούν θεμελιακές αρχές του πολιτικού γίγνεσθαι. Οι δομικές αδυναμίες της ασκουμένης μεθόδου θα φανούν στις ευρωπαϊκές εκλογές του 2014. Αν το πνευματικό ευρωπαϊκό έλλειμμα δεν καλυφθεί, τις συνέπειες θα τις υποστούν πολύ περισσότερο επώδυνα οι εθνικές πολιτικές κοινωνίες.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Εστία» την 12η Νοεμβρίου 2013. 

Posted in Γιώργος Πρεβελάκης | Tagged , , , , , , , , , , , , , , , | 5 Σχόλια

Ουκ επ’ άρτω μόνον ζήσεται άνθρωπος

Του Γ. Σ. Πρεβελάκη

Στο τέλος του Ψυχρού Πολέμου, μέσα σε ένα κλίμα δυτικής ευφορίας, το άρθρο του Samuel Huntington το 1993 για την «Σύγκρουση των Πολιτισμών», δηλαδή την σύγκρουση των θρησκειών, προκάλεσε βίαιες αντιδράσεις από το ακαδημαϊκό κατεστημένο στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ευρώπη. Ακολούθησαν οι πόλεμοι στα Βαλκάνια και, κυρίως, η επίθεση στους διδύμους πύργους· η δυτική αισιοδοξία περιορίστηκε, καθώς εμφανίστηκαν ερωτήματα και αμφιβολίες.

Ο Huntington και η θεωρία του εξακολουθούν να βάλλονται –προς εξορκισμόν ; Μετά είκοσι έτη, ο κόσμος τείνει να διαμορφωθεί κατά τις προβλέψεις του. Από τον Καύκασο ώς τον Νείλο, από τις ερήμους της βόρειας Αφρικής ώς τις κεντρο-ασιατικές στέππες, εξαπλώνεται ένα κύμα θρησκευτικής έξαρσης, το οποίο καθορίζει την πολιτική ατζέντα επαναστάσεων και αντεπαναστάσεων.

Η εισβολή της Θρησκείας στην Πολιτική δεν εξηγείται μόνον από την δύναμη του θρησκευτικού αισθήματος. Προκύπτει από το ιδεολογικό κενό το οποίο δημιούργησε η πτώση του Κομμουνισμού, η αστοχία του Καπιταλισμού και η διάβρωση του Εθνικισμού από την Παγκοσμιοποίηση. Ελλείψει άλλης πνευματικής αναφοράς, οι μάζες στρέφονται προς την μοναδική διαθέσιμη και συγκροτημένη πηγή ηθικής και ιδεολογικών αναφορών· την Θρησκεία. Οι εσωτερικές διαμάχες που διατρέχουν τα θρησκευτικά στρατόπεδα, όπως η αντιπαράθεση ανάμεσα σε σουνίτες και σιίτες, εξελίσσονται σε συγκρούσεις για την εξασφάλιση του πολιτικού αγαθού. Ελάχιστη σχέση έχουν με θρησκευτικά ζητήματα.

Η απειλή από το ιδεολογικό κενό εμφανίζεται σε όλα τα πεδία, σε όλες τις κλίμακες. Δεν ενδύεται πάντοτε θρησκευτικό ένδυμα. Στην εκκοσμικευμένη Ευρώπη πλανάται ένα άλλο φάσμα, έτι χείρον: η Ακροδεξιά. Η Χρυσή Αυγή στην Ελλάδα δεν είναι μεμονωμένο φαινόμενο. Στην Γαλλία, η Marine LePen με το ακροδεξιό κόμμα  Front National  ετοιμάζει τις εκλογικές της εξορμήσεις από πολύ ευρύτερη βάση αποδοχής και οπαδών. Στην Νορβηγία η Ακροδεξιά γίνεται de facto ρυθμιστής των πολιτικών εξελίξεων. Οι ευρωεκλογές του 2014 ίσως σηματοδοτήσουν την απαρχή μιας τέτοιας καθοδικής πορείας.

