Ο ελληνισμός στην οικονομία του μέλλοντος

Αρίστος Δοξιάδης και Γιώργος Πρεβελάκης μοιάζουν να έχουν ένα κοινό διανοητικό προσανατολισμό. Πρόσφατα μάλιστα ο πρώτος μίλησε σε εκδήλωση βιβλιοπαρουσίασης του έργου του δεύτερου. Οικονομολόγος ο πρώτος, καθηγητής γεωπολιτικής ο δεύτερος έχουν σαν κοινό σημείο, εκτός των άλλων, ότι εργάζονται στο πεδίο ανάδειξης των ελληνικών ιδιομορφιών με πρόθεση να περιγράψουν λειτουργίες ακόμη και αρνητικές που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν με τρόπο θετικό στην προοπτική αναβάθμισης του Έθνους στον διεθνή καταμερισμό της εργασίας.  Το προσφάτως δημοσιευθέν βιβλίο του Γιώργου Πρεβελάκη έχει τον τίτλο Ποιοι είμαστε; Γεωπολιτική της ελληνικής ταυτότητας. Με αφορμή το βιβλίο ο Δοξιάδης εκθέτει ορισμένες σκέψεις.

του Αρίστου Δοξιάδη

Η μεγάλη κρίση που βιώνουμε θα αλλάξει τη θέση της Ελλάδας και του ελληνισμού στην παγκόσμια οικονομία. Το διακύβευμα της εποχής είναι: προς ποια κατεύθυνση; Στον δημόσιο λόγο και στους καφενέδες της επικράτειας κυριαρχούν τα απαισιόδοξα σενάρια. Αυτές τις ημέρες όμως εκδόθηκε ένα βιβλίο του Γιώργου Πρεβελάκη που προβάλλει μία αισιόδοξη εκδοχή. Τίτλος: «Ποιοι είμαστε; Γεωπολιτική της ελληνικής ταυτότητας» (εκδόσεις Economia).

Δεν αναπαράγω εδώ την ανάλυση του σημαντικού αυτού βιβλίου για τη θέση του ελληνισμού στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, για τον ρόλο του στη διαμόρφωση των δυτικών εθνών και για τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους. Σας προτρέπω να το διαβάσετε. Ο στόχος του συγγραφέα, όπως τον συνόψισε ο ίδιος, είναι να εντοπίσει τα προ-νεωτερικά στοιχεία της ελληνικής ιδιοπροσωπίας, που ήταν μειονέκτημα στη νεωτερική εποχή, αλλά που στο μέλλον μπορούν να γίνουν πλεονέκτημα, καθώς τα εθνικά κράτη κλονίζονται από την παγκοσμιοποίηση και την τεχνολογία. Τα στοιχεία είναι: η μεγάλη επένδυση των οικογενειών στην παιδεία, η διαχρονική γλώσσα, ο τοπικισμός, τα διεθνή δίκτυα της διασποράς και της ναυτιλίας, τα θρησκευτικά δίκτυα και η διαμεσολαβητική θέση μεταξύ Δύσης και Ανατολής.

Τα δίκτυα συνεργασίας μεταξύ ίσων, που ξεκινούν από μικρές κοινότητες και απλώνονται στον διεθνή χώρο, μπορούν να επιβιώσουν και να ευημερήσουν σε συνθήκες γεωπολιτικής ρευστότητας καλύτερα από τις ιεραρχικές πυραμίδες των κρατών και των μεγάλων βιομηχανικών επιχειρήσεων. Η ελληνική ναυτιλία είναι το γνωστό από δεκαετίες παράδειγμα. Τώρα αναδύονται σε όλο τον κόσμο τα δίκτυα της ψηφιακής τεχνολογίας, όπου μικρές τοπικές κοινότητες δημιουργών συνεργάζονται περισσότερο με τους όμοιούς τους σε ξένες πόλεις απ’ ό,τι με τις παλαιού τύπου επιχειρήσεις της χώρας τους.

Η παιδεία είναι ένα ατομικό, φορητό κεφάλαιο που δεν απειλείται από κοινωνικές συγκρούσεις, δικτατορίες και εδαφικές διεκδικήσεις, όπως απειλούνται τα ακίνητα, οι εγκαταστάσεις και οι μετοχές. Θυμάμαι τον πατέρα μου το 1969 να με προτρέπει να σπουδάσω Ιατρική, με το επιχείρημα ότι τον ιατρό τον χρειάζονται και τον σέβονται παντού, αλλά και τον αριστερό αντιστασιακό συμμαθητή μου που έγινε δικηγόρος, για να μην εξαρτάται οικονομικά από το κράτος ή την εργοδοσία.

Οι τοπικές κοινότητες έχουν τη δυνατότητα να υπερβούν τις αγκυλώσεις του κράτους και να συνεργαστούν απευθείας με υπερεθνικούς οργανισμούς ή με δίκτυα ομολόγων. Μερικοί ελληνικοί δήμοι έχουν ανοίξει τέτοιες συνεργασίες: η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη, τα Τρίκαλα, αλλά και πολύ νωρίτερα τα Ανώγεια της Κρήτης.

Η θρησκεία και η γλώσσα έχουν σημαντική αξία πέρα από τα όρια της ελληνικής επικράτειας. Συντηρούν την αίσθηση της ταυτότητας στη διασπορά και είναι βάση επικοινωνίας με τις ηγετικές ομάδες άλλων εθνοτήτων.

Για όλους αυτούς τους λόγους, είναι βάσιμη η αισιοδοξία του Πρεβελάκη. Δυστυχώς όμως, η ιστορία μάς έχει κληροδοτήσει και ορισμένα άλλα στοιχεία που υπονομεύουν τη νέα εξωστρεφή ταυτότητα που σκιαγραφεί.

Δεν έχουμε αναπτυγμένο ήθος συνεργασίας. Η παιδεία χτίζει «ανθρώπινο κεφάλαιο» αλλά όχι απαραίτητα «κοινωνικό κεφάλαιο». Ο ιατρός που θα μετακομίσει στο Βερολίνο εξυπηρετεί ένα προσωπικό σχέδιο, αλλά δεν συμβάλλει σε κάποιον νέο ρόλο του «ελληνισμού», παρά μόνο αν συνεργάζεται συστηματικά με άλλους Έλληνες κάπου. Αλλά δεν υποτάσσουμε εύκολα το ατομικό συμφέρον σε ένα ομαδικό σχέδιο, γιατί δεν εμπιστευόμαστε τους συνέλληνές μας ότι θα υποτάξουν και αυτοί το δικό τους. Αν δεν μάθουμε να εμπιστευόμαστε, η παιδεία γίνεται εργαλείο κατακερματισμού.

Έχουμε μάθει να διεκδικούμε περισσότερο, παρά να παράγουμε. Ο Πρεβελάκης περιγράφει πώς η κρατική εξουσία στην Ελλάδα εδραιώθηκε μοιράζοντας προσόδους και πώς η κρίση εκπροσώπησης ήρθε όταν στέρεψαν οι πηγές των, που ήταν τα δάνεια και οι μεταβιβάσεις από το εξωτερικό. Στην εξαετία της κρίσης, αντί να κοιτάξουμε πώς θα αρχίσουμε να παράγουμε περισσότερα προϊόντα, είδαμε να φουντώνει ακόμα περισσότερο ο λόγος της διεκδίκησης, σε μια μάταιη προσπάθεια να αναπαραγάγουμε τις επιτυχίες των καταλήψεων σε ευρωπαϊκή κλίμακα. Τα δίκτυα δημιουργών και εμπόρων που θα απλωθούν σε όλο τον κόσμο δεν χτίζονται όσο κατασκευάζεις εχθρούς, αλλά όσο αναζητείς συνεταίρους σε άλλα έθνη.

Επιπλέον, δεν είναι βέβαιο ότι στη νέα οικονομία των δικτύων θα πάψει να έχει αξία ένα αποτελεσματικό εθνικό κράτος. Τα δίκτυα που δεν έχουν δική τους ενδοχώρα υστερούν συγκριτικά με αυτά που έχουν. Σε πολλές περιπτώσεις είναι πιο ισχυρός ο έμπορος που έχει «δικούς του» παραγωγούς από αυτόν που κάνει απλή διαμεσολάβηση. Είναι πιο ισχυρός ο παραγωγός που έχει γύρω του καλή υποδομή και φιλικούς θεσμούς. Ο πρόεδρος Ομπάμα είπε προχθές για τις αμερικανικές εταιρείες που θέλουν να μεταφέρουν την έδρα τους: «Διατηρούν την πραγματική τους λειτουργία εδώ στις ΗΠΑ γιατί ωφελούνται από την αμερικανική υποδομή και τεχνολογία… Αλλά αποποιούνται την ιθαγένειά τους». Στο πλαίσιο αυτό, κατάργησε ορισμένα φορολογικά προνόμια που θα είχε η μεταφορά έδρας, και αμέσως μια μεγάλη φαρμακευτική εταιρεία ακύρωσε τα σχέδιά της – για να μην χάσει το πλεονέκτημα της αμερικανικής εντοπιότητας.

Για να αποκτήσουμε, λοιπόν, έναν δημιουργικό ρόλο στην νέα εποχή, αξίζει να διατηρήσουμε πολλές από τις ιδιομορφίες μας, αλλά να αποβάλουμε τον ατομισμό, την εχθροπάθεια και το κράτος των προσόδων.

* Ο κ. Αρίστος Δοξιάδης είναι εταίρος στην εταιρεία επιχειρηματικών συμμετοχών Openfund.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Καθημερινή την 17η Απριλίου 2016. Για την παρούσα ανάρτηση λήφθηκε από την ηλεκτρονική ιστοσελίδα της εφημερίδας.

Posted in Αρίστος Δοξιάδης, Γιώργος Πρεβελάκης, Uncategorized | Tagged , , , , , , , , , , , , | 2 σχόλια

Ελληνική ιστορική αυτογνωσία

Του Πασχάλη Κιτρομηλίδη

Το 2015 υπήρξε έτος συρροής σημαντικών επετείων, που μας έδωσαν την ευκαιρία να ανακαλέσουμε στη μνήμη μας και να ξανασκεφτούμε τη σημασία και τον συμβολισμό κοσμοϊστορικών στιγμών στη συλλογική διαδρομή του ευρωπαϊκού κόσμου. Θυμηθήκαμε το Βατερλό και τη Magna Carta. Καθώς το έτος κλίνει προς τη δύση του, καλό θα ήταν να θυμηθούμε και μια άλλη επέτειο, σημαντική για τον πνευματικό ελληνισμό. Το 2015 συμπληρώθηκαν δύο αιώνες από τη γέννηση τον ίδιο χρόνο, 1815, των δύο «νομοθετών», θα μπορούσε να λεχθεί, της ιστορικής σκέψης του νεότερου ελληνισμού, του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου και του Μάρκου Ρενιέρη. Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη σε φαναριώτικο περιβάλλον. Ο Μάρκος Ρενιέρης, κρητικής καταγωγής, γεννήθηκε στην Τεργέστη. Και των δύο οι οικογένειες βίωσαν με δραματικούς τρόπους την εθνεγερσία του 1821. Του μικρού Παπαρρηγόπουλου ο πατέρας Δημήτριος, γεννημένος στη Βυτίνα, επιτυχημένος τραπεζίτης στην Κωνσταντινούπολη, μαζί με τον μεγαλύτερο γιο του Μιχαήλ και τον αδελφό του Ιωάννη έπεσαν θύματα της αντεκδίκησης των οθωμανικών Αρχών για την έκρηξη της Επανάστασης. Του Μάρκου Ρενιέρη ο θείος Νικόλαος έδρασε στην επαναστατημένη Κρήτη ως αρμοστής της ελληνικής πολιτείας το 1829.