Σφάλλουν, επομένως, όσοι θεωρούν την Χρυσή Αυγή συγκυριακό φαινόμενο της κρίσης. Εφ’ όσον οι μετριοπαθείς εγκατέλειψαν το ιδεολογικό πεδίο, η άνοδος της Ακροδεξιάς θα συνεχιστεί, είτε εξακολουθεί η κρίση είτε ανακοπεί. Η Δεξιά παραμέρισε και παραμέλησε τον ιδεολογικό της άξονα. Η Αριστερά, ιδεολογικά φθαρμένη και με ξεπερασμένη ρητορική, νομιμοποιεί και ενισχύει το ακροδεξιό ρεύμα.

Χρειάζεται μια άλλη προσέγγιση. Χρειάζεται να δούμε πρόσωπα και πράγματα από απόσταση, έξω από την πνευματική αιθαλομίχλη της Μεταπολίτευσης. Πρέπει να γίνει επιτέλους κατανοητό ότι, από όλους τους ευρωπαϊκούς λαούς, εμείς οι Έλληνες διαθέτουμε τα περισσότερα εφόδια για να ανταποκριθούμε στην ιδεολογική πρόκληση. Παράλληλα προς την εθνοκρατική συμβολική, διαθέτουμε την πρόσβαση στην διαχρονική ελληνική θεματική, τμήμα της οποίας είναι και η οικουμενική εκκλησιαστική παράδοση. Οι συνειδητοποιημένοι Έλληνες ανοίγονται ιδεολογικά στον χρόνο και στον χώρο· μπορούν, επομένως, να αναζητήσουν διέξοδο από τα ιδεολογικά κενά της εποχής μας, χωρίς να καταφεύγουν σε θρησκευτικό φονταμενταλισμό ή σε ρατσιστικές εκρήξεις.

Οι θεματικές αυτές είναι δύσκολες, με μεγάλες πνευματικές απαιτήσεις. Δεν υφίσταται δυτικό πρότυπο προς μίμηση, όπως έγινε στο παρελθόν με το υπόδειγμα του εθνικού Κράτους ή τον κομμουνισμό. Οι κίνδυνοι για παρεκτροπές είναι υπαρκτοί· το απέδειξε η ρητορική της επταετίας. Όμως, η άρνηση του προβλήματος, η εθελοτυφλία, η εμμονή σε παρωχημένες απλουστευτικές θέσεις οδηγούν στην καταστροφή. Εφ’ όσον δεν αξιοποιηθεί το πνευματικό μας κεφάλαιο από τους πεπαιδευμένους, θα βρυκολακιάσει στα χέρια των τυχοδιωκτών της ιδεολογίας.

Σήμερα πάλι, η διαχρονική ελληνική γλώσσα γίνεται αντικείμενο «πολιτικής» διαπραγμάτευσης. Παραβλέπεται ότι τα Αρχαία Ελληνικά δεν είναι απλώς θέμα γλωσσικής διδασκαλίας· είναι, όπως έγραφε η Jacqueline de Romilly, τρόπος σκέψης και πειθαρχίας, ένα πλήρες, απαράμιλλο σύστημα ηθικής και αξιών. Η απαξίωσή τους σε χρηστικό ή μη επικοινωνιακό εργαλείο αποκαλύπτει αναχρονισμό, μικρόνοια και  άγνοια.

Οι γειτονικοί μας λαοί σκοτώνονται για την οικειοποίηση των συμβόλων του μεσαιωνικού μουσουλμανικού παρελθόντος. Στα καθ’ ημάς, στο όνομα του εκσυγχρονισμού, διαπράττεται μια διαρκής ύβρις: τα πολιτισμικά μας αγαθά παραδίδονται βορά στην « θρησκοληπτική » λεηλασία των άκρων.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Εστία την Τρίτη 17 Σεπτεμβρίου 2013

Posted in Γιώργος Πρεβελάκης | Tagged , , , , , , , , , , , , , , , , | Σχολιάστε