Οι δύο νέοι, διαμορφωμένοι πνευματικά στην ευρυχωρία της ελληνικής διασποράς, στην Οδησσό ο Παπαρρηγόπουλος, στη Βενετία ο Ρενιέρης, ωθήθηκαν από την κεντρομόλο δύναμη που προσείλκυε τη νεολαία του ελληνισμού στο ελληνικό βασίλειο μετά το 1830. Ήταν η δύναμη του ελληνικού πατριωτισμού που ανάβλυζε από την αγάπη της ελευθερίας, την οποίαν οι ελπίδες του ελληνισμού ταύτιζαν με τις προοπτικές του ανεξάρτητου βασιλείου. Οι σταδιοδρομίες και των δύο στη νεοπαγή ελληνική επικράτεια απέβησαν λαμπρές. Καθηγητής της Ιστορίας του ελληνικού έθνους στο Πανεπιστήμιο Αθηνών ο Παπαρρηγόπουλος και πρύτανης το έτος 1872-1873, διοικητής της Εθνικής Τραπέζης, καθηγητής στη Νομική Σχολή και πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη ο Ρενιέρης, πρωταγωνίστησαν στη συγκρότηση της εθνικής κοινότητας και την αποσαφήνιση της εθνικής πολιτικής κατά τη διαδρομή ολόκληρου του 19ου αιώνα.

Οι δρόμοι τους διασταυρώθηκαν κατ’ επανάληψη στην επιτέλεση της εθνικής αποστολής στην οποία ο καθένας τους έταξε τον εαυτό του. Στην έκδοση του περιοδικού Spectateur d’ Orient, στον Σύλλογον προς διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων, στο περίφημο συνέδριο των ελληνικών συλλόγων το 1879, οι Παπαρρηγόπουλος και Ρενιέρης βρέθηκαν συναγωνιστές. Από τέτοιες προσωπικότητες διαπλάστηκε ιδεολογικά ο ελληνισμός κατά την «εκατονταετηρίδα της ελευθερίας των εθνών», όπως είχε χαρακτηρίσει ο Κοραής τον 19ο αιώνα, και προετοιμάστηκε με την καλλιέργεια του φρονήματος και των οραματισμών για τις εξορμήσεις της εθνικής ολοκλήρωσης τον επόμενο αιώνα. Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η ενεργός συμβολή του Ρενιέρη και στους αγώνες της Κρήτης για την εθνική της αποκατάσταση, ιδίως η δράση του κατά την Κρητική Επανάσταση του 1866.Η συμβολή στους αγώνες του αλύτρωτου ελληνισμού θα μπορούσε να θεωρηθεί η έμπρακτη εκδήλωση μιας βαθύτερης φιλοσοφίας για την ιστορική αποστολή του ελληνικού έθνους της οποίας διαμορφωτές υπήρξαν οι δύο γόνοι του ευρύτερου ελληνισμού που είχαν γεννηθεί το 1815. Πρόκειται για την ιστορική θεωρία της εθνικής ενότητας την οποία επεξεργάστηκαν και διατύπωσαν στο συγγραφικό τους έργο, ο μεν Ρενιέρης κατ’ εξοχήν στο έργο Φιλοσοφία της Ιστορίας. Δοκίμιον (1841), ο δε Παπαρρηγόπουλος στην πεντάτομη Ιστορία του ελληνικού έθνους (1861-1874, β’ έκδ. 1885-1887).

Τα έργα αυτά, ιδωμένα στα συμφραζόμενα της εποχής τους, αποτελούν πραγματικά τα αγκωνάρια της ελληνικής ιστορικής αυτογνωσίας. Και όμως η σημερινή ελληνική διανόηση τον μεν Ρενιέρη απλώς αγνοεί, τον δε Παπαρρηγόπουλο αναφέρει μόνο για να του προσάψει ευθύνες που δεν του αναλογούν ως προς την απλούστευση και ιδεολογική χειραγώγηση της ιστορικής παιδείας και γνώσης. Διατηρώ σοβαρές αμφιβολίες κατά πόσον όσοι αναφέρονται με αυτόν τον τρόπο στον Παπαρρηγόπουλο έχουν διαβάσει έστω και μια σελίδα του έργου του. Σε λίγο μάλιστα οι νεότερες γενιές θα αδυνατούν να διαβάσουν τα κείμενα της Ελληνικής Γραμματείας του 19ου αιώνα, λόγω άγνοιας της λόγιας γλώσσας στην οποία έχουν γραφεί, και ο Παπαρρηγόπουλος θα περιπέσει πλέον στη λήθη.

Οι «νομοθέτες» της ιστορικής παιδείας του νέου ελληνισμού θα άξιζαν μια σοβαρότερη αντιμετώπιση. Ο Ρενιέρης, εμπνευσμένος από τη Φιλοσοφία της Ιστορίας του ιταλικού ρομαντισμού, τονίζει την ανάγκη της υπέρβασης του ατομικισμού και την επίτευξη της οργανικής ενότητας στη συλλογική ζωή. Σε ό,τι αφορά τον ελληνισμό η ενότητα θα αποτελούσε την απάντηση τόσο στα φιλοσοφικά όσο και στα πολιτικά προβλήματα που αντιμετώπιζε το έθνος και θα συνέβαλλε στην πραγμάτωση της ιστορικής του αποστολής. Η τελεολογία αυτή ακριβώς υπήρξε το φιλοσοφικό υπόβαθρο και του ιστοριογραφικού επιτεύγματος του Παπαρρηγόπουλου. Στην επιβλητική του σύνθεση, αναστυλώνει την ενότητα του ελληνικού έθνους στην ιστορική διαχρονία, συνδέοντας τον σύγχρονο ελληνισμό με τον αρχαίο διά της δράσης του μεσαιωνικού ελληνισμού στους κόλπους της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Έτσι καθιερώνεται το τρίσημο σχήμα της ελληνικής συνέχειας κυρίως με την αποκατάσταση του Βυζαντίου ως του κορμού της ιστορίας του ελληνισμού. Η συνέχεια, όπως τονίζει ο Παπαρρηγόπουλος, υπήρξε γλωσσική και πολιτισμική, όχι φυλετική. Το ιστορικό περίγραμμα που επεξεργάστηκε ο Παπαρρηγόπουλος ρίζωσε τόσο αποτελεσματικά στην ελληνική συνείδηση ώστε μέχρι σήμερα αποτελεί το πλαίσιο εντός του οποίου καταλαβαίνουμε τον εαυτό μας. Οι σελίδες του εθνικού ιστοριογράφου αποτελούν το σημαντικότερο θεμέλιο ιστορικής παιδείας που διαθέτει η νεοελληνική πνευματική παράδοση και η αγνόησή του ως αντικειμένου διαλόγου και προβληματισμού συνεπάγεται επικίνδυνο ιστορικό αναλφαβητισμό.

Ο αναγνώστης που θα σκύψει στις σελίδες του Παπαρρηγόπουλου θα εκπλαγεί ίσως με την ανακάλυψη και των κρίσεων του εθνικού ιστοριογράφου για την εποχή του: «το έθνος ανεδείχθη εν τοις χρόνοις της δουλείας υπέρτερον ή από των χρόνων της απελευθερώσεως και εφεξής» ή «από του θανάτου του Κυβερνήτου, το Ελληνικόν έθνος ή εική και ως έτυχεν ή ουδόλως εκυβερνήθη».

Είναι και οι κρίσεις αυτές ένας ουσιώδης λόγος για να θυμόμαστε τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο και να στοχαζόμαστε σοβαρά πάνω στο έργο, τις ιδέες και την ιστορική του κρίση.

Ο κ. Πασχάλης Κιτρομηλίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Το Βήμα» την 13/12/2015. Για την ανάρτηση λήφθηκε από την ηλεκτρονική ιστοσελίδα του Βήματος.

 

Posted in Πασχάλης Κιτρομηλίδης, Uncategorized | Tagged , , , , , , , , , , | Σχολιάστε

Ιδεολογικές χρήσεις της θεολογίας

Το κείμενο που ακολουθεί είναι βιβλιοκριτική μου που δημοσιεύθηκε στο πρώτο τεύχος του περιοδικού «Νέο Πλανόδιον» (τχ. 1, χειμώνας 2013-2014, σελ. 195-199) και αφορούσε στο έργο του Στέλιου Ράμφου Time out. Η ελληνική αίσθησι του χρόνου, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2012. 

Οι αριθμοί στις αγκύλες αντιστοιχούν στις σελίδες της έντυπης έκδοσης. 

Του Λεωνίδα Σταματελόπουλου

[195] Στέλιος Ράμφος, Time out. Ἡ ἑλ­λη­νι­κὴ
αἴ­σθη­σι τοῦ χρό­νου, Ἁρ­μός, 2012

Τὸ βι­βλί­ο ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­νε­πτυγ­μέ­νη μορ­φὴ ὁ­μι­λί­ας ποὺ δό­θη­κε στὶς 16 Φε­βρου­α­ρί­ου 2012 σὲ ἐκδήλωση τοῦ Με­γά­ρου Μου­σι­κῆς Ἀ­θη­νῶν. Ὁ­μο­λο­γη­μέ­νη πρό­θε­ση τοῦ συγγραφέα εἶ­ναι ἡ κα­τα­νό­η­ση τοῦ νε­ο­ελ­λη­νι­κοῦ πνευ­μα­τι­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ ὑ­πὸ τὸ πρί­σμα τῆς συμ­βο­λι­κῆς τοῦ χρό­νου του. Ἡ συν­θε­τι­κή του προ­σπά­θει­α εἶ­ναι προ­φα­νὴς ἀλ­λὰ ἐκ τῶν πραγ­μά­των ἡ περιο­ρι­σμέ­νη ἔ­κτα­ση τοῦ κειμένου εἶ­ναι ἀναν­τί­στοι­χη πρὸς τὸ τε­ρά­στι­ο ἔρ­γο που ἀναλαμβά­νει. Εὐ­ε­ξή­γη­τη λοι­πὸν καὶ ἡ δυ­σχέ­ρει­α νὰ τὸ ἀναλύσουμε κριτικά. Γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτόν θὰ τὸ ἐν­τά­ξουμε, περι­ο­ρι­σμέ­να καὶ ἐ­πι­λε­κτι­κὰ ἔ­στω, στὴν προ­βλη­μα­τι­κὴ ποὺ ἐ­ξέ­θε­σε ὁ συγγραφέ­ας στὸ βιβλίο του Ὁ κα­η­μὸς τοῦ ἑ­νός (2000) προ­κει­μέ­νου νὰ τὸ ἑρμηνεύσουμε πλη­ρέ­στε­ρα. Τὸ ὅ­τι ὁ ἴ­διος ὁ Ράμφος θε­ω­ρεῖ ὅ­τι Ὁ κα­η­μὸς τοῦ ἑνὸς ἀποκρυ­σταλ­λώ­νει τὴν προ­βλη­μα­τι­κή του τῆς προ­γε­νέ­στε­ρης πε­ρι­ό­δου, καθι­στᾶ νόμι­μη, κα­τ’ ἀρ­χὰς, τὴν ἀ­να­φο­ρά μας σ’ αὐ­τό. Ὅ­πως ση­μει­ώ­νε­ι σὲ ἕ­τε­ρο ἔρ­γο του, βα­σι­κὴ μέ­ρι­μνά του ὑ­πῆρ­ξε ἡ πα­ρέμ­βα­ση στὰ πρό­τυ­πα καὶ στὶς ἀ­ξί­ες μιᾶς πα­ρά­δο­σης ποὺ ἀρ­νεῖ­ται τὴν ἱ­στο­ρι­κό­τη­τα (βλ. Ἱ­λα­ρὸν φῶς τοῦ κόσμου, 22006, σ. 10-11), μέ­ρι­μνα ποὺ δι­α­περ­νᾶ καὶ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο κεί­με­νό του.

Πρώ­τι­στο μέ­λη­μα τοῦ συγ­γρα­φέ­α εἶ­ναι νὰ κα­το­χυ­ρώ­σει τὴν βα­ρύ­νου­σα σημασία τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ ὡς κεν­τρι­κοῦ πε­δί­ου γιὰ τὴ σύλ­λη­ψη τῆς σύγ­χρο­νης νεο­ελ­λη­νι­κῆς κρί­σης. Εὐθὺς ἐξαρ­χῆς λοι­πὸν ἡ οἰ­κο­νο­μι­κὴ κρί­ση ἐμ­φα­νί­ζε­ται ὡς τὸ πε­δί­ο ὅ­που προ­βάλ­λε­ται ἡ ἴ­δια μας ἡ πολιτισμικὴ ταυ­τό­τη­τα. Γιὰ νὰ κα­τα­στεῖ ἡ ἀ­πό­φαν­σή του ἐ­ναρ­γής, ο Σ.Ρ. θὰ προ­βεῖ στὴ δια­πί­στω­ση ὅ­τι ἡ κρί­ση ἐμφανίζεται στὸ τέ­λος τῆς εὐ­νο­ϊ­κό­τε­ρης, ὑ­πὸ τὴν ἔ­πο­ψη τῶν συνθη­κῶν, περιόδου τοῦ νέ­ου ἑλ­λα­δι­κοῦ κρά­τους. Ἡ ἄ­πλε­τη δη­μο­κρα­τί­α, οἱ πρω­το­φα­νεῖς ἐλευ­θε­ρί­ες, τὸ ἐ­πί­πε­δο τῆς οἰ­κο­νο­μι­κῆς εὐ­η­με­ρί­ας, ἡ συμ­με­το­χὴ στὸ ἀ­σφα­λὲς πλαί­σι­ο τῆς Εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς Ἕ­νω­σης ἀ­να­φέ­ρον­ται πρὸς ἐ­πίρ­ρω­ση τῆς θέ­σης του. Μὲ δε­δο­μέ­νο λοι­πὸν τὸν εὐ­νο­ϊ­κὸ χα­ρα­κτή­ρα τῆς με­τα­πο­λι­τευ­τι­κῆς κα­τά­στα­σης, ἡ ἀνα­ζή­τη­ση τῆς αἰ­τί­ας τῶν σημερινῶν δει­νῶν ὁ­δη­γεῖ ἀ­να­πό­δρα­στα, κα­τὰ Ράμ­φο, στοὺς ἴ­διους τους Ἕλ­λη­νες καὶ στὴ νο­ο­τρο­πί­α τους, δη­λα­δὴ στὸν πο­λι­τι­σμό τους.

Μὲ τὴ σει­ρά της, ἡ πο­λι­τι­σμι­κή μας ταυ­τό­τη­τα συλ­λαμ­βά­νε­ται κα­τ’ ἀρ­χὰς ὑ­πὸ τὸ φῶς τοῦ ἀ­συμ­βί­βα­στου μεταξὺ πα­ρα­δο­σι­α­κῆς κοι­νω­νί­ας καὶ κρά­τους μὲ τὴν ἔντα­ση αὐ­τὴ νὰ ἀπολήγει στὴν πα­ροῦ­σα οἰ­κο­νο­μι­κὴ κρί­ση. Ἠ θε­ω­ρη­τι­κὴ ἀπόπει­ρα τοῦ Ράμ­φου ἀποβλέπει στὸν φω­τι­σμὸ τοῦ νεοελ­λη­νι­κοῦ βί­ου, ἔτσι έξετάζει φαινόμενα ὅ­πως ἡ ἔλ­λει­ψη ἐμπιστοσύνης ἀ­νά­με­σα σὲ πο­λί­τη καὶ κράτος, ἡ προ­τε­ραι­ό­τη­τα κά­θε ὀρ­γα­νω­μέ­νης μερικότη­τας (κόμ­μα, συν­τε­χνί­α, ἰδιαί­τε­ρος τό­πος) ἔ­ναν­τί του κεν­τρι­κοῦ κρά­τους καὶ κατ’ ἐ­πέ­κτα­ση ἔ­ναν­τι τοῦ ἴδιου τοῦ Ἔ­θνους. Ὁ συγγραφέας τὰ θε­ω­ρεῖ ὅ­λα αὐτὰ μέ­σα ἀ­πὸ ὅ,τι αποκαλεῖ «ἑλ­λη­νι­κὴ αἴ­σθη­ση τοῦ χρό­νου».

Βασικὸ σχῆ­μα τῆς ἀ­νά­λυ­σής του εἶναι ἡ με­τα­τρο­πὴ τοῦ χρό­νου σὲ χῶ­ρο  στὸ πλαί­σι­ο πάν­τα τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς πα­ρά­δο­σης. Ἡ με­τα­τρο­πὴ τοῦ χρό­νου σὲ χῶ­ρο δηλώ­νει τόσο τὴν πρωτοκαθεδρί­α τοῦ πα­ρόν­τος ὅσο καὶ τὴ συ­να­κό­λου­θη ἀποφυγὴ σχε­δι­α­σμοῦ καὶ πρό- [196] βλεψης τοῦ μέλ­λον­τος. Ἡ τά­ση τῶν Ἑλ­λή­νων νὰ με­τα­τρέ­πουν ἀ­έ­να­α τὸν χρό­νο σὲ χῶ­ρο ὁ­δη­γεῖ στὶς ἀγ­κυ­λώ­σεις τῆς κλει­στῆς κοινω­νί­ας· ἡ ἐ­ξί­σω­ση δι­α­τυ­πώ­νε­ται ἀ­φο­ρι­στι­κὰ καὶ αἰχ­μη­ρά: κλει­στὸς τό­πος, κλει­στὸς χρό­νος, κλει­στὴ κοι­νω­νί­α, κλει­στὰ ἐ­παγ­γέλ­μα­τα. Στὴ συμ­βο­λι­κή τοῦ χρό­νου συγ­κε­φα­λαι­ώ­νονται ἡ νο­ο­τρο­πί­α τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς οἰ­κο­γέ­νει­ας, ἡ ἐπενδυτικὴ ἐμμονὴ στὰ ἀ­κί­νη­τα, ἡ ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κὴ καὶ ἡ δό­μη­ση τοῦ δη­μό­σι­ου χώρου, ἡ γραφει­ο­κρα­τί­α, τὸ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Θε­ό­δω­ρου Ἀγγελόπουλου, ἡ ἐ­πι­κρά­τη­ση τοῦ φθό­νου στὴν ἑλ­λα­δι­κὴ κοι­νω­νί­α – γιὰ νὰ σταθοῦ­με στὰ κυ­ρι­ό­τε­ρα ἀ­πὸ τὰ θέ­μα­τα ποὺ θί­γει ἡ ἀ­νά­λυ­ση. Πα­ρε­πό­με­νο τῆς ἴ­διας στά­σης εἶ­ναι ἡ ὑ­πο­πλα­σί­α τῆς δη­μό­σι­ας σφαί­ρας καὶ ἡ ὑπερ­τρο­φί­α τῆς ἰδιω­τι­κῆς.

Ἡ ρί­ζα τῆς νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς αἴ­σθη­σης τοῦ χρό­νου ἀ­νι­χνεύ­ε­ται στὴ θρησκευτικότητα τοῦ Ἕλλη­να. Ἡ τά­ση μας νὰ με­τα­τρέ­που­με τὸν χρό­νο σὲ χῶ­ρο ὑ­πα­κού­ει σὲ «κά­ποιο πα­νάρ­χαι­ο –θρη­σκευ­τι­κῆς κα­τα­βο­λῆς – αἴ­τη­μα αἰωνιότητος» (σ.17). Ὁ λει­τουρ­γι­κὸς χρό­νος τῆς Ἐκκλη­σί­ας μὲ τὸν μο­νο­με­ρῆ προσα­να­το­λι­σμό του στὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα ὑ­πο­νο­μεύ­ει, ἂν δὲν ἀναι­ρεῖ, τὴν ἔ­ξο­δο τοῦ πι­στοῦ στὴν Ἱ­στο­ρί­α. Ὑ­πὸ τὴν ἔ­πο­ψη αὐ­τὴ εἶ­ναι προ­φα­νὲς ὅ­τι ὁ χρόνος τοῦ ἑορτο­λο­γί­ου ἀν­τι­τί­θε­ται στὸν χρό­νο τῆς αὐ­τε­νέρ­γει­ας καὶ τῆς δημιουργικότητας. Ἐγ­κλω­βι­σμέ­νος στὴν ἀ­κι­νη­σί­α ποὺ τοῦ ἐ­πι­βάλ­λει ὁ πόθος τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας, ὁ Ἕλ­λη­νας ἀ­πο­σύ­ρε­ται ἀ­πὸ τὸν ἱ­στο­ρι­κὸ χρό­νο, πράγμα ποὺ τὸν ὠ­θεῖ στὴν ἀνάπτυ­ξη ἐ­σχα­το­λο­γι­κῶν τά­σε­ων. Πά­σης φύ­σε­ως με­τα­ϊ­στο­ρι­κὲς φαν­τα­σι­ώ­σεις βρί­σκουν ἐ­δῶ πρόσφο­ρο ἔ­δα­φος. Ἀ­πέ­ναν­τι σὲ αὐ­τὴ τὴ δε­σπο­τεί­α τοῦ τώ­ρα καὶ στὸ ἦ­θος ποὺ ἐκ­πο­ρεύ­ε­ται ἀπὸ αὐ­τό, ὁ Ράμ­φος ἀν­τι­τάσ­σει τὴν ἀ­στι­κὴ (ὁ συγγραφέ­ας δὲν χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὸν ὅρο) ἀντίλη­ψη πε­ρὶ χρό­νου καὶ τὸ συνακόλουθο ἦ­θος του: «στὴν μα­κα­ρί­α προ­ο­πτι­κή της ἀ­κι­νη­σί­ας δὲν βρί­σκει θέσι τὸ μέλ­λον, ἡ πρό­βλε­ψι, ὁ προ­γραμ­μα­τι­σμός, ἡ μέ­θο­δος, κα­θὼς ἐκμηδενζεται ἡ ρο­ὴ τοῦ χρό­νου, ἐ­νῶ ἡ ἀ­πρα­ξί­α, ἡ ἀ­να­βλη­τι­κό­της, ἡ ἀ­δι­α­φο­ρί­α ποὺ ἀ­κο­λου­θοῦν, ἀ­να­ζη­τοῦν τὴν ἀ­σφά­λει­α τοῦ πε­ρί­φρα­κτου χώ­ρου» (σ. 23).

Τὸ κεντρικὸ αἴ­τη­μα ποὺ δι­α­περ­νᾶ τὸ κεί­με­νο εἶ­ναι ἡ ἀ­ξί­ω­ση νὰ ἱ­στο­ρι­κευ­θεῖ ἡ ἑλληνορθόδο­ξη θε­ο­λο­γι­κὴ πα­ρά­δο­ση κα­τὰ τρό­πο ποὺ προ­σο­μοι­ά­ζει στὴ διανοητι­κὴ ἱστορία τῆς Δύ­σης. Ἂν ἀ­να­ζη­τή­σου­με στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς φι­λο­σο­φί­ας τὸ πλη­ρέ­στε­ρο παράδειγ­μα μί­α τέ­τοιας ἱ­στο­ρί­κευ­σης θὰ τὸ βροῦ­με στὸν Χέγκελ. Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος το­πο­θέ­τη­σε τὸν Χρι­στό, ἤ­τοι τὸ Ἀ­πό­λυ­το, στὴν Ἱ­στο­ρί­α, ἀνοίγοντας ἔτσι τὸν δρόμο σὲ πολλὰ μεταγενέστε­ρα θε­ο­λο­γι­κὰ ρεύ­μα­τα ποὺ δι­εῖ­δαν σ’ αὐτὴν τὸ κα­τ’ ἐ­ξο­χὴν πε­δί­ο τῆς αὐθυπέρβα­σης καὶ τῆς ἁ­γι­ό­τη­τας τοῦ ἀν­θρώ­που. Ὧς γνωστόν πάντως, τὸ ἔρ­γο τοῦ Χέγκελ δὲν ὑπῆρξε μεμονωμένο προ­σω­πι­κὸ ἐγχείρημα ἀλ­λὰ σύνοψη καὶ ἐ­πι­στέ­γα­σμα τῶν φι­λο­σο­φι­ῶν τῆς ἱ­στο­ρί­ας ποὺ εἶχαν ἀ­να­πτυ­χθεῖ κα­τὰ τὴν πε­ρί­ο­δο τοῦ Δι­α­φω­τι­σμοῦ. Πα­ράλ­λη­λη καὶ ἀντίστοιχη πρὸς τὴ γέ­νε­ση καὶ ἀ­νά­πτυ­ξη τῆς δι­α­φω­τι­στι­κῆς ἀν­τί­λη­ψης τῆς ἱστορί­ας εἶναι καὶ ἡ ὑ­πο­κει­με­νι­κό­τη­τα τοῦ ἀ­στοῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ὑ­πῆρ­ξε ὁ κα­τ’ ἐ­ξο­χὴν ἐκ­φρα­στὴς τῶν νέων φι­λο­σο­φι­κο­ϊ­στο­ρι­κῶν ἀν­τι­λή­ψε­ων καὶ συ­να­κό­λου­θα, γιὰ νὰ μι­λή­σου­με μὲ τὴ γλώσ­σα τοῦ Ράμ­φου, φο­ρέ­ας μιᾶς νέ­ας αἴ­σθη­σης τοῦ χρόνου. Ὁ συγ­γρα­φέ­ας λοι­πὸν ὁ­μι­λεῖ ἀ­πὸ τὴ σκο­πιὰ τοῦ ἀ­στοῦ, τοῦ ὁ­ποί­ου οἱ ἀν­τι­λή­ψεις γιὰ τὸν χρό­νο κα­θὼς καὶ τὸ ἦ­θος του καθίστανται κρι­τή­ρι­α μὲ τὰ ὁποῖ­α ἀ­πο­τι­μᾶ­ται ὁ Ἕλ­λη­νας καὶ ὁ πο­-[197] λι­τι­σμός του.  Ἡ υἱοθέτηση ὄ­ψε­ων τῶν διαφω­τι­στι­κῶν καὶ ἀ­στι­κῶν σχη­μά­των σκέ­ψης ἐ­ξη­γεῖ καὶ τὴν κρι­τι­κὴ τοῦ Ράμφου ὄ­χι μό­νον ἀ­πέ­ναν­τι στὴν πα­ρά­δο­ση ἀλ­λὰ καὶ στὸ με­τα­μον­τέρ­νο. Τοῦ­το εἶναι ἰδι­αί­τε­ρα ἐμ­φα­νὲς κα­τὰ τὴν ἀ­νά­λυ­ση τοῦ ἔρ­γου τοῦ Ἀγ­γε­λό­που­λου ὅ­που γί­νε­ται λό­γος γιὰ τὸ «συ­νει­δη­το­α­συ­νεί­δη­το συν­δυ­α­σμὸ ἀ­χρο­νι­κῆς καὶ μετανεωτε­ρι­κῆς μα­τιᾶς» (σ. 31), ἐ­νῶ δὲν πρέ­πει νὰ ξε­χνᾶ­με ὅ­τι τὸ πρω­τεῖ­ο τοῦ χώ­ρου ἔ­ναν­τι τοῦ χρό­νου ἀ­πο­τε­λεῖ δο­μι­κὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της με­τα­νε­ω­τε­ρι­κῆς κα­τά­στα­σης. Συ­νε­πῶς, ἡ ἑλ­λη­νορ­θό­δο­ξη ὀ­πτι­κὴ μοιά­ζει νὰ συ­ναν­τι­έ­ται σὲ ἕ­να βα­θύ­τε­ρο πε­δί­ο μὲ τὴν με­τα­νε­ω­τε­ρι­κή.

Ἡ ὑπαγωγὴ τῆς νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς ἐμ­πει­ρί­ας στὶς κα­τη­γο­ρί­ες τῶν σχέ­σε­ων χώ­ρου καὶ χρό­νου εἶναι ἐ­πι­σφα­λὴς στὸν βαθ­μὸ ποὺ ἐπιδιώκεται νὰ ἀ­πο­τε­λέ­σει βάση τῆς κα­τα­νό­η­σης τῆς νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς κοι­νω­νί­ας καὶ νο­ο­τρο­πί­ας στὸ σύ­νο­λό τους. Μὲ ἄλ­λα λό­γι­α, τὸ ἐγ­χεί­ρη­μα νὰ συλ­λη­φθεῖ ἡ σύ­νο­λη ἑλ­λη­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δι­ὰ τῆς αἴ­σθη­σης τοῦ χρό­νου μοιά­ζει ἀ­τε­λέ­σφο­ρο. Ὁ προ­βλη­μα­τι­κὸς χα­ρα­κτή­ρας τοῦ ἐγ­χει­ρή­μα­τος ἐ­πι­τεί­νε­ται ἀ­πὸ τὴν ἀ­δι­α­με­σο­λά­βη­τη ἀ­να­γω­γὴ τοῦ πα­ρόν­τος στὸ (ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὸ/πα­ρα­δο­σι­α­κὸ) πα­ρελ­θόν. Αὐτὸ φαίνεται στὴν πραγ­μά­τευ­ση τοῦ ζητήματος τῆς γρα­φει­ο­κρα­τί­ας καὶ τοῦ φθό­νου. Στὴν πε­ρί­πτω­ση τῆς γραφειο­κρα­τί­ας, ὁ ἀ­να­γνώ­στης δὲν κα­τα­νο­εῖ ἂν ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἔ­χει κα­τὰ νοῦ τὴ γρα­φει­ο­κρα­τί­α ἐν γέ­νει ἢ τὴν ἑλ­λα­δι­κὴ ὄ­ψη της. Ὁ­ρι­σμέ­νες διατυπώσεις ἐνισχύουν τὴν πρώ­τη ἐκ­δο­χὴ, ἄλ­λες τὴ δεύ­τε­ρη. Ὡστόσο, ὁ θε­σμὸς τῆς γραφειοκρα­τί­ας θε­με­λι­ώ­νε­ται κα­τὰ τὴν πε­ρί­ο­δο τοῦ ἀ­πο­λυ­ταρ­χι­κοῦ κρά­τους καὶ ἐ­κλε­πτύ­νε­ται κα­τὰ τὴν ἀ­στι­κὴ ἐ­πο­χή, τὴν ἴ­δια ἀ­κρι­βῶς πε­ρί­ο­δο ποὺ ἀναπτύσσεται ἡ δι­α­φω­τι­στι­κὴ φι­λο­σο­φί­α τῆς ἱ­στο­ρί­ας μὲ κα­τ’ ἐ­ξο­χὴν φο­ρέ­α της τὴν ἀ­στι­κὴ ὑ­πο­κει­με­νι­κό­τη­τα.

Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρά, ἡ ἑλ­λα­δι­κὴ ἐκ­δο­χὴ τῆς γρα­φει­ο­κρα­τί­ας πε­ρισ­σό­τε­ρο μοιά­ζει μὲ κα­ρι­κα­τού­ρα, ἀφοῦ γιὰ τὴν ἀ­νά­λυ­σή της ὁ Ράμ­φος, καὶ πα­ρ’ ό­λες τὶς θε­ω­ρη­τι­κές του δι­α­κη­ρύ­ξεις, δὲν ἐ­πι­στρα­τεύ­ει τὴν συμ­βο­λι­κή τοῦ χρό­νου. Ἡ μόνη ἀ­να­φο­ρά του στὸν χρό­νο ἐδῶ βρί­σκε­ται στὴν κα­τα­λη­κτι­κὴ δι­α­τύ­πω­σή του: «ἀ­πώ­τε­ρος λό­γος ὑ­πάρ­ξε­ως κά­θε γρα­φει­ο­κρα­τί­ας εἶ­ναι ἡ ἀ­πο­φυ­γὴ τοῦ τραγικοῦ, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐ­πι­φυλ­λάσ­σει συ­χνό­τα­τα τὸ μέλ­λον» (σ. 27). Μὲ τὴν παρατήρη­ση αὐ­τὴ μπο­ρεῖ νὰ συμ­φω­νή­σει κα­νεὶς, ἀλ­λὰ σὲ ἄλ­λο ὁ­ρί­ζον­τα κατανό­η­σης ἀ­πὸ αὐ­τὸν ποὺ δι­α­θέ­τει ὁ Ράμ­φος. Ἡ ἀν­τί­λη­ψη τοῦ τρα­γι­κοῦ δημιουρ­γή­θη­κε στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ ἀρ­χαι­ό­τη­τα. Σ’ αὐ­τὴν κυ­ρι­αρ­χεῖ ἡ κυ­κλι­κὴ ἀντίληψη πε­ρὶ χρό­νου ποὺ μὲ τὴ σει­ρὰ τῆς θε­με­λι­ώ­νε­ται σὲ μί­α δι­α­φο­ρε­τι­κὴ τῆς νε­ω­τε­ρι­κῆς ἀν­τί­λη­ψη πε­ρὶ φύ­σε­ως, κο­σμο­θε­ω­ρη­τι­κὸς προ­σα­να­το­λι­σμὸς ποὺ ἀπέ­χει ἀ­πὸ τὶς γραμ­μι­κὲς ἀν­τι­λή­ψεις τῶν φι­λο­σο­φι­ῶν τῆς ἱ­στο­ρί­ας τοῦ Διαφωτισμοῦ. Ἄλ­λω­στε εἶ­ναι ὁ προ­γραμ­μα­τι­σμός, ἡ μέ­θο­δος, ἡ πρό­βλε­ψη ποὺ ἀξι­ώ­νουν νὰ ἀ­πο­κλεί­σουν τὸ τρα­γι­κὸ ἀ­πὸ τὸν βί­ο τοῦ σύγ­χρο­νου ἀν­θρώ­που καί, ἀν­τί­θε­τα ἀ­πὸ τὰ ὅ­σα ση­μει­ώ­νει ὁ συγ­γρα­φέ­ας, ὅλα αὐτὰ ἀ­πο­τε­λοῦν χαρακτηριστι­κὰ γνω­ρί­σμα­τα κά­θε γρα­φει­ο­κρα­τί­ας – ἰ­δί­ως τῆς κα­λύ­τε­ρα ὀργανω­μέ­νης.

Ἀ­ναλύοντας­ τὸν φθό­νο, ὁ συγ­γρα­φέ­ας θὰ ἀ­να­φερ­θεῖ στὸν ναρ­κισσ­σι­σμό, στὶς ἀ­πλή­ρω­τες ἐ­πι­θυ­μί­ες, στὴ μει­ω­μέ­νη αὐ­το­πε­ποί­θη­ση. Γιὰ νὰ ἐ­ξη­γή­σει τὶς συλλογι­κὲς δι­α­στά­σεις ποὺ ἀ­πο­κτᾶ ὁ φθό­νος στὴν ἑλ­λα­δι­κὴ κοι­νω­νί­α καταφεύγει στὴν ἀν­θρω­πο­λο­γι­κὴ προ­σέγ­γι­ση το­νί­ζον­τας μ’ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο τὴν βα­ρύ­νου­σα ση­μα­σί­α τῆς [198] ὁ­μά­δας γιὰ τὸν βί­ο τοῦ Ἕλ­λη­να. Ἐ­ρω­τή­μα­τα ποὺ εἶναι σύμ­φυ­τα μὲ τὴν ἀ­νά­λυ­ση τοῦ φθό­νου, ὅ­πως ἡ ἰ­δε­ο­λο­γί­α τῆς ἰ­σό­τη­τας καὶ ἡ ἰ­δι­αί­τε­ρη λειτουργί­α της στὶς νε­ο­ελ­λη­νι­κὲς συν­θῆ­κες ἢ ἀ­κό­μη ζη­τή­μα­τα ποὺ ἀνα­κύ­πτουν γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν αὐ­θεν­τί­α τῶν θε­σμῶν κ.λπ. δὲν τί­θεν­ται κάν. Ἐπιπλέον, ἡ ὑποπλα­σί­α τῆς θε­σμι­κῆς ἀ­νά­λυ­σης στὸν λό­γο του τὸν ὁ­δη­γεῖ στὴν ἀ­νεύ­ρε­ση τῆς ρί­ζας τοῦ προ­βλή­μα­τος στὴν ὑ­πο­τρο­πὴ ἑ­νὸς πο­λι­τι­σμι­κοῦ ἐλλείμμα­τος αὐτοσυνει­δη­σί­ας (σ. 47). Ἡ δι­ά­στα­ση τοῦ χρό­νου τί­θε­ται παρεμπιπτόν­τως στις δια­τυ­πώ­σεις του περί τοῦ ὑ­πο­κει­με­νι­κοῦ χρό­νου ποὺ ἀρ­γεῖ (σ. 47) κ.ἄ., ἀλ­λὰ τοῦτο δὲν ση­μαί­νει τί­πο­τε πε­ρισ­σό­τε­ρο πα­ρὰ ὅ­τι ἐ­νυ­πάρ­χει ἡ διά­στα­ση τοῦ χρόνου σὲ κά­θε ἀν­θρώ­πι­νο ἐ­νέρ­γη­μα. Ὁ ἁ­πλὸς ἐν­το­πι­σμός της δὲν ἀ­να­δει­κνύ­ει τὴ συμ­βο­λι­κή τοῦ χρό­νου σὲ μεί­ζο­να ἑρ­μη­νευ­τι­κὴ ἀρ­χή. Ἐν κατακλεί­δι, ἡ ὅ­λη ἀνά­λυ­ση τοῦ φθό­νου ἐ­ρεί­δε­ται πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο στὴν ἁ­πλὴ πε­ρι­γρα­φὴ τοῦ φαινο­μέ­νου, ἐ­νῶ ἡ δι­ά­στα­ση τοῦ χρό­νου δὲν προσ­δί­δει τί­πο­τε πρὸς τὴν κατεύθυν­ση τῆς κα­τα­νό­η­σης τοῦ φθό­νου καὶ τῆς ἔ­κτα­σής του στὴν ἑλλα­δι­κὴ κοινω­νί­α.

Δεδηλωμένη πρό­θε­ση τοῦ συγγραφέα δὲν εἶ­ναι ἁπλῶς ἡ κα­τα­νό­η­ση τῶν δεινῶν ἀλ­λὰ καὶ ἡ θε­ρα­πεί­α τους. Ἡ συ­νύ­φαν­ση αὐ­τὴ (κα­τα­νό­η­ση καὶ θε­ρα­πεί­α) ἔ­χει κα­τα­στα­τι­κὴ θέ­ση στὴ σκέ­ψη τοῦ Ράμφου καὶ δι­έ­πει καὶ τὸ ἔρ­γο ποὺ ἀ­να­λύ­ε­ται ἐ­δῶ. Στὸν Κα­η­μὸ τοῦ ἑ­νὸς ση­μει­ώ­νει:  «Κά­θε πο­λι­τι­κὴ τι­θα­σσεύ­σε­ως τῶν ἐθνικῶν ἀ­δρα­νει­ῶν προ­ϋ­πο­θέ­τει ἐ­νερ­γο­ποι­ὸ προ­σπέ­λα­σι τῆς ὀρ­θο­δό­ξου πίστεως, ποῦ συν­τη­ρεῖ τώ­ρα στὸν πε­τρω­μέ­νο ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὸ συμ­βο­λι­σμὸ ἀκέραιο τὸ σύ­στη­μά τους» (σ. 220). Συ­νε­πῶς, τὸ αἴτημα μιᾶς βα­θύ­τε­ρης ἰδεολογικῆς καὶ ψυ­χι­κῆς με­τα­στρο­φῆς τῶν ὀρ­θο­δό­ξων μοιά­ζει αὐ­το­νό­η­το: «Δὲν ἀρ­κεῖ ἑ­πο­μέ­νως ἡ συμ­φω­νί­α τῶν ἀ­πό­ψε­ων, ἀ­παι­τεῖ­ται καὶ προ­κα­τα­βο­λι­κὴ ἐσωτε­ρι­κὴ προ­σαρ­μο­γὴ τῶν ὀρ­θο­δό­ξων λα­ῶν στὰ ἱ­στο­ρι­κὰ δε­δο­μέ­να, ἤ­γουν τὸν πο­λι­τι­σμὸ τῆς ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κῆς καὶ τῆς δι­α­μαρ­τυ­ρο­μέ­νης Δύ­σε­ως» (σ. 17 ).

Ἀκόμη κι ἂν προ­σοι­κει­ω­θοῦ­με τὴν προ­βλη­μα­τι­κή του Ράμ­φου καὶ υἱ­ο­θε­τή­σου­με ὡς ὀρ­θὰ τὰ πο­ρί­σμα­τα τῆς σκέ­ψης του, δὲν μπο­ρεῖ πα­ρὰ νὰ τε­θοῦν μιὰ σει­ρὰ ἀπὸ ζη­τή­μα­τα. Οἱ δι­α­μορ­φω­μέ­νες αὐ­τὲς πα­ρα­δό­σεις εἶ­ναι προ­ϊ­όν­τα δι­ερ­γα­σι­ῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­πο­κρυ­σταλ­λώ­θη­καν σὲ θε­ο­λο­γι­κὲς ζυ­μώ­σεις οἱ ὁ­ποῖ­ες ἐ­πη­ρέ­α­σαν καθο­ρι­στι­κὰ τὸ συλ­λο­γι­κὸ πνεῦ­μα, προ­τοῦ με­τα­βλη­θοῦν σὲ ἱ­ζή­μα­τα καὶ πολιτισμι­κὲς πα­ρα­δό­σεις ποὺ ἐ­πε­νερ­γοῦν στὴν ἱ­στο­ρί­α. Πῶς μπορεῖ νὰ ἀποτελέσουν ἀν­τι­κεί­με­νο ἀνάλογων ζυ­μώ­σε­ων σὲ κοι­νω­νί­ες ὅ­πως ἡ δι­κή μας, ποὺ ἔ­χουν ἀ­πο­θρη­σκει­ο­ποι­η­θεῖ σὲ τε­ρά­στι­α ἔ­κτα­ση; Ἔ­πει­τα, κι ἂν ἀ­κό­μη λάμβανε χώ­ρα ἡ ὁ­λο­θυ­μη με­τα­στρο­φὴ τῶν Ἑλ­λή­νων πρὸς ζη­τή­σεις θε­ο­λο­γι­κῆς ὑ­φῆς τοῦ­το δὲν θὰ σή­μαι­νε ὅ­τι αὐτὲς θὰ ἀ­πέδιδαν καρ­ποὺς σὲ ὁ­ρα­τὸ χρο­νι­κὸ ὁρίζον­τα. Ὅμως γιὰ τὸν Ράμφο, τὸ αἴ­τη­μα γιὰ ἐ­σω­τε­ρι­κή, δη­λα­δὴ ψυ­χι­κὴ καὶ ἰδεο­λο­γι­κή, προ­σαρ­μο­γὴ τῶν Ἑλ­λή­νων στὶς νέ­ες συν­θῆ­κες, ὁφείλει νὰ μετατραπεῖ σὲ ἁ­πτὸ πο­λι­τι­κὸ κέ­λευ­σμα­ (σέλ. 54-57).

Ἐ­πὶ τῆ βά­σει τῶν ἴ­διων προ­κει­μέ­νων, κα­θί­στα­ται με­τέ­ω­ρη ἡ ἔμ­φα­ση ποὺ προσ­δί­δει ὁ ἴ­διος ὁ συγ­γρα­φέ­ας στὴ με­τα­πο­λι­τευ­τι­κὴ πε­ρί­ο­δο. Ἄν, μὲ ἄλ­λα λό­γι­α, ἡ αἴσθη­ση τοῦ χρό­νου ποὺ πε­ρι­γρά­φε­ι, δι­α­περ­νᾶ τὸν ἑλ­λη­νι­κὸ βί­ο ἀ­πὸ κα­τα­βο­λῆς, δὲν δύ­να­ται νὰ έξηγηθεῖ ὅτι ἡ κορύφωση τῆς κρίσης σημειώνεται ἀκριβῶς μὲ τὸ πέρας τῆς Με­τα­πο­λί­τευ­σης – σὲ μιὰ περίοδο δη-[199] λαδὴ ποὺ οἱ ποι­κί­λοι «ἀρ­χα­ϊ­σμοὶ» ὀ­πι­σθο­χω­ροῦν σὲ βαθ­μὸ πρωτοφανῆ. Ὁ πο­λι­τι­κοϊ­δε­ο­λο­γι­κός, κι ὄ­χι ἑρμηνευτκός, χα­ρα­κτή­ρας τῆς ὁ­μι­λί­ας τοῦ Ράμ­φου δι­α­φαί­νε­ται καὶ σὲ ἕ­να ἄλ­λο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό του λό­γου του. Στό­χος τῆς κρι­τι­κῆς του εἶ­ναι ἡ κοι­νω­νί­α, ἐ­νῶ τὸ κρά­τος, πέ­ρα ἀ­πὸ δευ­τε­ρευ­ού­σης ση­μα­σί­ας νύ­ξεις, ἀ­φή­νε­ται στὸ ἀ­πυ­ρό­βλη­το τῆς κρι­τι­κῆς ἢ, στὴν κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση, ὑπονοεῖται ὅ­τι δὲν συ­νι­στᾶ πα­ρὰ ὀργα­νι­κὴ προ­έ­κτα­ση τῆς κοι­νω­νί­ας.

Ἡ ὁ­μι­λί­α τοῦ Ράμ­φου πε­ρι­έ­χει βεβαίως καὶ γό­νι­μες πα­ρα­τη­ρή­σεις. Λ.χ. σημειώνει ὁ συγ­γρα­φέ­ας:  «Τὸ πο­λι­τι­κό μας σύ­στη­μα χα­ρα­κτη­ρί­ζει μι­ὰ ἀ­δι­ά­κο­πη ἀν­τι­πα­λό­της καὶ ἀ­να­μέ­τρη­σι κομ­μά­των καὶ ὁ­μά­δων μὲ κοι­νὸ τό­πο συ­ναι­νέ­σε­ως τὴν συ­νε­νο­χή. Στὴν ἄ­σπον­δη συ­νε­νο­χή τους οἱ σπα­ρασ­σό­με­νες φα­τρί­ες μοιράζον­ται τό­σα, ὥ­στε οἱ θε­σμοὶ ν’ ἀ­δει­ά­ζουν ἀ­πὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο» (σ. 27-28). Τούτη ἡ διαπίστωση συνδυάζει τὰ πο­ρίσματα τῆς κοι­νω­νι­κῆς ἱ­στο­ρί­ας καὶ τῆς πο­λι­τι­κῆς κοι­νω­νι­ο­λο­γί­ας μὲ τὴν ἑρ­μη­νευ­τι­κὴ τῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν ἀ­νά­λυ­ση τῆς νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς ἰ­δε­ο­λο­γί­ας, καὶ συνεισφέρει στὴν κα­τα­νό­η­ση τῶν φαινομένων ποὺ συζητᾶμε ἐδῶ.

Οἱ δικές μας ἐν­στά­σε­ις ποὺ προ­η­γή­θη­καν κι­νοῦνται στὸν χῶ­ρο τῆς κοινωνιολογι­κῆς κρι­τι­κῆς καὶ τῶν ἐ­σω­τε­ρι­κῶν ἀν­τι­φά­σε­ων ἢ ἀ­συ­νε­πει­ῶν τῆς σκέ­ψης τοῦ συγ­γρα­φέ­α. Μιὰ βα­θύ­τε­ρη κρι­τι­κὴ μπορεῖ νὰ ἐπισημάνει πτυ­χὲς τῆς ἑλ­λη­νορ­θό­δο­ξης πα­ρά­δο­σης προωθητικὲς γιὰ τὴν ἱ­στο­ρι­κὴ πρά­ξη, δυνητικὰ τουλάχιστον. Σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, γιὰ τὴν σκέ­ψη ποὺ ἀ­ξι­ώ­νει νὰ συν­δέ­σει τὰ κείμε­να μὲ τὶς ἱ­στο­ρι­κὲς πρα­κτι­κὲς, ἀναγκαία προ­ϋ­πόθεση εἶναι ἡ τριβὴ μὲ τὸ ἐπι­στη­μο­νι­κὸ πε­δί­ο ποὺ ἀ­πο­κα­λεῖ­ται ἱ­στο­ρι­κὴ κοι­νω­νι­ο­λο­γί­α τῆς θρη­σκεί­ας. Ὑπ’ αὐτὸ τὸ πρίσμα, τὸ ζή­τη­μά μας θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ συ­νο­ψι­στεῖ στὸ ἐ­ρώ­τη­μα: Ποιές ὄ­ψεις τῆς ἑλ­λη­νορ­θό­δο­ξης πα­ρά­δο­σης ἀ­ξι­ο­ποι­ή­θη­καν ἱ­στο­ρι­κά, ἀ­πὸ ποιούς, σὲ ποιὰ κα­τεύ­θυν­ση καὶ για­τί; Ἐξ ὅ­σων γνω­ρί­ζου­με τέ­τοιες ἢ πα­ρεμ­φε­ρεῖς ἐρ­γα­σί­ες δὲν ἔ­χουν ἐπιχειρηθεῖ ἴ­σα­με σή­με­ρα. Ἡ αὐ­θαί­ρε­τη σύν­δε­ση τῶν κει­μέ­νων μὲ πτυ­χὲς τῆς κοι­νω­νι­κῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας εἶ­ναι με­θο­δο­λο­γι­κὰ ἐ­σφαλ­μέ­νη καὶ στὴν κα­λύ­τε­ρη τῶν πε­ρι­πτώ­σε­ων μᾶς δί­δει ὑ­πο­θέ­σεις ἐρ­γα­σί­ας. Ἀλ­λὰ αὐ­τή μας ἡ κρί­ση δὲν ἰ­σχύ­ει μό­νον γιὰ τὴν ὁ­μι­λί­α τοῦ Στέ­λιου Ράμ­φου.

 

 

Posted in Εκ της διαχειρίσεως | Tagged , , , , , , , , , , , , , , , , | 2 σχόλια

Γυμνός λόγος

Σε μία παλιότερη ανάρτηση του ιστολογίου είχε γίνει μνεία ενός σύντομου αποσπάσματος του Γιώργου Σεφέρη που αφορούσε σε μιαν ορισμένη στάση απέναντι στην Τέχνη. Στην ίδια προοπτική κινείται και το παρακάτω απόσπασμα που αντιγράφεται από τις Μέρες (τόμος Β, σελ. 30-31). 

Το παλαιότερο απόσπασμα βρίσκεται εδώ. Οι αριθμοί στις αγκύλες αντιστοιχούν στις σελίδες της έντυπης έκδοσης.

[30] Την άλλη βδομάδα, ακριβώς, ένας νέος που είχα μόλις γνωρίσει στους Παλαμά, δεύτερος καπετάνιος σ’ ένα εμπορικό καράβι, ερχόμενος από τη Ρωσία και πηγαίνοντας στο Rio de Janeiro, μ’ επισκέφτηκε στο γραφείο μου. Ένα παιδί είκοσι τριών – είκοσι τεσσάρων ετών, πολύ καλλιεργημένο, που κουβαλά μαζί του περισσότερα βιβλία παρά ρούχα. Γενήκαμε φίλοι· τον κάλεσα να φάει μαζί μου το βράδυ. Πήγαμε σ’ ένα παλιό αγγλικό εστιατόριο που υπάρχει, πρίν από τη μεγάλη φωτιά του Λονδίνου, κάπου τετρακόσια ή πεντακόσια χρόνια και μένει το ίδιο. Εκεί έτρωγε συχνά ο Ντίκενς  και πολλοί άλλοι που ήταν ή που έγιναν σπουδαίοι· καθίσαμε μαζί όλο το απόγευμα και όλο το βράδυ. Μου έλεγε τη σκληρή ναυτική ζωή· τη νοσταλγία της στεριάς, τη νοσταλγία της θάλασσας· ξέρεις, ένα πολύ κοινό αίσθημα στους ναυτικούς: άμα ταξιδεύουν, μιά τρέλα, μιά μανία τους πιάνει να δούν τ’ ακρογιάλι – ακαταπόνετη· κι άμα πατήσουν το πόδι τους έξω, θέλουν σχεδόν αμέσως να ξαναμπαρκάρουν, να ξαναφύγουν· δεν βρίσκουν τί να κάνουν. Βέβαια αυτό είναι φυσικό και το φαντάζεσαι εσύ, εγώ, ο καθένας, αλλά πραγματοποιείς τι θα πεί ένα τέτοιο αίσθημα στον καθένα, να το ξέρει ο [31] θερμαστής , ο καπετάνιος, ο λοστρόμος, ο μούτσος, συνειδητά; Έπειτα απ’αυτό πόσο κατώτερος μας φαίνεται ο πρώτος ραφιναρισμένος κύριος του «Ντορέ»!  Είπαμε κι άλλα πολλά, φυσικά· τέχνη, Ελλάδα, ζωή. Σήμερα έλαβα ένα γράμμα (γι΄αυτό ίσως σου τα γράφω όλα αυτά)· ξέρεις τι μου γράφει προτού ξεκινήσει για τη Νότια Αμερική; «Ακόμα περνώ κάποιες μου στιγμές με τη μουσική της προσπάθειας που είναι ο Ερωτικός Λόγος» . Πάρ’ το όπως θέλεις, ένα κομπλιμέντο. Αλλά η έκφραση αυτή μ’ ενθουσιάζει· πόσοι μπορούν να πούν ένα τόσο σωστό, τόσο γυμνό λόγο σήμερα στην Ελλάδα; Ξεκινώντας από το γράμμα αυτό, που έλαβα σήμερα το μεσημέρι, άφησα τη φαντασία μου να κυλήσει σε πολλές απότολμες σκέψεις κοιτάζοντας το ποτάμι. Με την προϋπόθεση πως αξίζω εκείνο που θέλω να κάνω, έλεγα πώς η δική μου δράση δεν είναι με τους ομηλίκους μου, αλλά μ’εκείνους που είναι δέκα χρόνια νεώτεροί μου. Να γνωρίσω ένα δυό τέτοιους ακόμη, άγνωστους, ζητώντας τη δυσκολία με πίστη και αγνότητα και βλέπεις τι μπορεί να γίνει και πόσο γρήγορα πάνε περίπατο όλοι οι διάφοροι κατσούφηδες μανταρίνοι που σιγοτηγανίζονται ανάμεσα Πάρνηθα και Υμηττό. Έχω πολλά σχέδια και πολλές αρχές ελπίδων. Τί λές; Θα ζωντανέψει το κορμί της γοργόνας;

Posted in Γιώργος Σεφέρης | Tagged , , | Σχολιάστε

[Το να είμαι δεξιός…]

Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι μέρος του κειμένου του γερμανού συγγραφέα Μπότο Στράους (Botho Strauss, γεν. 1944) με τίτλο Τράγου ωδή διογκούμενη, σε μετάφραση του Πέτρου Γιατζάκη που δημοσιεύεται στο τρέχον τεύχος του περιοδικού Νέο Πλανόδιον (τ.3, καλοκαίρι-φθινόπωρο 2015), σελ. 108-122. Το άρθρο δημοσιεύθηκε στα γερμανικά το 1993. 

Το κείμενο κινείται στο πλαίσιο μιας κριτικής του πολιτισμού και έχει τον χαρακτήρα μανιφέστου. Στο απόσπασμα που ακολουθεί δίνεται μία κρίσιμη όψη μιας δεξιάς κουλτούρας που άλλες φορές είναι συνειδητή κι άλλες φορές λανθάνει.

Οι αριθμοί στις αγκύλες αντιστοιχούν προς τις σελίδες της έντυπης έκδοσης.

[112] Το να είμαι δεξιός όχι εξαιτίας μιας φθηνής ιδεολογίας ούτε από ταπεινά κίνητρα, αλλά μ’όλο μου το είναι, σημαίνει ότι νιώθω την υπεροχή της Μνήμης που συνεπαίρνει τον άνθρωπο, όχι τόσο τον πολίτη, που τον ξεμοναχιάζει και τον συνταράσσει ἐν τῷ μέσω των μοντέρνων, πεφωτισμένων σχέσεων μέσα στις οποίες διάγει τη συνηθισμένη ζωή του. Αυτή η πλήρωση δεν έχει ανάγκη το γελοίο μασκαριλίκι της μιμητικής δουλοπρέπειας, την πραμάτεια από δεύτερο χέρι που πουλούν τα φτηνομάγαζα της Ιστορίας του Κακού.

Πρόκειται εδώ για μια άλλη εξέγερση: εξέγερση ενάντια στην ολοκληρωτική τυραννία του παρόντος, που θέλει να καταληστεύσει το άτομο και να εξαλείψει από πάνω του κάθε ίχνος του αδιαφώτιστου παρελθόντος, του ιστορικού γίνεσθαι και του μυθικού χρόνου. Αλλιώτικα από την αριστερή φαντασία που παρωδεί την ιστορία της Σωτηρίας, η δεξιά φαντασία δεν φαντασιώνεται τη μέλλουσα οικουμενική Βασιλεία, δεν έχει ανάγκη καμιά ουτοπία, αλλά αναζητεί τη επανασύνδεση με τη μακρά διάρκεια, τον ακίνητο χρόνο, και είναι από τη φύση της μνήμη εκ βαθέων και κατά το μέτρο αυτό θρησκευτική ή πρωτοπολιτική μύηση. Είναι πάντοτε και υπαρξιακά μια φαντασία της απώλειας και όχι μια φαντασία της (γήινης) επαγγελίας. Είναι δηλαδή η φαντασία του ποιητή, από τον Όμηρο έως τον Χαίλντερλιν.

Ο δεξιός  υπ’αυτή την έννοια είναι τόσο απομακρυσμένος από τον νεοναζί όσο ο ποδοσφαιρόφιλος από τον χούλιγκαν, μάλιστα ακόμη περισσότερο: ο ολετήρας αυτός που θίγει τα ζωτικά του συμφέροντα του γίνεται ο πιο δεινός και επίμονος εχθρός. (Βέβαια: γίνεται να κάνουμε εχθρούς τα έκθετα που εμείς οι ίδιοι έχουμε εγκαταλείψει;)

Ο δεξιός – με δυο λόγια: ο άνθρωπος του περιθωρίου. Αυτό που τον χωρίζει βαθύτατα από τον προβληματικό κόσμο, είναι η απάθεια αυτού [113] του τελευταίου, η ανόσια αυτοαναφορικότητά του, ο γελοίος αλλά εν ταυτώ και βδελυρός κολλεκτιβισμός του πόνου και της ευδαιμονίας.

Ό,τι και αν γίνεται στην Ανατολική Ευρώπη, εδώ σε εμάς η Αριστερά βρίσκεται όπως και πρώτα εκεί όπου κινείται η πλειοψηφία των διανοουμένων. Δίχως μεγάλες διαφορές στους κόλπους της, είναι η δημόσια ιντελιγκέντσια, είναι οι πανούργοι και συντεντριμμένοι υποτίθεται χωροφύλακες της ηθικής συνείδησης, που πορεύονται αλύγιστοι και άτεγκτοι ώσπου να βρουν και να αδράξουν το πλησιέστερο μικρόφωνο ή δημόσιο βήμα. Οι άνθρωποι που έχουν αναλάβει συλλογικά το εμμονικό εγχείρημα να τελέσουν έναν εξορκισμό με ορθολογικά μέσα σαν να διεκδικούσαν, τουλάχιστον για τον εαυτό τους και για τον λόγο τους, να αποκτήσουν εκείνη ακριβώς τη μαγική και ιερατική αυθεντία, την οποία πολεμούν δριμύτατα ως αδέκαστοι χωροφύλακες της συνείδησης.

Η νεωτερικότητα δεν θα περατωθεί με τους αβρούς μεταμοντέρνους επιγόνους της, αλλά θα ανακοπεί με ένα πολιτισμικό σοκ. Ένα πολιτισμικό σοκ που δεν θα πλήξει τους αγρίους, αλλά αυτούς τους ψυχικά δηωμένους επιλήσμονες.

Posted in Botho Strauss | Tagged , , , , , , , , , , , , , , , | 2 σχόλια

Η εναλλακτική ρήξη

Με το άρθρο του αυτό ο Γιώργος Πρεβελάκης κάνει λόγο για την διατύπωση ενός εναλλακτικού σχεδίου ρήξης με την Ο.Ν.Ε. άλλου από αυτό που εκφράζουν οι υφιστάμενες πολιτικές δυνάμεις. Αν τον διαβάζω σωστά η δική του σκοπιά δεν εκκινεί από ιδεολογικούς λόγους αλλά από την ρεαλιστική εκτίμηση ότι η Χώρα δεν είναι σε θέση να διέλθει από την οδό των μεταρρυθμίσεων. Οι Ευρωπαίοι είναι αυτοί που δεν θα θέλουν στο εγγύς μέλλον την Ελλάδα στη νομισματική ένωση. 

Ακολουθεί το άρθρο: 

Το 2009 άλλαξαν άρδην οι συνθήκες λειτουργίας της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας. Ανεστάλη η εισροή «δωρεάν» άνευ όρων χρήματος, η οποία τροφοδότησε επί τριακονταετία και πλέον το πελατειακό σύστημα, την διαπλοκή, τον παρασιτισμό και, αντί της παραγωγής, την προσοδοθηρία. Το γεγονός αυτό θα όφειλε να προκαλέσει βαθειές αλλαγές και ανακατατάξεις. Όμως, το κατεστημένο απεδείχθη ιδιαιτέρως ανθεκτικό. Χάρη στα χρηματικά αποθέματα του προσφάτου παρελθόντος, στην αμερικανική υποστήριξη και στον συντηρητισμό του πολιτικού συστήματος, η Ελλάδα συνέχισε λίγο-πολύ όπως πριν.

Όλα τα πολιτικά κόμματα, ακόμη και το κυβερνών, χρησιμοποίησαν καταγγελτικό λόγο χωρίς να τολμήσουν να εισηγηθούν ένα πραγματικό ριζοσπαστικό πρόγραμμα· τη εξαιρέσει ενός: η νεοσύστατη «Λαϊκή Ενότητα», για πρώτη φορά από το 2009, παρουσιάζει ένα πρόγραμμα ρήξης με το παρελθόν. Η ΛΑ.Ε., ο μετονομασμένος αλλά αυθεντικός ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς τα τυχοδιωκτικά πασοκογενή στοιχεία και τον καιροσκόπο αρχηγό του, εισηγείται την εγκατάλειψη του καταναλωτικού προτύπου, την οικονομική και γεωπολιτική εσωστρέφεια, την ενίσχυση του κρατισμού, τον αναπόφευκτο περιορισμό των ελευθεριών· την επιστροφή, σε τελευταία ανάλυση, στην μεταπολεμική Ελλάδα. Απευθύνεται σε πολίτες ευλόγως αηδιασμένους από τις παρακμιακές όψεις της ύστερης Μεταπολίτευσης και ανήσυχους από τις ραγδαίες αλλαγές του κόσμου. Η καθησυχαστική αυτή οπισθοδρόμηση παραπέμπει στην παλαιά «ηρωική Αριστερά», όπως σηματοδοτείται από τα εναργή της σύμβολα, τον Μανώλη Γλέζο και τον Μίκη Θεοδωράκη. Επενδύει υποσυνείδητα στην καραμανλική οκταετία, καθώς αναβιώνει την τότε σταθερή δραχμή. Ενώνει, επομένως, στην νοσταλγία Δεξιούς και Αριστερούς. Δεν προσφέρει, βέβαια, πειστική απάντηση στα προβλήματα της Ελλάδας. Αντίθετα με το marketing των καταναλωτικών προϊόντων, στην διεθνή πολιτική το vintage δεν αποδίδει.

Εντούτοις, η «Λαϊκή Ενότητα» επισημαίνει το ιδεολογικό μας κενό. Έναντι της θεώρησης του πολιτικού αυτού εγχειρήματος, η οποία βλέπει την κοινωνία ακινητοποιημένη στον χρόνο και απομονωμένη γεωγραφικά, όπως στο νησί της ιδανικής Πολιτείας του Πλάτωνος, πού να αναζητηθεί η εναλλακτική; Ποιός προβάλλει την «αριστοτέλειο» ρήξη, δηλαδή το ανοικτό, δυναμικό και δημιουργικό πολιτικό σχέδιο;

Στην πολιτική πρόταση ΛΑ.Ε. προς το παρόν αντιπαρατίθενται διάφορες αποχρώσεις της ίδιας προοπτικής: επισφαλής επιβίωση χάρη σε, έστω μειούμενες, δόσεις έξωθεν βοηθείας· πιεστική εφαρμογή όσων μεταρρυθμίσεων έχουν καταστεί αναπόφευκτες· διάσωση από την ευρωπαϊκή μήνιν χάρη στις αμερικανικές γεωπολιτικές ανησυχίες· εθνική μειονεκτικότητα. Δημιουργείται έτσι μια ασυμμετρία ανάμεσα στις «αντιμνημονιακές» και τις «ευρωπαϊκές» θέσεις. Οι μεν προβάλλουν «εθνική υπερηφάνεια», οι δε εκφράζουν απλώς μιαν αμυντική στάση έναντι της κρίσης.

Είτε επικρατήσει ο Αλέξης Τσίπρας στις εκλογές είτε επανακληθεί η Νέα Δημοκρατία να ηγηθεί, η «αριστοτέλειος ρήξις» πρέπει να διατυπωθεί ως όραμα, προσφέροντας εναλλακτικές απαντήσεις σε όλα ανεξαιρέτως τα ζητήματα τα οποία θέτει η πρόκληση της ΛΑ.Ε. Απέναντι στην χαοτική Παγκοσμιοποίηση και στις ραγδαίες αλλαγές, οι Έλληνες αναζητούν την ανα-νοηματοδότηση του είναι τους,  την αποκατάσταση της εθνικής αυτοπεποίθησης. Παράλληλα με το προφανές άνοιγμα στις διεθνείς αγορές και στην επιχειρηματικότητα, χρειάζεται μια ανανεωμένη εκδοχή της ελληνικής ταυτότητας, πειστική απέναντι στην αναπαλαιωμένη εθνο-κομμουνιστική ταυτότητα της ΛΑ.Ε. Η Γλώσσα και η Παιδεία πρέπει να καταστούν κεντρικό πολιτικό ζήτημα. Όπως τον 19ο αιώνα, η Ελλάδα πρέπει να αγκαλιάσει όλους όσοι επιλέγουν να γίνουν Έλληνες. Οι δεσμοί με την Διασπορά πρέπει να στηριχθούν σε νέες βάσεις. Τέλος, η πολιτική πρέπει να επιστρέψει, μετά από δύο αιώνες, στην τοπική κλίμακα. Μόνον με τέτοιες ανανεωτικές προτάσεις καθίσταται πειστικό το αίτημα για απομείωση του Κράτους, χωρίς να θεωρείται και να εισπράττεται ως εθνική αποδόμηση.

Η ρήξη είναι μονόδρομος. Η παράταση της λιμνάζουσας κατάστασης επιδεινώνει απλώς τις συνέπειες. Η Ευρώπη θα διάκειται ολοένα και περισσότερο αρνητικά στην παραμονή της Ελλάδας στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Στο ρευστό μας περιβάλλον, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα πιέζουν την Ευρώπη εσαεί να διατηρεί την χώρα μας στους κόλπους της. Η γεωπολιτική ισορροπία στην περιοχή ενίοτε εξασφαλίζεται με περισσότερο δραστικούς τρόπους. Η ρήξη έρχεται τότε έξωθεν· όπως έγινε το 1974.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Εστία την 25η Αυγούστου 2015

Posted in Γιώργος Πρεβελάκης | Tagged , , , , , , , , , | 3 σχόλια

Η διπλή προδοσία του Πολυτεχνείου

Δεν χρειάζεται το οποιοδήποτε ουσιαστικό εισαγωγικό σχόλιο το άρθρο αυτό του Πρεβελάκη. Ένα μονάχα· θα μπορούσε η όλη αναλυτική λογική του να συνοψιστεί στην κατάδειξη των αθέλητων συνεπειών του πράττειν και της ετερογονίας των σκοπών που σχετίζονται με το γεγονός του Πολυτεχνείου.

Του Γ. Σ. Πρεβελάκη

Η ανταπόκριση στις νέες προκλήσεις θεμελιώνεται στην συλλογική πνευματική επεξεργασία του παρελθόντος, στην ιστορική γνώση. Η 41η επέτειος του Πολυτεχνείου γεννά, από την άποψη αυτή, θλιβερές σκέψεις. Σαράντα χρόνια μετά, δηλαδή με επαρκή χρονική απόσταση για μια νηφάλια αποτίμηση, τι έχει απομείνει; Οι μαρτυρίες όσων εβίωσαν τα γεγονότα, δηλαδή φοιτητές, στρατιωτικοί, αστυνομικοί, πολιτικοί, διπλωμάτες, αντιστασιακές οργανώσεις, δεν έχουν αξιοποιηθεί- ούτε καν καταγραφεί συστηματικά. Επίσης, οι τοποθετήσεις των κομμάτων και των οργανώσεων πριν, κατά και μετά τα γεγονότα, δεν έχουν δημοσιοποιηθεί, ούτε αναλυθεί.

Το 1931, ο Σέρτζιο Μαλαπάρτε παρουσίασε τους επαναστατικούς/πραξικοπηματικούς μηχανισμούς στην «Τεχνική του Πραξικοπήματος»: κάθε εξέγερση συνιστά ένα αντιφατικό σύνολο, την συνισταμένη από ανταγωνιστικές και συγκλίνουσες πολιτικές επιδιώξεις και ιδεολογικές επιλογές. Το τελικό αποτέλεσμα από την έκλυση συσσωρευμένης πολιτικής ενεργείας εξαρτάται από την τεχνική δυνατότητα κάποιου ή κάποιων παραγόντων να την διοχετεύσουν προς την κατεύθυνση που επιθυμούν.

Ποιοι παράγοντες, λοιπόν, καθοδήγησαν το απελευθερωτικό δυναμικό το οποίο είχε οικοδομήσει, ριψοκίνδυνα, αλλά και μεθοδικά, το φοιτητικό κίνημα; Πώς ο αδιαμφισβήτητος, μεταδοτικός ηρωϊσμός του Πολυτεχνείου οδήγησε στην ανεγκέφαλη, τυχοδιωκτική και προδοτική κυβέρνηση της επομένης ημέρας; Πώς σχετίζεται αυτή η «αλλαγή φρουράς» με τις εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο, το Ισραήλ και την Κύπρο; Πώς συνδέεται η εξέγερση του Πολυτεχνείου με την τότε εξωτερική πολιτική; Τα ερωτήματα έχουν συγκαλυφθεί πίσω από μια στερεότυπη «αφήγηση», διά της οποίας καταργήθηκε η συζήτηση. Oι ευθύνες προσώπων και οργανώσεων εξαφανίστηκαν πίσω από μια μονολιθική καταγγελία για την «Δεξιά» και την «αμερικανοκίνητη χούντα».

Το φοιτητικό κίνημα χαρακτηριζόταν από ιδεαλισμό. Στο Πολυτεχνείο, όπως και στις προγενέστερες κινητοποιήσεις, η έμπρακτη διαμαρτυρία δεν απαξίωνε τον χώρο, ούτε  τα σύμβολα, ούτε τα μέσα διδασκαλίας. Οι φοιτητές αγωνίζονταν να συμμετάσχουν στο διεθνές ρεύμα απελευθέρωσης, το οποίο παρακολουθούσαν πεισματικά, παρακάμπτοντας την  δικτατορική λογοκρισία. Η ανάγκη για ανοικτή κοινωνία, για ελεύθερη σκέψη, για επαφή με τον έξω κόσμο, για κριτική πολιτική αντιμετώπιση τους έστρεφαν προς την Ευρώπη ή, έστω, προς μια εξιδανικευμένη εικόνα του κομμουνιστικού κόσμου.

Τι σχέση έχει η φιλελεύθερη αυτή ατμόσφαιρα με τους δογματισμούς και τις ανομίες των περίκλειστων κινημάτων τα οποία αυτο-ορίζονται ως «συνέχεια του Πολυτεχνείου»; Πώς ερμηνεύεται η υπεξαίρεση της ημερομηνίας «17 Νοέμβρη» ως ονομασία μιας τρομοκρατικής οργάνωσης για να νοηματοδοτηθούν εγκληματικές ενέργειες; Ειρωνεία της Ιστορίας: η τρέχουσα ανελευθερία της σκέψης και της έκφρασης στον πανεπιστημιακό χώρο, η ασκούμενη βία στους «αντιφρονούντες», η οποία στους παλαιοτέρους ανακαλεί τους τραμπούκους της Επταετίας, εγκαταστάθηκαν και δρουν εν ονόματι του Πολυτεχνείου.

Η πρώτη προδοσία του φοιτητικού κινήματος οδήγησε στην δικτατορία του Ιωαννίδη. Η δεύτερη προδοσία έχει συντελεσθεί σταδιακά, ακουσίως ή εκουσίως, από τους αυτο-αποκαλούμενους συνεχιστές του. Οι ανελεύθερες δυνάμεις της κοινωνίας, δεξιόστροφες ή αριστερόστροφες, αλλά με κοινό ανθρωπολογικό υπόβαθρο, κατέστειλαν την φιλελεύθερη δυναμική, χαρακτηριστική του φοιτητικού κινήματος. Η δεύτερη προδοσία οδήγησε στην αποσιώπηση, ακόμη και στην αλλοίωση της Ιστορίας. Η διαδικασία της αμνησίας σκηνοθετήθηκε ως μνήμη. Στέρησε την κοινωνία από την ιστορική εμπειρία και τα διδάγματά της. Στο παρελθόν, εγγύς και απώτερο, η έξωθεν ασφάλεια άφηνε περιθώρια για αδιαφορία και επιπόλαιες θεωρήσεις οι οποίες εξαφάνισαν τις αντιστάσεις. Στο σημερινό ασταθές, εντός και εκτός, περιβάλλον η αμέλεια αυτή θα κοστίσει ακριβά.

Η Ελλάδα έζησε τις τελευταίες τέσσερεις δεκαετίες υπό συνθήκες ασφαλείας, πρωτόγνωρες για την ιστορία της. Η περίοδος αυτή έληξε τον Δεκέμβριο του 2008, όταν πυρπολήθηκε το κέντρο της Αθήνας. Ένα χρόνο μετά ακολούθησε η κρίση, η απώλεια της οικονομικής ασφαλείας. Σήμερα, η ρευστότητα του γεω-οικονομικού και γεωπολιτικού περιβάλλοντος  επιβάλλει γνώση, ευθυκρισία, επαγρύπνηση και ενότητα- δηλαδή, μια συλλογική προσπάθεια για εθνική ανόρθωση. Στον αγώνα αυτόν συγκαταλέγεται και η μεθοδική αντικειμενική ανάλυση της κρίσιμης περιόδου 1973-1974, η οποία, υπό συνθήκες ελευθερίας λόγου και σκέψης, μπορεί να αναδείξει τις απωθημένες αλήθειες, μπορεί να αναστείλει τους κινδύνους που ελλοχεύουν. Είναι η  μόνη αληθής τιμή και αναγνώριση στους αγωνιστές του Πολυτεχνείου.

 

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Εστία την 18η Νοεμβρίου 2014.

Posted in Γιώργος Πρεβελάκης | Tagged , , , , , , , , , | Σχολιάστε